Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2020

Barnvagnen (1963)

 

Σε απέλυσαν;, ρωτάει τη Μπριτ ο μικρός της αδερφός, βλέποντάς την να γυρίζει νωρίτερα σπίτι, παραιτήθηκα, τον διορθώνει εκείνη, πάντα παραιτούμαι εγώ. Δεκαετία του πενήντα και η σουηδική οικονομία γνωρίζει άνθηση, κάτι το οποίο εν πολλοίς οφείλεται στην ουδέτερη στάση που κράτησε κατά τον πόλεμο, νοοτροπία που ενυπάρχει και στην ίδια την κοινωνία, πώς αλλιώς άλλωστε. Είναι η εποχή που μπορεί κανείς να παραιτηθεί χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, στην επόμενη γωνία μια δουλειά θα τον περιμένει. Ιδιαίτερα αν είσαι δεκαοχτώ χρονών όπως η Μπριτ και δεν έχεις υποχρεώσεις. Η μάνα της, για παράδειγμα, τώρα που πρόκειται να μετακομίσουν σε ένα καινούργιο, μοντέρνο διαμέρισμα, δεν έχει την επιλογή να μην εργάζεται, καθώς το ενοίκιο είναι ψηλό. Η τηλεόραση με τις είκοσι μία ίντσες της στο σαλόνι έρχεται όμως να καλύψει το κενό της οικογενειακής ευτυχίας. Το διάσημο και περιβόητο κοινωνικό κράτος οικοδομείται με ταχείς ρυθμούς, προσφέροντας μια σειρά επιδομάτων. Τα πάντα φαίνεται να λειτουργούν άψογα. Η Μπριτ δεν στεριώνει σε καμία δουλειά, είναι όμως πια ενήλικη και οφείλει να αναλάβει τις υποχρεώσεις της, δεν είναι πια παιδί. Θα περάσει ένα παράξενο βράδυ με έναν όμορφο νεαρό, τον Μπγιορν, γόνο αστικής οικογένειας, με τον οποίο στο τέλος της βόλτας θα δώσουν ραντεβού για μια επόμενη μέρα. Εκείνος δεν θα εμφανιστεί. Έξω από το σούπερ μάρκετ θα γνωρίσει έναν εκκολαπτόμενο ροκ σταρ, τον Ρόμπαν, η συνάντησή τους θα καταλήξει σε μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Αυτό θα κάνει τα πράγματα σοβαρά. Θα πει στους δικούς της πως ήταν ήδη σε σχέση μαζί του, θα μετακομίσουν σε ένα μικρό διαμέρισμα, ο γάμος τους θα αναγγελθεί. Δεν γίνονται όμως έτσι τα πράγματα αυτά πια, παρά τα όσα τη συμβουλεύει η μητέρα της βασιζόμενη στη δική της εμπειρία. Η σιωπή του πατέρα είναι εκκωφαντική, δεν χρειάζεται η φωνή του για να προκαλέσει τον φόβο στη Μπριτ, που ωστόσο θα τραβήξει τον δικό της δρόμο.

Πίσω από τις αποφάσεις και τη γενικότερη στάση ζωής της Μπριτ δεν υπάρχει κάποιο στέρεο ιδεολογικό υπόβαθρο. Είναι απλώς μια νεαρή κοπέλα που της αρέσει να απολαμβάνει πράγματα της ηλικίας της, όπως την ανεμελιά, το φλερτ, τη βόλτα στα μαγαζιά την περίοδο των εκπτώσεων. Εκείνο που μοιάζει να την κινητοποιεί είναι το αντιπαράδειγμα που απλόχερα οι δικοί της παρουσιάζουν ως στάση ζωής, μπορεί να μην ξέρει τι θέλει ακριβώς, ξέρει όμως με βεβαιότητα τι είναι εκείνο που δεν θέλει να γίνει ενώ μεγαλώνει. Η δίψα για ζωή είναι εκείνη που την κινητοποιεί και την οπλίζει με τη βεβαιότητα πως η ζωή δεν είναι μονόδρομος, από εκεί αντλεί τη δύναμη για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες των αποφάσεών της. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο προχωράει και αλλάζει ο κόσμος, και όχι μόνο σε κοινωνικό επίπεδο, ώστε στη συνέχεια να ακολουθήσει η θεωρία, τα κινήματα και οι συλλογικές διεκδικήσεις. Η Μπριτ μοιάζει να είναι το μαύρο πρόβατο μιας εύρυθμης κοινωνίας, θα μπορούσε να έχει σταθερή δουλειά, να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια, να πάρει ένα δάνειο για να μετακομίσει σε ένα μεγαλύτερο, και ίσως στα προάστια, σπίτι, να απολαύσει τηλεόραση στον καινούργιο καναπέ, και η ζωή να περάσει χωρίς πολλά προβλήματα. 

Όσο απομακρύνεται κανείς από μια εικόνα τόσο λιγότερες ατέλειες μπορεί να εντοπίσει. Το ίδιο ισχύει και όταν κοιτάζει κανείς την εικόνα βιαστικά και αδιάφορα. Και η εικόνα της σουηδικής -εν προκειμένω- κοινωνίας δεν διαφέρει. Ο Μπο Βίντερμπεργκ -ουδεμία συγγενική σχέση με τον μάλλον πιο διάσημο Τόμας της Οικογενειακής γιορτής δεν έχει, άλλωστε μόνο ηχητικά ομοιάζουν τα επίθετα τους- στρέφει τον φακό του σε αυτήν για να αφηγηθεί την ιστορία της Μπριτ. Με εμφανείς επιρροές από τη γαλλική νουβέλ βαγκ, τόσο σε κινηματογραφικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο, με ασπρόμαυρη φωτογραφία και τη μουσική διαρκώς παρούσα, ο Βίντερμπεργκ σκηνοθετεί μια απλή ιστορία, πολλάκις ειπωμένη -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Το χωροχρονικό πλαίσιο της ιστορίας είναι σημαντικό για την πρόσληψη και κατανόηση των επιδιώξεων του σκηνοθέτη. Δεκαετία του πενήντα, μετά το τέλος του καταστροφικού για την Ευρώπη πολέμου, επικρατεί αισιοδοξία, αισιοδοξία η οποία πηγάζει κυρίως από τα νούμερα της ανάπτυξης, σε μια απόπειρα προσαρμογής του παλιού μοντέλου σε ένα καινούργιο με έμφαση στην (υπερ)κατανάλωση. Όμως κάτι βράζει στο εσωτερικό της κοινωνίας, η αμφισβήτηση αρχίζει σιγά σιγά να σχηματοποιείται, η επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο γίνεται στενότερη, οι επιρροές από τη Γαλλία αλλά και την Αμερική είναι ολοένα και πιο ορατές. Υπάρχουν δύο χαρακτηριστικές ατάκες του Μπγιορν, η μία, όταν προτρέπει τη μητέρα του να φύγει για το Παρίσι, καθώς η Σουηδία δεν είναι κάτι άλλο παρά ένα χωριό, και η δεύτερη, που δείχνοντας μια υπό κατασκευή εκκλησία, λέει στην Μπριτ πως ενώ υπάρχει κόσμος που κοιμάται στον δρόμο εκείνοι χτίζουν ακόμα μία εκκλησία. 

Από την ταινία απουσιάζουν τα γνώριμα χαρακτηριστικά του σκανδιναβικού σινεμά, η βαθιά εσωτερικότητα των ταινιών του Μπέργκμαν, εξέλιξη του θεάτρου, αλλά και η έκρηξη που έρχεται να σαρώσει τα πάντα, γνώρισμα του βορειοευρωπαϊκού σινεμά των τελευταίων χρόνων. Το Καροτσάκι κινείται περισσότερο στην επιφάνεια των πραγμάτων, με έναν τρόπο όμως ρεαλιστικό, που αποτυπώνει με ακρίβεια την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής που θα οδηγήσει στην έκρηξη του τέλους της δεκαετίας του εξήντα. Ανάμεσα σε άλλα καθίσταται διακριτή η διαφορά ανάμεσα στην αδιαφορία και τη φιλελευθερία της σουηδικής κοινωνίας, που μπορεί να μοιάζει βάλσαμο σε όσους έχουμε μεγαλώσει σε κοινωνίες πιο παρεμβατικές, αλλά δεν παύει να είναι προβληματική και ατελής. Θυμήθηκα μια σπουδαία, πρόσφατη σχετικά ταινία, Το τετράγωνο, ταινία με αντίστοιχο προβληματισμό στον πυρήνα της, που αξίζει να αναζητήσει και να δει κανείς. Και επειδή ο κινηματογράφος είναι -κυρίως- οι εικόνες του, στο Καροτσάκι υπάρχει ένα από τα πιο ωραία κινηματογραφικά πλάνα που μπορώ να ανακαλέσω, ένα πλάνο απλό, με τη Μπριτ να κατευθύνεται προς μια πλατεία, με τη λήψη να γίνεται από ψηλά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου