Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις gutenberg. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκδόσεις gutenberg. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Κυνηγόσκυλο - Don DeLillo

Ντον ΝτεΛίλλο, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή συγγραφείς παγκοσμίως. Το Κυνηγόσκυλο, γραμμένο το 1978, το έκτο στη σειρά μυθιστόρημά του, κυκλοφόρησε πρόσφατα για πρώτη φορά στα ελληνικά, σε υψηλού επιπέδου μετάφραση του Αποστόλη Πρίτσα, από τις εκδόσεις Gutenberg.

Λίγο αφότου κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, ο ΝτεΛίλλο έλαβε την υποτροφία του ιδρύματος Γκουγκενχάιμ, με την οποία ταξίδεψε στη Μέση Ανατολή πριν εγκατασταθεί στην Ελλάδα και μπει στην πλέον γόνιμη συγγραφική περίοδο, τα έργα της οποίας, αποκορύφωμά τους ο Υπόγειος κόσμος, του προσέδωσαν δικαίως τεράστια φήμη και εκτεταμένη αποδοχή.

Μια φήμη κυκλοφορεί έντονα, η ύπαρξη μιας μπομπίνας, μια πορνοταινία γυρισμένη στα υπόγεια του αρχηγείου των Ναζί, με πρωταγωνιστή τον Αδόλφο Χίτλερ. Φήμη ικανή να προκαλέσει ντελίριο ενδιαφέροντος σε συλλέκτες τέχνης, συνωμοσιολόγους, μαικήνες του πορνό και στελέχη μυστικών υπηρεσιών, τα θολά ύδατα θα ανακινηθούν. Αυτή, σε λίγες γραμμές, είναι η υπόθεση του τρελού αυτού μυθιστορήματος, μια παλπ κατασκευή υψηλών προδιαγραφών, γραμμένη μισό αιώνα πριν και όμως διόλου παρωχημένη, ούτε ως προς την χωροχρονική επικράτεια, ούτε ως προς τα συστατικά. 

Ο κόσμος, όσο παράδοξο και αν φαντάζει, ελάχιστα έχει μεταβληθεί από τότε στον πυρήνα του, και η παραδοξότητα αυτή πηγάζει από τη διάχυση της συνωμοσιολαγνείας, την επικράτησή της στα υψηλά στρώματα εξουσίας και διοίκησης, αλλά και το κακό, σε όποια μορφή, τη δόξα, την εξουσία, το χρήμα, το σεξ, επίσης. Ο συγγραφέας διαθέτει αυξημένη οξυδέρκεια, ιδιαίτερα ευαίσθητες κεραίες λήψης της πραγματικότητας, ζει και δημιουργεί πέρα από το προφανές και την επιβεβλημένη μονοσημία, χρησιμοποιεί τον κόσμο ως πρώτη ύλη. Η ομοιότητα αφαιρεί την, έτσι και αλλιώς προβληματική, χρήση του επιθέτου προφητικός. Ο ΝτεΛίλλο δεν είδε το μέλλον, αλλά το παρόν. Αφήνω εδώ το όνομα του Τζέφρι Έπστιν να υπάρχει.

Ο ΝτεΛίλλο περνάει καλά μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, περνάει καλά γιατί ίσως δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, το κωμικοτραγικό γλέντι είναι μια νησίδα επιβίωσης, το χιούμορ επίσης, το μαύρο χιούμορ για την ακρίβεια, όταν κανείς δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, παρά να σατιρίσει και να γελάσει, έστω και αν η επίγευση είναι πικρή, πικρότατη. Ο Χίτλερ πρωταγωνιστής σε μια ταινία πορνό, το απόλυτο κακό με κατεβασμένα τα εσώρουχα να λαμβάνει μέρος σε ένα όργιο. Η ύπαρξη και μόνο της φήμης είναι αρκετή να κινητοποιήσει μια σειρά από μηχανισμούς. Μηχανισμοί υπόγειοι, παράλληλοι, αδιόρατοι, πλην όμως παρόντες.

Ένα παράλληλο αναγνωστικό ενδιαφέρον, πέρα του ίδιου του βιβλίου και της απόλαυσης που αυτό μεμονωμένα χαρίζει, είναι η αναζήτηση και εύρεση κοινών στοιχείων, μοτίβων και τεχνικών που συνέχουν το συνολικό κόρπους ενός συγγραφέα σημαντικού. Το πλέον εμφανές, και κατά τη γνώμη μου σημαντικό, έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τον χρόνο, την επιβράδυνση και την επιτάχυνσή του, με έναν τρόπο μοναδικό, που ίσως μόνο ο κινηματογράφος να είναι σε θέση να πετύχει. 

Το Κυνηγόσκυλο είναι μια σειρά από στιγμιότυπα, σπαρμένα κατά μήκος των σελίδων, που προωθούν την πλοκή συνέχοντάς την ολοένα και περισσότερο, παραπόταμοι που συναντιούνται και ενώνονται. Στιγμιότυπα έξω από τον κυρίως χωροχρόνο, αποκομμένα από τη σύνθετη επικράτεια, τεχνητά αποσυνδεδεμένα, τοποθετημένα ωστόσο μαεστρικά, αυτάρκη και ικανά να αυτονομηθούν, να σταθούν και να συνθέσουν την πλοκή του μυθιστορήματος, ως υποπλοκή του σύνθετου κόσμου που τη συμπεριλαμβάνει. 

Η απόκτηση της ταινίας αποτελεί τον αυτοσκοπό των προσώπων της πλοκής, το έντονο φως του προβολέα που στρέφει ο συγγραφέας/αφηγητής εντείνει το τριγύρω σκοτάδι, λες και ο έξω κόσμος έχει παυθεί, έχει ακινητοποιηθεί, η ψυχρότητα του ανατομικού εργαστηρίου, η υποδόρια αίσθηση, αλλά και η αληθοφάνεια, αυτός ο ιδιότυπος ρεαλισμός που χαρακτηρίζει συνολικά το έργο του. 

Ο τρόπος με τον οποίο ο ΝτεΛίλλο συναρμόζει τα στιγμιότυπα και διαχειρίζεται τον χρόνο, σε συνδυασμό πάντα με τη δεδομένη ικανότητά του σε κάθε αναγκαίο μετερίζι της γραφής, επιτρέπει κάτι ακόμα μοναδικά παράδοξο. Ενώ προγραμματικά το Κυνηγόσκυλο, όπως και η πλειοψηφία των μυθιστορημάτων του, έχει έντονη τη φιλοδοξία που κάθε μεγάλο μυθιστόρημα οφείλει να έχει, αναγκαιότητα που επιτρέπει, δικαιολογεί και ενίοτε καλωσορίζει την αμετροέπεια, η τελική αίσθηση που ο αναγνώστης απολαμβάνει διαπνέεται από μια δωρικότητα, από την αίσθηση πως κάθε περιττό ίχνος λίπους έχει αφαιρεθεί με ακρίβεια χιλιοστού. Η ικανότητα αυτή του ΝτεΛίλλο, που στις νουβέλες της τελευταίας περιόδου έφτασε στο αποκορύφωμά της, διαπνέει (και αυτό) το μυθιστόρημα από άκρη σε άκρη.

Μια παλπ κατασκευή, λοιπόν, ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ωστόσο, ένα μείζον λογοτεχνικό γεγονός από το άλμπουμ αυτού του σπουδαίου, του Ντον ΝτεΛίλλο. Αυτό είναι το Κυνηγόσκυλο.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Περισσότερα κείμενα για βιβλία του Ντον ΝτεΛίλλο βρίσκετε: εδώ για το Κοσμόπολις, εδώ για το Σημείο Ωμέγα, εδώ για τον Λευκό Θόρυβο, εδώ για το Οι χρόνοι του σώματος, εδώ για το Zero K, εδώ για τη Σιωπή, εδώ για το Υπόγειος κόσμος, εδώ για το Ζυγός.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αποστόλης Πρίτσας
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Μέρες χωρίς αλκοόλ - Michael Deagler

Αυτό είναι το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Μάικλ Ντίγκλερ, Μέρες χωρίς αλκοόλ, βραβευμένο με το PEN-Hemingway Award, μεταφρασμένο από τον Πάνο Τομαρά, το εκατοστό δέκατο έκτο βιβλίο της σειράς Aldina των εκδόσεων Gutenberg. Το περίμενα πώς και τι. Το οπισθόφυλλο αρκούσε: «Μην ανησυχείτε για όσα έκανε ο Ντένις Μονκ όταν έπινε. Τώρα είναι νηφάλιος, έτοιμος να γίνει ξανά αποδεκτός». Με δελέαζε, παρότι σειρήνες ακούγονταν στο βάθος. Η έξη. Άπαξ και εμφανιστεί, εγκαθίσταται. Ακόμα και έξω από την έξη, το παρελθοντικό δεν επιτρέπεται. Δεν ήσουν, είσαι ακόμα. Μην το ξεχνάς. Ένα τίποτα σε γραπώνει ξανά, οι μέρες μηδενίζονται, το χωρίς παραπατά και πέφτει με τα μούτρα στο πάτωμα. Οι άλλοι σίγουρα δεν το ξεχνούν. Στην τρίτη δεκαετία της ζωής του, ο Ντένις αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με το αλκοόλ —πόσο αποστειρωμένη ως περιγραφή— τώρα δεν πίνει.

Αν το μυθιστόρημα μπορούσε να πυκνώσει τόσο ώστε να γίνει μια παράγραφος, αυτή θα ήταν: «"Αισθάνομαι λες και πέρασα τα προηγούμενα οχτώ χρόνια σε κρουαζιερόπλοιο", είπα. "Δηλαδή ήταν απαίσια, σιχαμερά και πανάκριβα, αλλά ήμουν τύφλα, οπότε δεν μ' ένοιαζε. Και σ' όλη τη διάρκεια πετούσα στη θάλασσα πράγματα που νόμιζα πως δεν είχα ανάγκη. Σωσίβια, αποσκευές, ξαπλώστρες. Τα έριχνα από την κουπαστή. Κι ύστερα, σε μια στιγμή, δεν ξέρω, τρέλας, πήδηξα κι εγώ από το καράβι. Βούτηξα στη θάλασσα. Το κεφάλι μου καθάρισε από την ψυχρολουσία κι ένιωσα καλά για λίγο. Τώρα όμως κολυμπάω μόνος μου στα απόνερα του κρουαζιερόπλοιου. Και αρχίζω να κουράζομαι. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να γραπωθώ από τα πράγματα που έριξα στη θάλασσα, τις ξαπλώστρες και τις βαλίτσες, για να κρατηθώ στην επιφάνεια". Ακούγοντας τα λόγια μου, ο παραλληλισμός μου δεν μου φάνηκε τόσο βαθυστόχαστος όσο νόμιζα». Είναι η τελευταία πρόταση που πυκνώνει περαιτέρω το μυθιστόρημα αυτό.

Ο Βρετανός πρόξενος, η Υβόν και το μεσκάλ, το Μεθυσμένο ημερολόγιο, τα έργα του Μπουκόφσκι, επίσης. Να μια τριάδα περί αλκοόλ. Κάρβερ διάβασα αρκετά μεγάλος, το εικονοστάσι είχε τοποθετηθεί. Επέστρεψα Κάτω από το ηφαίστειο, πρόσφατα σχετικά, στα άλλα ακόμα όχι, περισσότερο γύρω από το πώς θα μου φανεί τώρα πια η λογοτεχνία του Μπουκόφσκι αναρωτιέμαι, και η χρόνια υπόσχεση στον εαυτό πως θα διαβάσω Μπερλίν. Υπήρχε κάτι το μαγικό γύρω από το αλκοόλ, το ίδιο και με τα ναρκωτικά σε ένα βαθμό, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονταν τα πάσης εθνικότητας όνειρα στα απόνερα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου απλοί άνθρωποι. Τώρα πια αυτό δεν υπάρχει, όχι σε έκταση τουλάχιστον, όχι πως οι συνθήκες δεν είναι δόκιμες για υποστυλώματα.

Τον Μονκ δεν τον πειράζει να μιλάμε για αλκοόλ, δεν τον πειράζει ούτε να πηγαίνει συνοδεύοντας κάποιον σε ένα μπαρ, περνώντας το βράδυ του πίνοντας νερό ή αναψυκτικό ενώ τα ποτά πάνε και έρχονται. Δεν επιθυμεί επιβράβευση επί αυτού. Εκείνο που τον απασχολεί, που τον κρατάει μουδιασμένο είναι τι θα κάνει τώρα κολυμπώντας στα απόνερα.

Κάπου εδώ θα μιλήσω για τις σειρήνες που ακούγονταν στο βάθος, σειρήνες που σίγησαν γρήγορα, λίγο μετά τις πρώτες σελίδες, όταν πια έγινε φανερό πως ο Ντίγκλερ δεν επιθυμούσε να γράψει μια αυτοβιογραφία, έναν πανηγυρικό για κάποιον που κατάφερε να σωθεί από το αλκοόλ, ούτε και ένα δακρύβρεχτο μυθιστόρημα, από τη ζωή βγαλμένο, για κάποιον που ξέφυγε και όλοι και όλα του γυρνούν την πλάτη, καμία διάθεση για εκβιασμό και καθοδήγηση, μήτε άγιος, μήτε ρεμάλι, ο Μονκ είναι ένας καθημερινός τύπος. 

Παρένθεση. Δεν έχω υπάρξει ποτέ κοντά στον αλκοολισμό, ακόμα και αν για κάποιους φίλους μας το λέγαμε, δεν ξέραμε τι λέμε, μια δική μας ανάγκη μας ωθούσε στην υπερβολή. Οπότε δεν μπορώ να μιλήσω με τέτοιους όρους αληθοφανούς ρεαλισμού. Γνώρισα μια κοπέλα που είναι εδώ και ένα χρόνο καθαρή, αγόρασε το βιβλίο, υπήρξα αδιάκριτος, αν επιστρέψει θα τη ρωτήσω πώς της φάνηκε. Παρένθεση.

Δεύτερη παρένθεση. Θυμάμαι μια ταινία, μπορεί να ήταν και περισσότερες και το μοντάζ της μνήμης τώρα πια να τις έχει ενώσει. Ο νεαρός γιος λέει στη χήρα μάνα να τον κλειδώσει στο δωμάτιο και να μην του ανοίξει μέχρι να καθαρίσει από τα ναρκωτικά. Όταν η στέρηση τον καταβάλλει, χτυπάει με μανία την πόρτα, βρίζοντας και απειλώντας θεούς και δαίμονες, θυμάμαι, πλάνο κοντινό, το βλέμμα της μάνας να μην ξέρει τι να κάνει. Ηθικοπλαστικός κινηματογράφος, η συνέχεια της παιδικής/εφηβικής λογοτεχνίας της εποχής που σου μάθαινε πώς να λες όχι σε κάποιον που σου έδινε μια καραμέλα. Έχει κάτι το γκροτέσκο αυτή η ανάμνηση. Δεύτερη παρένθεση.

Πρόσφατα διάβασα το Ο Μεγάλος Ρέι του Μάικλ Κίμπαλ. Γιος μιλάει για τον νεκρό πατέρα. Η σύνδεση γίνεται για τον τρόπο, την αφηγηματική φωνή, για την οριακή απόσταση παρατήρησης και διαχείρισης του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, για το ούτε αποστειρωμένα μακριά, ούτε παραμορφωτικά κοντά. Οι δύο Μάικλ, σε μια εποχή που το βίωμα έχει λάβει πρωτοκαθεδρία, δεν φοβούνται την επένδυση στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση που ωστόσο διατηρεί ορατή τη διάκριση γράφοντος και αφηγηματικού υποκειμένου.

Αν έπρεπε με ένα επίθετο να χαρακτηρίσω την πρόζα του Ντίγκλερ, θα έπαιρνα το ρίσκο της παρεξήγησης και θα χρησιμοποιούσα το αμήχανη. Σηκώνω το γάντι. Συμβαίνει, ξέρετε (προφανώς ξέρετε, όλα τα ξέρετε) κάποιοι να μην ξέρουν τι να κάνουν, πώς να το κάνουν, δεν έχουν ανά πάσα στιγμή ένα έτοιμο σχέδιο δράσης, περιφέρονται κάπως αμήχανα, έχοντας γνώση της άγνοιας ή της αδυναμίας ή της ατολμίας ή του παράλογου. Ίσως γιατί έχουν συνηθίσει να λαμβάνουν χωρίς να το ζητήσουν συμβουλές από ανθρώπους που δεν θα ήταν το πετυχημένος το πρώτο επίθετο που θα σου ερχόταν στο μυαλό. Αυτή η αμηχανία, τόσο σύγχρονα δοσμένη, είναι που κατά την ταπεινή μου γνώμη κάνει σπουδαίο αυτό το χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, που το απαλλάσσει από άσκοπες και αχρείαστες φωνασκίες, από απόπειρες καταβύθισης σε δήθεν αβύσσους υπαρξιακής αγωνίας, από μια στράτευση, με το ζόρι να πάρει θέση και να διδάξει, από το όποιο στείρο και καλά κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, από το να απομακρυνθεί από τον Μονκ και να επιμείνει να περικλύσει στις τριακόσιες πενήντα σελίδες τη σημερινή Αμερική στα πέριξ της Φιλαδέλφεια.

Αυτή η αμηχανία μεταβιβάζεται και στον αναγνώστη, κανένα νήμα για επείγουσα ενσυναίσθηση δεν πετιέται από την κουπαστή του κρουαζιερόπλοιου, ο Μονκ παλεύει όπως μπορεί ανάμεσα σε βαλίτσες και ξαπλώστρες, και αυτή η αμηχανία που διαποτίζει κάθε σχισμή, κάθε ίχνος σκέψης και απόφασης, κάθε περιστατικό δράσης, κάθε νέα απόπειρα να βρει ένα δωμάτιο, να βρει μια δουλειά, να δοκιμάσει ίσως να ξεφύγει από την πόλη αυτή, αποτυπώνει στα μάτια μου κάτι το αληθοφανές, προσφέρει το παροντικό στάτους του Μονκ, που δεν είναι πια διαρκώς μεθυσμένος, και αυτό έρχεται σε σύγκρουση με τον αναγνώστη που συνειδητοποιεί πως τον σκέφτεται με όρους αλκοολικού, δύσπιστα και καχύποπτα, ακόμα και αν βάζει ένα πρώην μπροστά. Και ο Ντίγκλερ ούτε με αυτό ασχολείται, ευφυώς θεωρώ, ο ίδιος ο Μονκ, νηφάλιος πια, είναι πιο δύσπιστος και καχύποπτος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό από ό,τι οι συγγενείς, οι φίλοι και οι γνωστοί του, πόσο μάλλον από έναν τυχαίο αναγνώστη της ιστορίας του κάπου πολύ μακριά.

Μου άρεσε πολύ αυτό το χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, χωρίς εξάρσεις και πυροτεχνήματα, χωρίς φανφάρες και διδαχές, χωρίς παραδειγματισμό, παρά μόνο καλή λογοτεχνία, σύγχρονη και άρα (πάλι) αμήχανη με τρόπο όχι βεβιασμένο αλλά γάργαρο, αφιλτράριστο και κυρίως γνώριμο και οικείο, με πρωταγωνιστή —φαντάζεστε να τον αποκαλούσα ήρωα τον Μονκ;— κάποιον που προσπαθεί να πατήσει στα πόδια του, που παλεύει να δει τι στο διάολο μπορεί να κάνει τώρα που το κεφάλι του είναι καθαρό, τώρα που οι δαίμονες άλλαξαν τάγμα και βάρδια.

υγ. Για το Κάτω από το ηφαίστειο περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ. Για το Ο Μεγάλος Ρέι εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Πάνος Τομαράς
Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Το βιβλίο της εξαφάνισης - Ιπτισάμ Άζεμ

Το 1962 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα του Αφροαμερικανού Γουίλιαμ Μέλβιν Κέλι, Ένας διαφορετικός τυμπανιστής. Οι μαύροι κάτοικοι μιας πόλης του νότου αρχίζουν ξαφνικά να την εγκαταλείπουν, αφήνοντας τους λευκούς να αναρωτιούνται το γιατί. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την εξέλιξη της φυγής αποκλειστικά μέσα από τα μάτια των λευκών που μένουν πίσω. Χρειάστηκαν κάποια χρόνια ώστε να αναγνωριστεί και να χαρακτηριστεί ως ένα σύγχρονο κλασικό μυθιστόρημα.

Πενήντα χρόνια μετά, μια Παλαιστίνια συγγραφέας, η Ιπτισάμ Άζεμ, γεννημένη το 1985, κατασκευάζει Το βιβλίο της εξαφάνισης, επιδιώκοντας να εξετάσει τη λειτουργία του ερωτήματος: τι θα συνέβαινε αν, από τη μια στιγμή στην άλλη, κατά τη διάρκεια μιας και μόνο νύχτας, όλοι οι Παλαιστίνιοι εξαφανίζονταν από το Ισραήλ, χωρίς κανένα ίχνος και καμία προφανή εξήγηση του πώς και γιατί. Το μυθιστόρημα πρωτοκυκλοφόρησε το 2014, μεταφράστηκε στα αγγλικά το 2024 και βρέθηκε στη λίστα υποψηφιοτήτων για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ του 2025.

Δύο είναι τα βασικά πρόσωπα της πλοκής, ο Αριέλ, Ισραηλινός ανταποκριτής μιας αμερικάνικης εφημερίδας, και ο Αλάα, φίλος του Αριέλ, που μετά την εξαφάνισή του αφήνει πίσω του ένα ημερολόγιο. Μέχρι εξαφανίσεως του Αλάα, ήταν φίλοι μεταξύ τους, ζούσαν στην ίδια πολυκατοικία, ο ένας είχε κλειδιά του άλλου. Ο Αριέλ, όπως το σύνολο του ισραηλινού πληθυσμού, αλλά και από επαγγελματικής σκοπιάς, επιχειρεί να εξηγήσει την παράξενη τροπή των γεγονότων, εγκαθίσταται στο διαμέρισμα του Αλάα και μελετάει τις σελίδες του ημερολογίου. Τα δύο αυτά πρόσωπα, ο τρόπος με τον οποίο μετέχουν της πλοκής, καθίστανται καταλυτικά για την εφαρμογή της κεντρικής ιδέας-ευρήματος.

Μέσω αυτών, ο αναγνώστης αντικρίζει τόσο την επόμενη μέρα της εξαφάνισης των Παλαιστινίων, μέσα από τη δημοσιογραφική έρευνα του Αριέλ, την αρχική επιφυλακτικότητα πως πρόκειται για κάποιο εφιαλτικό σενάριο εμπλοκής του ισραηλινού στρατού, τον φόβο άλλων πως η εξαφάνιση αποτελεί τον προπομπό μιας γενικευμένης επίθεσης, αλλά και την ανακούφιση, ή την υποψία της, από όποια ιδεολογική μπάντα και αν προέρχονται τα υποκείμενα, πως δόθηκε επιτέλους μια οριστική λύση στο ζήτημα, οι Παλαιστίνιοι απλώς εξαφανίστηκαν. Μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου, ενός προσωπικού κειμένου που δεν είχε βλέψεις πολιτικού μανιφέστου αλλά έκφρασης του τραύματος της απώλειας της γιαγιάς του, ενός προσώπου καθοριστικού για τον Αλάα, διαβάζουμε την ατομική ιστορία της και μέσω αυτής την ιστορία ενός ολόκληρου λαού, που είδε όλους της τους συγγενείς να διαφεύγουν, χρόνια πριν, και να μένει μόνη της, έγκυος στη μητέρα του Αλάα, αρνούμενη να εγκαταλείψει την πόλη της, παρά τον διαρκή εποικισμό και την καταπίεση.

Το βιβλίο της εξαφάνισης είναι ένα καλό βιβλίο, το εύρημα από μόνο του θέτει εξ αρχής το πολιτικό στο επίκεντρο, η Άζεμ πετυχαίνει να δώσει μια (φαινομενικά τουλάχιστον) ακριβή εικόνα της πολυπλοκότητας και του αδιεξόδου της εκεί συνθήκης, και μέρος της πολυπλοκότητας είναι η επισήμανση πως παρά τα όσα συμβαίνουν η ζωή συνεχίζει να συμβαίνει, και από τις δύο πλευρές, με ιλιγγιώδη δυσκολία σίγουρα, ωστόσο συμβαίνει. Το εύρημα δεν καταπλακώνει τη συνολική κατασκευή αλλά την υπηρετεί μέχρι τέλους, δεν είναι απλώς μια πρωτότυπη ιδέα, είναι ίσως η σκέψη πολλών, μια πιθανή, μεταφυσικής προέλευσης, λύση ενός περίπλοκου ζητήματος, ένας γόρδιος δεσμός που λύνεται. Συνομιλεί με τον τρόπο του με το Απειρόγωνο, το βιβλίο του Κόλουμ ΜακΚάν, γραμμένο μετά από εκείνο της Άζεμ. Εκεί, επίσης, δύο κεντρικά πρόσωπα, ένας Ισραηλινός και ένας Παλαιστίνιος, παλεύουν, όχι ως αντίπαλοι, αλλά ως σύμμαχοι, για ένα καλύτερο αύριο.

Είναι κάπως πολυτέλεια, σε μια στιγμή που στη Δυτική Όχθη συνεχίζουν να συμβαίνουν όλα αυτά τα τερατώδη, να μιλάει κανείς για τη λογοτεχνική αξία ενός έργου, αφήνοντας (προσωρινά) στην άκρη την πολιτική διάσταση, όμως, η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, επιτελεί έναν σύνθετο ρόλο, που δεν εξαντλείται στο ένα ή το άλλο πεδίο. Δεν πρέπει να πατάει μονόμπαντα στο αισθητικό ή το πολιτικό, και αυτό ίσως είναι το πλέον παρεμβατικό που οι αναγνώστες, εκ του ασφαλούς και εξ αποστάσεως, μπορούμε να ζητήσουμε. Καλό θα ήταν, επίσης, να μείνουμε μακριά από σχόλια του στυλ πως μέσα στα χαλάσματα των βομβαρδισμών είναι δυνατή η σπουδαία γραφή, ας αρκεστούμε να πούμε πως Το βιβλίο της εξαφάνισης είναι ένα πολύ καλό βιβλίο για πολλούς λόγους.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Για το Ένα διαφορετικός τυμπανιστής περισσότερα μπορεί κανείς να βρει εδώ, για το αριστουργηματικό Απειρόγωνο εδώ. Θυμήθηκα ακόμα ένα βιβλίο που διάβασα σχετικά πρόσφατα, το Ασήμαντη λεπτομέρεια, περισσότερα εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 
 
Μετάφραση Πέρσα Κουμούτση
Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Καθένας με το βάσανό του - Mariana Leky

Πριν από δύο χρόνια, περίπου, διάβασα Το όνειρο της Ζέλμα και στην κατακλείδα του αντίστοιχου κειμένου σημείωνα: «Το όνειρο της Ζέλμα είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που διαθέτει όλες τις αρετές ενός ευπώλητου ποιοτικού βιβλίου, κάτι το οποίο ήδη αποτυπώνεται στις διάφορες λίστες. Δεν ενδείκνυται ωστόσο για αναγνώστες που παίρνουν υπέρμετρα σοβαρά τον ενήλικα εαυτό τους».

Με χαρά υποδέχτηκα την κυκλοφορία του νέου βιβλίου της Γερμανίδας Μαριάνα Λέκι, χαρά που τη διαδέχτηκε ο σκεπτικισμός από το γεγονός πως επρόκειτο για μια συλλογή διηγημάτων. Έπιασα στη δουλειά να ξεφυλλίσω το βιβλίο και να διατρέξω κάποιες από τις ιστορίες, το απόγευμα έφυγα και το πήρα μαζί μου.

Ένας δείκτης που σε βάθος χρόνου ίσως να δείχνει πόσο μου άρεσε ένα βιβλίο να έχει να κάνει με την επίμονη παρουσία του στην αδύναμη μνήμη μου, και το βιβλίο αυτό το θυμάμαι ακόμα, κυρίως για εκείνη τη γλυκιά αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση και το πέρας της. Και αν σ' εκείνο το πρόσκαιρο συναίσθημα καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε το ευπώλητο που σημείωσα στην αποφώνηση, η αντοχή στον χρόνο κάτι βαθύτερο δείχνει.

Η πιο δύσκολη ερώτηση που μπορεί να μου κάνει ένας πελάτης στο βιβλιοπωλείο είναι πιθανότατα εκείνη για ένα γλυκό, αισιόδοξο βιβλίο, αλλά όχι κακογραμμένο, όχι στέλεχος της παραλογοτεχνίας. Πάρτε δύο λεπτά και σκεφτείτε, πόσα τέτοια βιβλία σας έρχονται στον νου; Υποθέτω λίγα, αν όχι ελάχιστα. Το όνειρο της Ζέλμα είναι εκείνο που πρώτα μου έρχεται κατά νου, πρόταση που συμπληρώνεται από την επιθυμία να είχα έναν θείο σαν τον οπτικό φίλο της Ζέλμα.

Το όνειρο της Ζέλμα θα ήταν το υπέρτατο μπεστ σέλερ σ' έναν κόσμο που η ανάγνωση θα ήταν κανόνας και όχι εξαίρεση, ένας κοινός τόπος συνάντησης αναγνωστών που κατά τα λοιπά θα ακολουθούσαν διαφορετικά αναγνωστικά μονοπάτια. Δεν είναι πως το βιβλίο δεν πήγε καλά από άποψη πωλήσεων και διάδρασης, αλλά θα μπορούσε να έχει πάει πολύ καλύτερα. Για να κλείσω την αναφορά μου σε αυτό θα προσθέσω: αν ψάχνετε ένα γλυκό βιβλίο, αν ακόμα θυμάστε το συναίσθημα βγαίνοντας από την αίθουσα όπου προβαλλόταν το Αμελί, τότε αναζητείστε αυτό το βιβλίο.

Ο σκεπτικισμός μου για το Καθένας με το βάσανό του εντάθηκε από το γεγονός πως τα κείμενα/διηγήματα που αποτελούν τη συλλογή αυτή πρωτοδημοσιεύτηκαν στη στήλη που κρατούσε η συγγραφέας στο περιοδικό Psychologie Heute (Ψυχολογία σήμερα). Έχω μια δυσανεξία σε αυτό το κομμάτι της επιστήμης της ψυχολογίας, την εκλαϊκευμένη πτέρυγά του, μέρος καθώς είναι μιας γενικότερης συνταγογράφησης ευζωίας, οδηγίες διέλευσης ενός περίπλοκου κόσμου, ευαγγελιστές της υπέρτατης αλήθειας. Ένα λογοτεχνικό υποείδος έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια, εκεί που τα βιβλιοπωλεία είναι φαρμακεία και οι ιστορίες μπορούν να μας σώσουν, ποιος όμως θα μας σώσει από την κακή λογοτεχνία;

Αναπόσπαστο μέρος της κακής λογοτεχνίας είναι ο αναχωρητισμός της, αυτό συμβαίνει ακόμα και αν φαινομενικά είναι στρατευμένη πολιτικά, αλλά αυτό είναι κάτι που τη θετική ενέργεια, που ισχυρίζονται πως έχουμε ανάγκη και πως έτσι όλα θα πάνε καλύτερα, δεν την αγγίζει. Καταλαβαίνετε πως διόλου προσδοκίες δεν είχα τελικά από το βιβλίο αυτό, η αρχική χαρά είχε ξεπεράσει τον απλό σκεπτικισμό, η απογοήτευση χτυπούσε δυνατά την πόρτα.

Και όμως.

Ήταν κάτι που είχε διαφανεί και από Το όνειρο της Ζέλμα, ο τρόπος της συγγραφέως να κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της νεαρής αφηγήτριάς της είχε κάτι το καθαρό και συνάμα λοξό. Στα ιδιότυπα αυτά διηγήματα μικρού μήκους η ματιά της κεντρικής αφηγήτριας, που κάθε λόγο έχουμε να την ταυτίσουμε με τη συγγραφέα, διατηρεί τόσο την καθαρότητα όσο και εκείνη τη λοξότητα. Παρατηρώντας τον στενό της περίγυρο, αφηγείται ιστορίες μικρής κλίμακας, στιγμιότυπα από μια απλή, αληθοφανή καθημερινότητα, μέσα στην οποία οι χαρακτήρες επιδιώκουν να επιζήσουν, χωρίς να διαθέτουν υπερδυνάμεις, πέρα από τη λογική και το συναίσθημα. Ο μικρόκοσμός μας είναι κάτι που μπορούμε να το ελέγξουμε, ως ένα βαθμό τουλάχιστον.

Η Λέκι πετυχαίνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο μελό και το γλυκό, στο απλό και το απλοϊκό, το σοβαρό και το σοβαροφανές, χωρίς να θυσιάσει τη λογοτεχνικότητα στον βωμό ενός κειμένου που θα φιλοξενηθεί στις σελίδες ενός περιοδικού ψυχολογίας. Μια ευδιάκριτη, κοινή αφηγηματική φωνή συνέχει τα διηγήματα αυτά, επί της οποίας στερεώνεται και υψώνεται η συνολική κατασκευή με τις όποιες ιδιαιτερότητές της. Δεν ξέρω αν τα διηγήματα αυτά, ως λογοτεχνία ή ως μια στήλη, δύνανται να βοηθήσουν κάποιους από τους αναγνώστες να νιώσουν καλύτερα, να τους προσφέρουν εργαλεία πρόσληψης και αντιμετώπισης της καθημερινότητας, εγώ δεν αναζητούσα αυτό, αν και ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τα όσα λαμβάνουν χώρα στο υποσυνείδητό του. Άλλωστε, εδώ για λογοτεχνία κάνουμε λόγο.

Προγραμματικά και με βάση την αρχική τους χρησιμότητα, τα διηγήματα αυτά δεν θα ανατρέψουν την παράδοση, δεν θα εκτρέψουν το λογοτεχνικό ποτάμι, θα προσφέρουν, ωστόσο, μια ικανή ανάπαυση στις κοιλότητες που το ρεύμα αδύναμο εγκλωβίζεται. Η ησυχία είναι μια αδικημένη λειτουργία της λογοτεχνίας, και η ησυχία εδώ προκύπτει από την αποφυγή, την υπονόμευση ακόμα ακόμα, της ψυχολογικής υποστήριξης, έξω από ένα απαραίτητο πλαίσιο θεραπείας. Μπορεί κανείς, επίσης, να αντιμετωπίσει τα διηγήματα αυτά ως μια ιδιότυπη άσκηση συγγραφής, ένα εργαστήριο μελέτης του κόσμου τριγύρω και της μετατροπής του σε λογοτεχνία.

Το ο Καθένας με το βάσανό του σε συνδυασμό με Το όνειρο της Ζέλμα μας προσφέρουν μια ικανοποιητική θέα στον λογοτεχνικό τρόπο της Λέκι. Η φαινομενική αφέλεια με την οποία τον παρατηρεί και μέσω της οποίας αρχικώς στήνει και ακολούθως καθοδηγεί τους χαρακτήρες της. Η αφέλεια αυτή είναι ωστόσο φαινομενική, υπάρχει ο κίνδυνος κάποιος αναγνώστης να μη μπορέσει να το διακρίνει αυτό, τότε για εκείνον η κατασκευή δεν θα λειτουργήσει, μια αίσθηση λιγώματος θα εμφανιστεί στον ουρανίσκο εκείνο. Εδώ η αφέλεια είναι το αντίπαλο δέος της σοβαροφάνειας.

Διάβασα τα διηγήματα αυτά ευχάριστα. Δεν είμαι ωστόσο σίγουρος πως αργότερα θα θυμάμαι πολλά πέρα από την αίσθηση γλυκύτητας που μου άφησαν. Δεν είναι κάτι λίγο αυτό, σίγουρα δεν είναι κάτι άχρηστο εντός του ζόφου που κινούμαστε. Η λογοτεχνία της Λέκι, ακόμα και σε αυτή την εκδοχή που εκκινώντας από το ιδιωτικό επιχειρεί να γενικεύσει, δημιουργώντας, ή ελπίζοντας πως δημιουργεί, τον απαραίτητο κοινό τόπο ανάμεσα σε εκείνη, τους ήρωές της και τον αναγνώστη, δεν είναι μια λογοτεχνία αναχωρητική, αλλά μάλλον πολιτική, χωρίς να το φωνάζει άναρθρα, επισημαίνοντας με τον τρόπο της πως η κύρια πηγή των ατομικών προβλημάτων είναι κοινωνικοπολιτική. Δεν επιχειρεί να δώσει συνταγές ευτυχίας και παλέματος, δεν αμελεί πως αυτό που ξέρει και θέλει να κάνει είναι λογοτεχνία, αλλά η λογοτεχνία, όταν είναι καλή, ναι, μπορεί να αποδειχτεί μια συνταγή ευτυχίας και σίγουρα παλέματος.

Θυμήθηκα την αίσθηση που Το όνειρο της Ζέλμα μου άφησε, αυτό σίγουρα συνέβη, και αυτό καθόλου λίγο δεν είναι.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για Το όνειρο της Ζέλμα περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Τροχιές - Samantha Harvey

Η Σαμάνθα Χάρβεϊ, γεννημένη το 1975 στο Κεντ της Αγγλίας, τιμήθηκε με το πρόσφατο Βραβείο Μπούκερ, για το μυθιστόρημά της Τροχιές. Με άμεσα αντανακλαστικά και παραδίδοντας τη μεταφραστική μπαγκέτα στον έμπειρο Γιώργο Κυριαζή, το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg, που πρόσθεσαν έτσι ένα ακόμα στολίδι στην Aldina, την περιώνυμη σειρά σύγχρονης λογοτεχνίας, που εν καιρώ φιλοδοξεί να μετατραπεί σε κλασική.

Έξι αστροναύτες, από αντίστοιχες χώρες, περιστρέφονται σε τροχιά γύρω από τη γη, πλήρωμα ενός δορυφόρου και η Χάρβεϊ, μέσω ενός παντεπόπτη  αφηγητή, αποτυπώνει ένα εικοσιτετράωρό τους. Αυτή είναι η υπόθεση του βιβλίου, απλά και περιεκτικά δοσμένη. Παρότι το Μπούκερ είναι ένα βραβείο που διαχρονικά μου ταιριάζει αναγνωστικά, η αλήθεια είναι πως η παραπάνω περιγραφή μού γέννησε διάφορες αμφιβολίες, κυρίως γιατί αδυνατούσα να διακρίνω πώς με ένα τέτοιο (αρκετά τεχνικό) πρωτογενές υλικό η συγγραφέας θα κατόρθωνε να παράξει μυθοπλασία αξιώσεων. Με φόβισε επίσης και εκείνο το απόσπασμα από το σκεπτικό της επιτροπής βράβευσης: «Ένα γράμμα αγάπης προς την ανθρωπότητα και τον πλανήτη μας, αλλά και ένα βιβλίο που αναγνωρίζει, με βαθιά συγκινητικό, τρόπο, την αξία κάθε ανθρώπινης ζωής».

Και όμως, λίγες σειρές αρκούσαν για να παρασύρουν στο διάβα τους την όποια αμφιβολία. Το πρώτο συναίσθημα, δυνατό πλην όμως αναπάντεχο, υπήρξε η αβίαστη και δυσδιάκριτης πηγής συγκίνηση, καθώς το φως του προβολέα στρεφόταν πότε στο ένα και πότε στο άλλο μέλος του πληρώματος. Η απόσταση, γύρω στα τετρακόσια χιλιόμετρα, από τον πλανήτη, εκεί που οι αστροναύτες άφησαν πίσω τους τη γήινη πραγματικότητά τους, η διαρκής περιστροφή, δεκαέξι ανατολές και δύσεις του ηλίου μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο, η εναλλαγή των εποχών και του τοπίου, η έλλειψη βαρύτητας, η άδεια εικόνα της γης στο φως, η ανθρώπινη παρουσία στο σκοτάδι, η καθημερινή ρουτίνα, η επικοινωνία με το διαστημικό κέντρο αλλά και τους ανθρώπους τους, οι σκέψεις και οι αναμνήσεις, το καθήκον, η υλοποίηση ενός παιδικού ονείρου: όταν μεγαλώσω θα γίνω αστροναύτης.

Εν μέσω επικράτησης ενός δυστοπικού λογοτεχνικού περιβάλλοντος –περιβαλλοντικά, πολιτικά και κοινωνικά–, η Χάρβεϊ, χωρίς να κάνει χρήση κάποιου ευρήματος από τον καμβά της σκληρής επιστημονικής φαντασίας, αφήνει τον πλανήτη και τοποθετεί τη δράση του μυθιστορήματός της σε τροχιά γύρω του. Το εύρημα αυτό αποδεικνύεται λειτουργικό και εν τέλει θελκτικό γιατί η συγγραφέας καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στην απαραίτητη τεχνική του φύση και τη λογοτεχνία. Πείθει, κάποιον τουλάχιστον με συγκεκριμένες γνώσεις περί διαστημικής, πως γνωρίζει γιατί μιλάει, πως έχει καταναλώσει ώρες έρευνας ώστε να ενισχύσει την αληθοφάνεια της συνθήκης διαβίωσης. Αυτό το τεχνικό μέρος είναι ο σκελετός του μυθιστορήματος, από μόνος του γοητευτικός, πλην όμως ανίκανος να σταθεί αυτόνομα με λογοτεχνικές αξιώσεις.

Τον εναπομείναντα χώρο, η συγγραφέας τον γεμίζει δεξιοτεχνικά, ήπια και χωρίς αχρείαστες κραυγές, με ένα μείγμα ανθρωπινότητας, χωρίς να υποκύπτει στην ευκολία και την υπερβολή του εξωτικού χωροχρόνου. Τα έξι πρόσωπα, δεδομένης της οριακής για το ανθρώπινο μυαλό συνθήκης, μεταφέρουν στην παρουσία τους εκεί τον εαυτό τους, τα κύρια συστατικά από τα οποία αποτελείται, τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά τους, δηλαδή. Εκεί φύεται και καρπίζει η συγκίνηση στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω, στη θέα που κόβει την ανάσα, επίσης. Προσπερνώντας μια ακόμα φαινομενική ευκολία, η Χάρβεϊ συντάσσει αυτό το «γράμμα αγάπης» χωρίς να αναλώνεται σε μεγαλοστομίες, χωρίς να λιγώνει τον αναγνώστη, χωρίς διάθεση διδακτική, χωρίς υπερβολική ιδεολογική κατήχηση, χωρίς καταφυγή στο προφανές.

Ο παντεπόπτης αφηγητής, που ακολουθεί τα πρόσωπα εναλλάσσοντας τη σκόπευσή του όσο εκείνα είναι ξύπνια, όταν την ορισμένη ώρα αποσυρθούν για ανάπαυση, προσπαθώντας να διατηρήσουν έναν κιρκάδιο ρυθμό, απομένει μόνος του να παρατηρεί από τα παράθυρα τον πλανήτη σε έναν απολαυστικό, υψηλής λογοτεχνικής αξίας, ζηλευτής έμπνευσης και εκτέλεσης, μονόλογο, ένα ιδανικό κλείσιμο ενός υπέροχου βιβλίου.

Εν ολίγοις, οι Τροχιές είναι ένα δείγμα πολύ καλής λογοτεχνίας, που δεν καταπλακώνεται μήτε από το κεντρικό εύρημα μήτε από την τεχνική του φύση, αλλά πετυχαίνει να τα μπολιάσει με την παιδική απλότητα της ανθρώπινης σκέψης κοιτάζοντας τον βραδινό ουρανό. Ένα βιβλίο που απευθύνεται σ' ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού· με τον τρόπο του οικουμενικό και διαχρονικό, ευφυώς σύνθετο και απλό, ταυτόχρονα, λογοτεχνικά στρατευμένο, σίγουρα.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Γιώργος Κυριαζής
Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Συνάντηση - Natasha Brown

Πρέπει να το σταματήσεις αυτό, είπε εκείνη. Τι να σταματήσω, είπε εκείνος, δεν κάνουμε τίποτα. Ήθελε να τον διορθώσει. Δεν υπήρχε εμείς. Υπήρχε εκείνος, το υποκείμενο, και εκείνη, το αντικείμενο, αλλά της αποκρίθηκε, κοίτα, δεν υπάρχει λόγος ν' αρπάζεσαι για το τίποτα.

Το οπισθόφυλλο της Συνάντησης κατάφερε να μου δημιουργήσει ταυτόχρονα προσδοκίες και σκεπτικισμό. Προσδοκίες γιατί έμοιαζε να ανήκει σε μια σύγχρονη λογοτεχνία την οποία όσο μπορώ ακολουθώ και συνήθως απολαμβάνω, σκεπτικισμό γιατί νιώθω πως, αργά ή γρήγορα, η μανιέρα στη λογοτεχνική αυτή παραγωγή αναπόφευκτα θα (με) κουράσει. Οι παραπάνω πρώτες γραμμές ωστόσο στάθηκαν ικανές να βαρύνουν την πλευρά των προσδοκιών.

Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας αυτής, πότε υποκείμενο και πότε αντικείμενο της αφήγησης,  πότε παρατηρήτρια και πότε παρατηρούμενη, κόρη Αφρικανών μεταναστών, Αγγλίδα η ίδια, όχι απλώς και μόνο στα χαρτιά, επενδύει στην κοινωνική αφομοίωση και ανέλιξη μέσω της επαγγελματικής οδού, αρπάζει κάθε δυνατότητα που το εκπαιδευτικό σύστημα της προσφέρει, παρότι της λείπει το προνόμιο, εισέρχεται σε ένα αιματηρά ανταγωνιστικό περιβάλλον όπως αυτό των υψηλόβαθμων τραπεζικών στελεχών. Έρχεται αντιμέτωπη με πλήθος εμποδίων, με επιμονή και υπομονή τα υπερπηδά, οι συνάδελφοί της αποδίδουν την εξέλιξή της σε μια θετική διάκριση, είναι αναμενόμενο, λένε, να πάρει την προαγωγή μια μαύρη γυναίκα, έτσι το σύστημα καθησυχάζει τις φωνές περί ισότητας και ισονομίας, μια διάκριση, λένε, είναι αυτή, ένα προνόμιο, μια κατάφωρη αδικία.

Η ερωτική σχέση της με έναν λευκό προνομιούχο φέρνει στην επιφάνεια μια σειρά από στερεότυπα και συσχετισμούς δυνάμεων, η ειλικρίνεια των συναισθημάτων του δοκιμάζεται, ο χαρακτήρας της σχέσης, το υπέδαφος και τα θεμέλια, ο περίγυρός του εν πολλοίς θεωρεί πως σύντομα θα αντιληφθεί το συμφέρον του, θα χωρίσει και θα βρει μια ισάξια με αυτόν και την τάξη του σύντροφο, η συνάντηση στο ευρύχωρο και πολυτελές σπίτι των γονιών του με αφορμή τον εορτασμό μιας πολύχρονης επετείου της προκαλεί πίεση, πώς όχι, ό,τι και αν λέει το βιογραφικό της, όσα ψηφία και αν διαθέτει ο μισθός της, εκείνη, στα μάτια τους, εξακολουθεί να είναι μια μαύρη γυναίκα. Τα ανησυχητικά αποτελέσματα μιας εξέτασης ρουτίνας την παραλύουν, δεν ξέρει πώς να αντιδράσει, αντανακλαστικά σκέφτεται πως δεν θα κάνει τίποτα, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει.

Η συνοπτική αυτή περίληψη επιβεβαιώνει τη συγγένεια με το σώμα μιας διαδεδομένης, στις μέρες μας κυρίως, λογοτεχνίας φύλου και φυλής, ένα γνώριμο περιβάλλον που κλείνει το μάτι στο βίωμα. Η ανάγνωση δεν σκόνταψε σε αυτή την ομοιότητα, οι σκέψεις που προηγήθηκαν επανήλθαν μετά το πέρας της. Αυτός είναι ένας ξεκάθαρος πόντος που το ολιγοσέλιδο αυτό μυθιστόρημα της Νατάσα Μπράουν λαμβάνει, καθοριστικός ώστε η ανάγνωση να μετατραπεί σε κείμενο και να μην αφεθεί στο έμπλεο αδιαφορίας περιθώριο. Επανερχόμαστε στο κλισέ σχετικά με την αξία του τρόπου αφήγησης έναντι του περιεχομένου αυτής. Γιατί αυτός, παρότι πιθανά παρωχημένος και πολυχρησιμοποιημένος, είναι που διακρίνει τη Συνάντηση σε σχέση με τα υπόλοιπα παράγωγα της σύγχρονης τάσης των πάσης φύσεως σεμιναρίων δημιουργικής γραφής που ακολουθούν κατά πόδας τις απαιτήσεις της λογοτεχνικής βιομηχανίας, που απαιτεί την παρουσία μιας σειράς συστατικών ικανών να κομίσουν πωλήσεις, το περιβόητο τικάρισμα στα αντίστοιχα κουτάκια: φύλο, φυλή, μετα–αποικιοκρατία, σεξουαλικότητα, αυτομυθοπλασία, κλιματική αλλαγή κ.τ.λ. Αρκετά από αυτά είναι παρόντα εδώ.

Η Μπράουν δεν επενδύει στη διάχυτη ανάγκη να ειπωθεί αυτή η ιστορία ώστε να δικαιολογήσει την ύπαρξή της. Επιλέγει ένα μονοπάτι πιο επίφοβο, μια αφήγηση ελλειπτική και αλληλοκαλυπτόμενη, που ωστόσο δεν προκαλεί σύγχυση και αναγνωστικό εκνευρισμό, αλλά αποδεικνύεται αρκούντως λειτουργική ως αφηγηματικό όχημα και συνολική κατασκευή, χωρίς να υποτάσσεται αμαχητί σε μια αποστειρωμένη εγκεφαλικότητα. Ένα διαρκές παρόν, χωρίς πριν και μετά, χωρίς μπρος και πίσω, έτσι όπως όλα δείχνουν να συμβαίνουν ταυτόχρονα, όλα τα μονοπάτια να καταλήγουν στο ίδιο σημείο και από αυτό να εκκινούν. Καλοξεψαχνισμένο περιεχόμενο που δεν φυλλορροεί και δεν πλατιάζει εκτρέποντας τον βηματισμό, αλλά προσφέρει την απαραίτητη συνοχή και το διακριτό ύφος.

Γιατί μπορεί σε σύγκριση με το κυρίως σώμα της λογοτεχνίας, η Συνάντηση να μην κομίζει κάτι το αναπάντεχα ξεχωριστό και πρωτότυπο, στο υποείδος ωστόσο που ανήκει ως ένα βαθμό το κάνει, γι' αυτό και τελικώς ξεχωρίζει ανάμεσα σε μια υπό διαμόρφωση επικίνδυνη και αναμενόμενη ομοιογένεια. Καθοριστική, επίσης, αποδεικνύεται η απουσία συναισθηματικής καθοδήγησης ή εκβιασμού, η φωνή, σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, δεν απαιτεί να ακουστεί σε μια ένταση που δεν έχει το προνόμιο να το κάνει, που θα ξένιζε, δεν θα έπειθε και δεν θα μακροημέρευε, μια ακόμα φωνή σ' έναν θορυβώδες από τις κραυγές των πωλητών παζάρι. Παραμένει χαμηλόφωνη και εσωτερική, γεμάτη από την επίγνωση της μοναξιάς απέναντι στον έξω κόσμο που, παρά τη φαινομενική της ανέλιξη, κανείς δεν της επιτρέπει στιγμή να ξεχάσει ποια είναι και από πού προέρχεται, ποιες είναι οι ρίζες και οι περιορισμοί της, το καρότο που μετεωρίζεται μπροστά της και κάνει το μαστίγιο αναγκαίο κακό. Δεν απαιτεί αλλά ταυτόχρονα δεν επαιτεί λίγα κέρματα.

Και αν δεν φωνάξεις πώς περιμένεις να ακουστείς; Μία ερώτηση που απαντάται με ερώτηση: Και τι πραγματικά θα κερδίσω αν για μια και μόνη στιγμή ακουστώ;

Αυτή είναι η κρίσιμη απάντηση, που επεκτείνεται και στη λογοτεχνική αρένα στην οποία το βιβλίο εμφανίζεται. Πρόσκαιρη προσοχή, μια ακόμα φωνή ανάμεσα σε τόσες άλλες, μια ακόμα γονυκλισία, μια ακόμα ψευδαίσθηση πως ο προβολέας στρέφεται πια και έξω από τον κανόνα του προνομίου, πως το βήμα παραχωρείται χωρίς όρους και υστεροβουλία, από μια βασισμένη στην ενοχή παραδοχή της αδικίας χρόνων. Σε αφήνουν να μιλήσεις επειδή είσαι μια μαύρη γυναίκα και όχι γιατί έχεις κάτι να πεις, αυτό είναι το κύμα τώρα, μην περνιέσαι για καμιά ξεχωριστή, και αν δεν το λένε, το καθιστούν με τον τρόπο τους ξεκάθαρο και προφανές.

Η Μπράουν, συνειδητά ή μη, επιχειρεί να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σκοινί, να μην πέσει και τσακιστεί σε εκείνο που περιμένουν από αυτή, ένα ακόμα ανδρείκελο ισοτιμίας, αλλά να χρησιμοποιήσει την ευκαιρία, τι και αν είναι περιστασιακή, τίποτα δεν έχει κατακτηθεί ακόμα, κανένα προνόμιο δεν έχει καταπέσει, καμία αδικία δεν έχει επανορθωθεί, όχι οριστικά, όχι αμετάκλητα, η μάχη είναι σε εξέλιξη. Εκείνη την καίνε αυτά που προτίθεται να αφηγηθεί, δεν είναι μόδα, δεν είναι παροδικά, είναι η ταυτότητά της, ο τρόπος με τον οποίο στέκεται και ζει, όχι απαραίτητα υπό ιδεολογική στράτευση, αυτά που έχει να πει δεν ζέχνουν θεωρία αλλά μυρίζουν ζωή.

Η Συνάντηση είναι ένα ακόμα λιθαράκι σε ένα υπό διαμόρφωση μονοπάτι, μια απόπειρα να διαπλατυνθεί αυτός ο παραπόταμος, να μη λιμνάσει, να αποκτήσει λόγο ύπαρξης στο σύστημα γύρω από την κυρίως λογοτεχνική ροή, να αφομοιωθεί διακριτά και να μην απορροφηθεί, να μη στερέψει όταν το κύμα αλλάξει κατεύθυνση και η μόδα μεταβληθεί. Τέτοια βιβλία, όπως αυτό, είναι με τον τρόπο τους σημαντικά, τέτοιες απόπειρες είναι καθοριστικές έναντι στη στασιμότητα που αρκετοί, τρίβοντας τα χέρια τους, προσμένουν και ελπίζουν.

Συχνά, ένα πρωτόλειο έργο, όπως αυτό, μοιάζει με μια δοκιμή· ένα, δύο, τρία, τέσσερα, τέσσερα, ακούγομαι, ναι, ακούγεσαι. Ο κόσμος σιγά σιγά μαζεύεται τριγύρω, διάφοροι περαστικοί από περιέργεια στέκονται, ρωτούν τι και πώς, επαναλαμβάνουν το όνομα κάποιοι σπεύδουν να το σημειώσουν, αναρωτιούνται: τι έχει μετά;

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 
 
Μετάφραση Βαγγέλης Τσίρμπας
Εκδόσεις Gutenberg

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2025

Ο Αυτοκράτορας της Χαράς - Ocean Vuong

«Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να ζήσεις μονάχα μια φορά». Κουβάλησα αυτή τη φράση, την εναρκτήρια, στο μυαλό μου κατά την επιστροφή στο σπίτι, νωρίτερα, ενθουσιασμένος που έπιανα επιτέλους το βιβλίο στα χέρια μου, γύρισα την πρώτη σελίδα, το κριτήριο της πρώτης πρότασης, είναι κάτι σαν ιεροτελεστία πια. Κουβάλησα αυτή τη φράση με κάποια δυσθυμία, ανάλογη με εκείνη που είχα νιώσει όταν αντίκρισα τον τίτλο Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, ένιωθα έντονη τη γεύση της ποιητικής επιτήδευσης, του κλισέ και του ψευδοφιλοσοφικού στον ουρανίσκο έτσι όπως την επαναλάμβανα ξανά και ξανά. Και αν απέναντι στο πρώτο βιβλίο δεν είχα κάποιου είδους προσδοκίες, μια πρώτη επαφή με έναν ποιητή που έγραψε αυτομυθοπλαστική πρόζα, τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά, οι προσδοκίες ήταν στο φουλ, στο φουλ επίσης και η υποψία για μια μανιέρα, δεν είχα διαβάσει τίποτα σχετικά με την υπόθεση, είχα ωστόσο ακούσει καλά λόγια ως επί το πλείστον, η πρώτη αυτή φράση κάπως με έκανε να μαγκώσω. Ωστόσο, δεν είναι μόνο λάθος, αλλά και ανήθικο, να αποσπά κανείς μια μεμονωμένη φράση από ένα μυθιστόρημα και να την κρίνει, θετικά ή αρνητικά, εκτός του ευρύτερου πλαισίου.

Μια πόλη φανταστική, κάπου στη Νέα Αγγλία, στο Κονέκτικατ, στο πλευρό ενός ποταμού, η Ανατολική Χαρά, είναι το σκηνικό, ο χρόνος σχεδόν παροντικός, λίγα μόλις χρόνια πριν, επί προεδρίας Ομπάμα, ο Χάι, ένας δεκαεννιάχρονος με καταγωγή από το Βιετνάμ, φεύγει από το σπίτι λέγοντας ψέματα στη μητέρα του πως θα πάει στη Βοστώνη να σπουδάσει ιατρική, μια δεύτερη απόπειρα μετά την πρώτη που τον άφησε με ασήκωτο χρέος, θα γνωρίσει κάτω από ιδιότυπες συνθήκες τη Γκραζίνα, μια ηλικιωμένη με αρκετά θέματα υγείας, κυρίως σε σχέση με τη μνήμη, μετανάστρια εδώ και χρόνια από τη Λιθουανία, τελευταία κάτοικος ενός παραποτάμιου συμπλέγματος κατοικιών, εγκαταλελειμμένων πια, θα αποφασίσουν να ζήσουν παρέα. Στην ευρύτερη «παρέα» θα προστεθεί ο Σόνι, που πήρε το όνομά του από την εταιρεία, ξάδερφος του Χάι, με εμμονή τον αμερικανικό εμφύλιο, η μητέρα του φυλακισμένη για οικονομική απάτη, ο πατέρας του νεκρός, δουλεύει σε ένα φαστ φουντ, παρέα με την Μπι Τζέι, τον Ρωσία, τον Γουέην, τη Μορίν και τον Τομ.

Μια πόλη, φανταστική ως προς τη σύλληψη μονάχα, μια επαρχία εγκαταλελειμμένη, ένα ζοφερό τέλμα. Ο Βουόνγκ σε μια επίδειξη υψηλής τεχνικής καλωσορίζει τον αναγνώστη εκεί μέσα από ένα μακρύ και αργό τράβελινγκ, ένας ποιητής απέναντι στον σκληρό ρεαλισμό, τη σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού εφιάλτη, μακριά από τα υπερφωτισμένα, ελάχιστα σε σχέση με την έκταση της χώρας, τετραγωνικά, ένα πρώτο κεφάλαιο το οποίο θα μπορούσε να διδάσκεται στα πολυάριθμα πλέον εργαστήρια δημιουργικής γραφής ως υποδειγματική εκκίνηση, ως ακριβή τοποθέτηση του αναγνώστη στον χώρο και τον χρόνο του δράματος, και έτσι, όταν ο Χάι εμφανιστεί στη σκηνή, θα είναι ο,τι πιο φυσικό, τίποτα δεν θα χρειάζεται να προστεθεί παρά η εξέλιξη της πλοκής της ιστορίας, όλα τα υπόλοιπα παραφερνάλια θα είναι γνώριμα, οι σκέψεις, τα λόγια, οι σχέσεις, οι αποφάσεις των προσώπων, όλα θα φωτίζονται από το γκρίζο αυτό χρώμα· το περιβάλλον ως ξενιστής της ανθρώπινης πανίδας.

Η συνέχεια δεν στέκει στην ίδια υψηλή λογοτεχνική στάθμη, αναρωτήθηκα το γιατί, αφού μοιάζει με επιλογή και όχι με αδυναμία, ίσως, σκέφτομαι, να είναι ο τρόπος τού Βουόνγκ να πατήσει λογοτεχνικά στη γη, αφού πρώτα αιωρήθηκε πάνω από την πόλη, η ποιητικότητα του πρώτου κεφαλαίου, παρότι αποτυπώνει ένα περιβάλλον δύσκολο, δεν παύει να ρίχνει χρυσόσκονη, και η χρυσόσκονη, όταν πέσει στο έδαφος, γρήγορα ξεθωριάζει και διαλύεται, παρασύρεται από τα νερά της βροχής, ο,τι άλλο αποτελεί ευχή και ψέμα. Ακόμα και η στερεοτυπία αποδεικνύεται χρήσιμη, τίποτα το πρωτότυπο δεν έχει τελικά η ζωή των προσώπων αυτών, τίποτα το διαφορετικό από τη ζωή πολλών άλλων ανώνυμων. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως ο Βουόνγκ παραμελεί την πλοκή, το αντίθετο, παράλληλα της κεντρικής, που είναι η σχέση του Χάι με τη Γκραζίνα, διαπλέκει και τις υπόλοιπες υποϊστορίες, με τρόπο και ένταση που τις καθιστά εξίσου σημαντικές. Δεν είναι σύνηθες ο αναγνώστης να αναπτύσσει συναισθήματα για το σύνολο των προσώπων, συνήθως αυτό αναλώνεται στους πρώτους ρόλους της διανομής.

Τρεις πόλεμοι, ο Αμερικανικός Εμφύλιος, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Πόλεμος του Βιετνάμ, αποτελούν βασικό συστατικό του μυθιστορήματος που διαδραματίζεται εν καιρώ ειρήνης στο εσωτερικό της χώρας, ένα ιδιότυπο καταφύγιο για τα πρόσωπα της πλοκής, ένα μέρος στο οποίο ονειρεύτηκαν ένα καλύτερο αύριο, ένας τόπος στον οποίο τα ιδανικά αποτελούσαν αξία. Το ταραγμένο μυαλό της Γκραζίνα την επιστρέφει χρόνια πριν στη Λιθουανία, πεδίο μάχης Σοβιετικών και Ναζί, ζει ξανά την ταραχή εκείνη, την αγωνία να καταφέρει να διαφύγει στην Αμερική, συναντά τον πρώτο της έρωτα, θυμήθηκα Το Τρίτο Ράιχ του Μπολάνιο, το πώς σταδιακά το «παιχνίδι» μετατρέπεται σε πραγματικότητα. Το ταραγμένο μυαλό του Σόνι, η εμμονή με τον Αμερικανικό Εμφύλιο, οι λεπτομέρειες που γνωρίζει, η συνεχής επιστροφή του στις κρίσιμες μάχες και τις ηρωικές αποφάσεις. Ο Χάι που ήταν παιδί όταν εγκατέλειψε το Βιετνάμ, την ανελευθερία και την απειλή των Βιετκόνγκ, όπως του αφηγήθηκαν, βρέθηκε στη γη της επαγγελίας, τι είναι όμως αυτό μέσα στο οποίο έχει βρεθεί να παλεύει καθημερινά, τι σχέση έχει με όσα η μητέρα του ήλπισε πως θα βρει, η μητέρα του που δουλεύει όλη μέρα φτιάχνοντας νύχια και εκείνος με ένα τεράστιο χρέος στην πλάτη.

Και αν ο Χάι, ένα κάποιο άλτερ έγκο του ίδιου του συγγραφέα, μοιάζει να έχει τον πρώτο ρόλο, εκείνη που πραγματικά τον έχει είναι η Γκραζίνα, στην οποία και αφιερώνεται το βιβλίο αυτό. Απέναντι στη δικτατορία της νεότητας, η οποία κυριαρχεί, ο Βουόνγκ μέσω της ηλικιωμένης Λιθουανής, μας συστήνει τη μοναξιά και την ανημπόρια στο δείλι της ζωής, την πλήρη εγκατάλειψη και το τσάκισμα της αξιοπρέπειας, την αδυναμία να αποφασίσεις για τον εαυτό σου, το να είσαι έρμαιο συγγενών και κοινωνικών υπηρεσιών. Η Γκραζίνα μέσα μου κερδίζει μια θέση δίπλα σε δύο άλλες τρομερές γιαγιάδες της λογοτεχνίας, τη Μάριαν Λέδερμπι, στο Ακουστικό κέρας της Κάρινγκτον, και τη Γιανίνα Ντουσέικο, στο Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών της Τοκάρτσουκ.

Αν το Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι υπήρξε για κάποιους ακόμα ένα φο ρουμπίνι στο στέμμα της ιδιωτικής λογοτεχνίας, μην μπορώντας να δουν την επικράτεια πίσω από την ατομική ιστορία, Ο Αυτοκράτορας της Χαράς ίσως να τους εκπλήξει. Κατά τη γνώμη μου, παρότι πιο εμφανές εδώ, ο Βουόνγκ δεν κάνει κάτι διαφορετικό από το να παρατηρεί τον περίγυρο. Ένας ποιητής, παιδί μεταναστών, σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του, καταφέρνει να συνεχίσει τη σπουδαία αμερικανική λογοτεχνική παράδοση της ρεαλιστικής λογοτεχνίας, παραδίδοντας ένα σημαντικό μυθιστόρημα, σημαντικό όχι μόνο για τη λογοτεχνία αλλά για την εποχή την οποία ζούμε, υπενθυμίζοντάς μας ευγενικά πως απέναντι στην απανθρωποίηση και τη μισανθρωπία που επικρατούν ή τείνουν να επικρατήσουν, πέρα από τη φούσκα του περίγυρού μας, αναλογικού ή ψηφιακού, υπάρχει ένας άλλος κόσμος, τον οποίο αμελούμε ή κάνουμε πως δεν υπάρχει, θεωρώντας τα προνόμια μας, μικρότερα ή μεγαλύτερα, μια ασφαλή κατάθεση, υπενθυμίζοντάς μας, επίσης, πως η λογοτεχνία είναι ένα μπούνκερ, αλλά όχι πιο ασφαλές από την ανθρώπινη επαφή, ο,τι έχουμε, αν το έχουμε, ο,τι μπορούμε να έχουμε, ας το πω έτσι, είναι το ένα το άλλο.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Για το Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τις απίστευτες γιαγιάδες, τη Μάριαν Λέδερμπι εδώ και τη Γιανίνα Ντουσέικο εδώ.

Μετάφραση Δημήτρης Μαύρος
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025

Οι λεπτομέρειες - Ia Genberg

Προσδοκίες. Αυθαίρετες, υποκειμενικές. Αυτόνομα παρούσες. Χτυπούν την πόρτα και μπαίνουν και κάθονται, άλλοτε τις αναγνωρίζεις, το όνομα του συγγραφέα, η πρόταση μιας φίλης, ένα βραβείο, το θέμα, η χώρα, ο εκδοτικός οίκος, ο μεταφραστής, και άλλοτε σου μοιάζουν μυστήριες και ξένες, δεν ξέρεις γιατί σε επισκέφθηκαν, τι σου τάζουν πέρα από μια αόριστη διαβεβαίωση πως ίσως αυτό το βιβλίο να θέλεις να το διαβάσεις με τη μορφή κατεπείγοντος, άμεσα, τώρα, μόλις πήρε θέση στην προθήκη. Η Σουηδία ήταν κάτι που αναγνώριζα ως γεννήτρια προσδοκιών αντικρίζοντας τις Λεπτομέρειες. Πέρας τούτου ουδέν. Και τι με αυτό; Δεν δίστασα στιγμή να μιλάω γι' αυτό το βιβλίο, για το ένστικτο και τις προσδοκίες που είχα γι' αυτό το μικρής έκτασης μυθιστόρημα, διευκρινίζοντας, ακόμα και στον ίδιο μου τον εαυτό, πως δεν είχα θεμέλια για να στηρίξω τον ορίζοντα που με βιαστικές μολυβιές σκίτσαρα στο βάθος. Άλλο από την ανάγνωση δεν έμενε. Άργησα αλλά παράτησα ένα αδιάφορο βιβλίο, το αποφάσισα ενώ το άφηνα στο κομοδίνο λίγο πριν κλείσω τα μάτια μου να κοιμηθώ, ελπίζοντας πως θα σηκωθώ έγκαιρα ώστε να προλάβω το πρωί, ξεκούραστα και ήσυχα, να γυρίσω την πρώτη σελίδα από το επόμενο. Θα ήταν αυτό.

Μετά από μερικές μέρες με τον ιό στο σώμα μου, με πιάνει πυρετός και μου έρχεται η ιδέα να διαβάσω ξανά ένα συγκεκριμένο μυθιστόρημα και, μόλις κάθομαι στο κρεβάτι και το ανοίγω, καταλαβαίνω γιατί. Στην πρώτη λευκή σελίδα βρίσκω γραμμένο με μπλε στιλό, και με αναμφισβήτητα αναγνωρίσιμο γραφικό χαρακτήρα, τα εξής:

29 Μαΐου 1996
Περαστικά σου και γρήγορα. Στην κρεπερί Φίρα Κνοπ σερβίρουν γαλλικές τηγανίτες και μηλίτη. Περιμένω μέχρι τη μέρα που θα μπορέσουμε να πάμε ξανά εκεί.
Φιλιά (τα οποία προτιμούν τα χείλη σου), 
Γιοχάνα

Η ιδέα, σε συνθήκη ανημπόριας, να καταφύγεις σε ένα παλιό οχυρό, σ' ένα ασφαλές καταφύγιο, σε πείσμα του κινδύνου της απομάγευσης, είναι καθόλα οικεία, δεν είναι μόνο το βιβλίο αυτό καθαυτό, η γνώριμη, αν και ίσως στις λεπτομέρειες ξεχασμένη, ιστορία, το άνοιγμα της πρώτης σελίδας ανοίγει το κουτί των αναμνήσεων, ποιος ήσουν, με ποιον ήσουν, πώς ήσουν, πού ήσουν όταν το διάβασες, ίσως, από την ίδια την ανάγνωση, η συνθήκη εντός της οποίας έγινε να είναι πιο σημαντική, πιο καθοριστική, πιο δυνατή. Στην προκειμένη περίπτωση η αφηγήτρια επιθυμεί να διαβάσει ξανά την Τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ, ένα από τα πλέον εκκωφαντικά ντεμπούτα των τελευταίων δεκαετιών, απόφαση που μου υπενθύμισε πως είναι ένα βιβλίο που το σκέφτομαι συχνά, εκείνο το καλοκαίρι που κάθε μεσημέρι ο ουρανός άνοιγε και απελευθέρωνε με μανία την υδάτινη ροή, δώδεκα, δεκατρία χρόνια πριν, εκείνη, πίσω στο αφηγηματικό παρόν, γυρίζει την πρώτη σελίδα, διαβάζει την αφιέρωση, και τότε άρρωστη ήταν, αλλά δεν είναι αυτή η σύμπτωση το συγκλονιστικό, εκείνο ήταν το όνομα στο τέλος της αφιέρωσης, Γιοχάνα.

Δεν έχω την απαραίτητη σκευή ώστε να επιχειρηματολογήσω γιατί συμβαίνει, ή αν πάντα συνέβαινε, από τη μία αυτή η μανία με το πρωτότυπο, από την άλλη η δυσανεξία στο σιωπηλό, το ήπιο, το μη υπογραμμισμένα σημαντικό· ο φόβος μήπως χάσουμε τον χρόνο μας, πότε άραγε προέκυψε αυτή η συνισταμένη στην πράξη της ανάγνωσης, διαβάζοντας κάτι στο οποίο, γενικά και αόριστα λέμε, δεν συμβαίνει τίποτα, πέρα ίσως από την ίδια τη ζωή, κάποιου άλλου, του γράφοντος υποκειμένου. Πιπιλίζεται, και πιπιλιζόμενη χάνει το όποιο εμβαδόν αλήθειας, η άποψη πως πια είμαστε στην εποχή της καλλιτεχνικής ιδιωτείας, πια, λένε, δεν γράφεται οικουμενική λογοτεχνία, λες και οι ατομικές ιστορίες και η παρατήρηση του τριγύρω κόσμου δεν ήταν ανέκαθεν οι κύριες τροφοί της τέχνης του λόγου, λες και τα γράφοντα υποκείμενα και άρα και οι ιστορίες τους δεν ανήκουν στον σύνθετο και πολυποίκιλο κόσμο μας. Νιώθω, και πάλι δεν μπορώ να το αποδείξω, πως έχουμε να κάνουμε (και) με έναν κεκαλυμμένο ανταγωνισμό, πως αφού κάποιοι γράφουν, εκδίδονται και διαβάζονται, τότε κι εμείς ως μονάδες μπορούμε να κάνουμε το ίδιο, ίσως, ακόμα ακόμα, να μην το κάνουμε ακριβώς γιατί εκείνοι καταλαμβάνουν όλον τον διαθέσιμο χώρο.

Άφησα τα όσα έλεγα για τις Λεπτομέρειες, πριν ακόμα αρχίσω κιόλας να λέω γι' αυτές, για να κάνω την παραπάνω παρένθεση. Γιατί συνέβη αυτό; Ίσως γιατί προοικονόμησα αντιδράσεις άλλων αναγνωστών, ίσως γιατί, μπορεί και ταυτόχρονα, κάποια παράλληλη συζήτηση να έγινε και εντός μου, αυτή η πανταχού παρούσα ανάγκη πειστικής και ακριβής απάντησης στο ερώτημα γιατί μου άρεσε/γιατί δεν μου άρεσε ένα βιβλίο, αποτέλεσμα της οποίας, εν πολλοίς, είναι και αυτό το ίδιο το ιστολόγιο/ημερολόγιο ανάγνωσης.

Η Γένμπεργκ, άρρωστη και καταβεβλημένη από τον πυρετό, διασχίζει τα όρια του παρόντος, μπαίνει και μπλέκει στον λαβύρινθο της μνήμης και του παρελθόντος, των όσων απέμειναν, με όποιον τρόπο και αν αυτό συνέβη, από τότε παλιά. Όπως περιέγραψα παραπάνω την ανάγνωση, έτσι συμβαίνει και γενικότερα με τα περασμένα, το τι έγινε έχει προφανώς αξία και βάρος, αλλά είναι και τα γύρω τριγύρω παραφερνάλια που φωτίζουν αυτοβούλως την εικόνα, δημιουργώντας ένα καθοριστικό περίβλημα. Πρόσωπα που κάποτε υπήρξαν καθοριστικά και σημαντικά, αναπόσπαστο μέρος της τότε ζωής, τότε που ούτε μας περνούσε από το μυαλό, και αν το σκεφτόμασταν το αποδιώχναμε έντρομοι, πως υπήρχε η περίπτωση να χαθούν.

Χωρισμένο σε κεφάλαια αφιερωμένα στα πρόσωπα εκείνα που υπήρξαν και τώρα δεν υπάρχουν πια ως μέρος της ζωής της, η Γένμπεργκ χαμηλότονα, απόρροια ίσως και του πυρετού, πόσο αντιστικτική είναι εδώ η εικόνα που μας δημιουργεί η έκφραση πυρετώδης γραφή, ανασύρει και αναθυμάται τα πρόσωπα εκείνα και μέσω αυτών την ίδια, τότε παλιά. Γεννημένη το 1967, η Γένμπεργκ, που δεν προσπαθεί να μας πείσει πως είναι η ίδια η αφηγήτρια, το υποκείμενο της μνήμης και των συμβάντων, το θύμα ή ο θύτης, ανάλογα με την περίπτωση, έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής της στον αναλογικό κόσμο, τότε που μπορούσε εύκολα κάποιος να εξαφανιστεί απλώς μετακομίζοντας λίγους δρόμους παρακάτω, αρκεί να μην υπήρχε καταχώρηση με το όνομά του στον τηλεφωνικό κατάλογο, χωρίς την ψηφιακή διασύνδεση που μένει άψυχη να μας παραπλανά πως δεν χάνουμε τους ανθρώπους που δεν θέλαμε να χάσουμε αλλά χάσαμε, που τους χάσαμε ακόμα και αν δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Και αυτή η μεταβλητή είναι καθοριστική, πάντα κατά τη γνώμη μου, για την πρόσληψη της αφήγησης, της συγκεκριμένης ανάληψης από το παρελθόν.

Δεν με ενδιαφέρει αν η ιστορία που διαβάζω είναι πραγματική, μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια, ή επινοημένη, μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια. Διόλου δεν με ενδιαφέρει. Όταν διαβάζω, διαβάζω μια αφηγηματική κατασκευή, τον τρόπο κάποιου να αφηγηθεί μια ιστορία. Και, επαναλαμβάνοντας τα της διαίσθησης και της μη σκευής, πιστεύω ακράδαντα πως περισσότερες πιθανότητες έχει ένας συγγραφέας να μιλήσει οικουμενικά αν αυτό δεν αποτελεί προγραμματική πρόθεση, παρά το αντίθετο.

Η Γένμπεργκ γράφει με έναν τρόπο που με γοητεύει, στο μυαλό μου γυναικείο, που τις απαρχές τις εντοπίζω στη Γουλφ και μετέπειτα στον αγγλοσαξονικό κόσμο της γραφής, εγκεφαλικός χωρίς να λείπει το συναίσθημα, σίγουρα χωρίς να λείπει το συναίσθημα, αλλά όχι έρμαιο σε αυτό, μια γλώσσα ήπια, χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, με έναν χαρακτήρα οριακά στωικό, χωρίς να παραγνωρίζει ούτε τη δύναμη ούτε όμως και την αδυναμία. Διάβασα πρόσφατα Τα πρόσωπα της Δανής Τούβε Ντιτλέουσεν, γεννημένη πενήντα χρόνια πριν από τη Γιένμπεργκ, και τώρα, διαβάζοντας τις Λεπτομέρειες ένιωσα μια παράδοξη οικειότητα στη φωνή και τον τρόπο, μια συγγένεια που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στα της λογοτεχνίας αλλά αποδίδει, ή αφήνει την αίσθηση τέλος πάντων πως αποδίδει, ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά συστατικά.

Φιοριτούρες και εντυπωσιασμοί εδώ δεν υπάρχουν. Μια τέτοια απόπειρα θα ερχόταν σε ευθεία ρήξη με το προσωπικό, τότε ναι, το ατομικό θα επέπλεε στην επιφάνεια της ασημαντότητάς του, καθώς η στόχευση θα ήταν να προκαλέσει το συναίσθημα, θαυμασμό ή λύπηση μικρή σημασία έχει. Καμία σοφία δεν θα ξεστομίσω αν ισχυριστώ πως ο τρόπος έχει σημασία μεγαλύτερη από το περιεχόμενο, αυτός είναι που μπορεί μια απλή ιστορία, γιατί κάθε ατομική ιστορία στο πλάι της μεγάλης ιστορίας ούτε καν ορίζεται, να σταθεί ως αφήγηση. Και αν καταφέρει και σταθεί, τότε ίσως μπορέσει να ξεπεράσει τα αρχικά της όρια, εκείνα που αφορούν αποκλειστικά το υποκείμενα και τα τριγύρω από αυτό πρόσωπα της ιστορίας, και να δημιουργήσει κοινό έδαφος, έστω και αν όχι κοινής σύστασης, με το αναγνωστικό υποκείμενο. Και Οι λεπτομέρειες ήταν ακριβώς αυτό.

Η λογοτεχνία, όπως και όλα, δεν χωρίζεται στα δύο, αλλά γιορτάζει στο μεσοδιάστημα τους.

υγ. Για Τα πρόσωπα της Δανής Τούβε Ντιτλέουσεν έγραψα αυτό.

Μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης
Εκδόσεις Gutenberg

 

Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Περί γάμου και χωρισμού - Rachel Cusk

Συζητούσα με έναν νεαρό πελάτη στη δουλειά γύρω από τα βιβλία της Κασκ. Δεν ξέρω, μου είπε, αν όντως μου αρέσει, θυμάμαι, ωστόσο, να διαβάζω την τριλογία της μαγνητισμένος. Συχνά οι άλλοι εκφράζουν με ακρίβεια, εν τη ρύμη του λόγου τους, πράγματα σκόρπια που για καιρό σκεφτόμαστε. Μαγνητισμένος, ναι, αυτή ήταν η ακριβής περιγραφή, αυτό και το αίτημα για την ανάγνωση που τώρα είχα ανάγκη. Είχα μόλις τελειώσει Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήθελα περισσότερο οξυγόνο, ήθελα όμως και να μείνω σε μια προσωπική γραφή. Έτσι τράβηξα το βιβλίο αυτό από τη στοίβα.

Συχνά ως κριτήριο κρίσης ενός βιβλίου διατυπώνεται το ερώτημα: τι θα θυμάσαι από αυτό σε λίγο καιρό; Δεν ξέρω, είναι η απάντηση. Νιώθω, επίσης, πως το ερώτημα αυτό είναι τεχνηέντως ύποπτο, αφού επιχειρεί να συνδέσει το αδάμαστο και ακατανόητο κτήνος της μνήμης στη διαμάχη με τη λήθη με την ποιοτική λογοτεχνία. Λίγα χρόνια πριν, το 2019, όταν διάβασα το Περίγραμμα της Κασκ, το πρώτο βιβλίο της που διάβαζα, μου άρεσε πολύ, παρότι δυσκολεύτηκα να διατυπώσω τα της ανάγνωσης με λέξεις από τη φαρέτρα της εμπειρίας, έμοιαζε με ένα βιβλίο αυτοβιογραφικής φύσης, αλλά ταυτόχρονα ήταν, ένιωθα πως ήταν, αρκετά διαφορετικό. Ο Κώστας Καλτσάς, στο επίμετρο της έκδοσης, αναφέρθηκε στο γελάκι που θα σχηματιζόταν στα χείλη του Μαρσέλ Προυστ αν μας άκουγε να μιλάμε για αυτομυθοπλασία, δεν είχε άδικο στη βάση του σκεπτικού, ωστόσο, θα επιμείνω, αυτό εδώ ήταν κάτι το διαφορετικό.

Από τότε κύλησε νερό στον μύλο της αυτομυθοπλασίας, η Ανί Ερνό πήρε νόμπελ, οι παρουσιάσεις του Εντουάρ Λουί είναι ασφυκτικά γεμάτες, οι προπαραγγελίες για το καινούργιο βιβλίο του Όσεαν Βουονγκ προκαλούν ίλιγγο. Αυτό το φρέσκο που αρχικά αρκούσε για να προκαλέσει αναγνωστική ευδαιμονία, η παιγνιώδης εμπλοκή του γράφοντος προσώπου ως ανώνυμο πρόσωπο της πλοκής, αυτή η ιδιότυπη παρατήρηση του εαυτού, με τον καιρό δεν είναι από μόνα τους αρκετά. Κάθε τι, λένε οι Ισπανοί, πέφτει από το ίδιο του βάρος. Πολύ σοφά μιλάνε. Συνεχίζω να δοκιμάζω αναγνώσεις αυτού του ύφους, κάποιες τις απολαμβάνω λιγότερο και κάποιες περισσότερο, δεν είναι παράξενο αυτό, κάθε άλλο.

Συχνά πυκνά αναρωτιέμαι, ωστόσο, γιατί με έλκει αυτή η lo-fi και ήπια λογοτεχνία, προερχόμενη κυρίως από θηλυκότητες, γιατί λειτουργεί με τον τρόπο της καταπραϋντικά μέσα μου. Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε ένας πολύ καλός δίσκος, η Ακίδα του Τσόλιμον. Είχα πολύ καιρό να απολαύσω έναν εγχώριο δίσκο από την αρχή ως το τέλος, και ακόμα περισσότερο να νιώσω πως οι στίχοι δεν είναι ενοχλητικοί και επιζήμιοι για την ακουστική εμπειρία, κάθε άλλο. Στο τραγούδι Δεν με νοιάζει, που μόνο και ως τίτλος είναι σημαντικό για μένα σε διάφορα επίπεδα, λέει: Και όμως κάθομαι και διαβάζω/ Και αναρωτιέμαι γιατί το κάνω/ Ενώ θα μπορούσα απλώς να αράζω/ Βλέπεις, είναι η τρικυμία μου/ Που γαληνεύει μονάχα/ Χαρτογραφώντας την ανθρώπινη/ Εμπειρία μου. Σε αυτή τη συστάδα στίχων διέκρινα την απάντηση που γύρευα στα παραπάνω ερωτήματα.

Καλώς ή κακώς, μας αρέσει ή δεν μας αρέσει, ζούμε τον θρίαμβο (πανωλεθρία αν προτιμάτε) της ιδιωτείας και διαμέσου αυτής καλούμαστε να πλοηγηθούμε στη συντριπτική επικράτεια του επί της γης περάσματός μας. Η ανάγνωση για μένα είναι ίσως το κύριο κανάλι μέσω του οποίου «η τρικυμία μου γαληνεύει μονάχα χαρτογραφώντας την ανθρώπινη εμπειρία μου». Δεν αναφέρομαι, καθόλου όμως, σε κάποιου είδους ταύτιση, σε μια λογοτεχνία γεμάτη από ήρωες και αντίστοιχης ποιότητας πράξεις. Ούτε η ανάγκη για μια ματιά μέσα από την κλειδαρότρυπα, ούτε η ο διαρκής έλεγχος για την πιστότητα των γεγονότων. Δεν συμβαίνει αυτό εδώ. Άλλωστε η εκ των υστέρων αφήγηση, όσο ακριβής και αν θεωρούμε πως είναι, δεν παύει να είναι μια μυθοπλαστική σύνθεση έντονα υποκειμενική, συχνά παραπλανητική και απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του γράφοντος υποκειμένου, μια εκ των υστέρων ιδιότυπη όσμωση. Η αναμέτρηση με τον κόσμο, το άθροισμα των προνομίων, των δυσκολιών, των τυχαιοτήτων, της διαφορετικότητας, των αντιφάσεων, της ματαιότητας ή της σκοπιμότητας, των μονόδρομων ή των εναλλακτικών διαδρομών, η αγωνία και η ανάγκη για αφήγηση, η ανάγκη κυρίως για μια αργή κίνηση και παρατήρηση, για μια στιγμή ησυχίας εν μέσω μιας διαρκής καταιγίδας, όλα αυτά και άλλα τόσα ίσως, συνθέτουν τη λογοτεχνία αυτή για την οποία μιλώ, καθιστώντας την με τον τρόπο τους σημαντική για μένα. Στις πηγές της λογοτεχνίας αυτής, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του λογοτεχνικού παρελθόντος, θα διέκρινα τη Βιρτζίνια Γουλφ.

Το Περί γάμου και χωρισμού κυκλοφόρησε το 2012, η τριλογία (Περίγραμμα, Μετάβαση, Κύδος) ακολούθησε ανά δύο χρόνια, αρχής γενομένης το 2014. Θέτω την ημερολογιακή διαδοχή αυτών των τεσσάρων βιβλίων της Κασκ, γιατί ένιωσα πως η τριλογία, που ορθώς έγινε δεκτή ως μυθοπλασία, ως αυτομυθοπλασία έστω, πήγασε από το βιβλίο εκείνο, το οποίο, ίσως επειδή προηγήθηκε του όρου αυτομυθοπλασία, εντάχθηκε στην κατηγορία Απομνημονεύματα ή Αυτοβιογραφία. Έχει και αυτό το επιπρόσθετο ενδιαφέρον η ανάγνωση αυτών των τεσσάρων βιβλίων, η απόπειρα να διακρίνει κανείς τα όρια και τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους. Αν κάποιος περιμένει μια τυπική αυτοβιογραφική εξιστόρηση του τέλους ενός γάμου, τότε μάλλον θα απογοητευτεί, αν γυρεύει συμβουλές και βοήθεια, τότε είναι που θα απογοητευτεί στα σίγουρα, αν όμως κάποιος αναγνώστης της τριλογίας θεωρήσει πως το συγκεκριμένο δεν τον ενδιαφέρει, τότε μάλλον θα χάσει ένα βιβλίο του γούστου του.

Ποιος θα διάβαζε την ιστορία μιας ξένης γυναίκας σχετικά με τον γάμο ή το διαζύγιο της; Κανείς, έστω ελάχιστοι. Εδώ καλά καλά δεν έχουμε την υπομονή και τη διάθεση να ακούσουμε μια ακόμα τέτοια ιστορία από κοντινούς μας ανθρώπους. Αφού παραπάνω περιέγραψα πως το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι δοκίμιο, ούτε καν αυτοδοκίμιο, όχι με τον τρόπο που Οι αργοναύτες της Νέλσον είναι, τότε εκείνο το μοναδικό στο οποίο μπορεί να ποντάρει τις προσδοκίες του ένας υποψήφιος αναγνώστης άλλο δεν είναι παρά η λογοτεχνική αξία της αφήγησης της Κασκ.

Και η Κασκ είναι μια δεινή αφηγήτρια, παρότι καταφεύγει στον γνώριμο και βιωμένο ταμιευτήρα για να αντλήσει πρόσωπα και γεγονότα. Κάθε παράγραφος, κάθε μικρό θραύσμα υποϊστορίας εκκινεί με μια απλή εισαγωγική φράση, όπως για παράδειγμα: Κάθε εβδομάδα οδηγώ επί τρία τέταρτα κατά μήκος της ακτής για να συναντήσω τον Ψ./ Συναντιέμαι με την πιο παλιά μου φίλη -την Τ.- για ένα ποτό./ Φεύγω για μερικές μέρες με τα παιδιά και όταν επιστρέφω με επισκέπτεται η γειτόνισσα. Μιλώντας για ανθρώπινη εμπειρία και έχοντας ξεκαθαρίσει πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια δοκιμιακή γραφή ή ένα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας θα συμφωνούσαμε θεωρώ πως το κρίσιμο είναι η αληθοφάνεια. Προσοχή, προσοχή. Δεν αναφέρομαι στα γεγονότα ή τα πρόσωπα, άλλωστε η αυτομυθοπλασία διαθέτει αυτή την ελάχιστη μεμβράνη που στέκεται ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο συνθετικό. Αν κάποιος δεν μπορεί να αποδεχθεί αυτή τη σύμβαση, τότε μάλλον το υποείδος αυτό δεν είναι του γούστου του.

Η Κασκ είναι μια δεινή αφηγήτρια γιατί η πρόζα της έχει κάτι το πειστικό και ταυτόχρονα χειρουργικό, έτσι όπως ανασύρει, συνθέτει, συνδυάζει, επεξεργάζεται και αφήνει στο χαρτί ένα πυκνό υλικό καταγραφής και επεξεργασίας της δικής της ανθρώπινης εμπειρίας. Και αυτό δίνει λογοτεχνική υπηκοότητα στο αποτέλεσμα, την ώρα που του αφαιρείται η αντίστοιχη δοκιμιακή. Έχουμε έναν δέκτη με πολλά κανάλια, με διάφορα επίπεδα καταγραφής της καθημερινής εμπειρίας και έναν μίκτη επεξεργασίας των δεδομένων πριν από την έξοδο στα ηχεία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνθέτει το βίωμα αυτό που ταυτόχρονα ενισχύει αλλά και υπονομεύει το αληθοφανές του τελικού αποτελέσματος, αυτό που το καθιστά, κατά τη γνώμη μου, μυθοπλασία, με μια πύκνωση που ίσως δεν διακρίνεται σε μια επιφανειακή και γρήγορη ανάγνωση. Μου έχει κολλήσει μια παρομοίωση: Ο τρόπος της Κασκ, της καλής αυτομυθοπλασίας εν γένει, είναι σαν κάποιος να περιγράφει τα δόντια του, τη μασητική εμπειρία, ένα κομματάκι κρέας που σκάλωσε και η οδοντογλυφίδα δεν τα κατάφερνε, ένα ελάχιστο φύλλο μαρουλιού κολλημένο ανάμεσα στα μπροστινά δόντια, τις επώδυνες επισκέψεις στον οδοντίατρο κτλ κτλ και όσο διαβάζεις αυτό το μάλλον αδιάφορο άθροισμα από οδοντικές εμπειρίες, ξαφνικά και αδιόρατα εμφανίζονται πυκνές ρίζες, κρυφές κύστες που δεν προειδοποιούν δια του πόνου, και φτάνει ίσως μέχρι το πρώτο ξέσκισμα του ούλου για την κάθοδο του πρώτου νεογιλού δοντιού και του μη κατανοητού και αβάσταχτου πόνου χωμένου βαθιά στη ντουλάπα της ζωής πριν τη μνήμη. Και καθόλου δεν θα βοηθήσει η οδοντική εμπειρία κάποιου, ακόμα και αν είναι ο πλέον επιμελής φροντιστής.

Η γραφή της Κασκ με μαγνητίζει.

υγ. Σύνδεσμος για την Ακίδα του Τσόλιμον εδώ. Για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα εδώ. Οι αργοναύτες της Νέλσον εδώ. Για τα υπόλοιπα έργα της Κασκ εδώ.

Μετάφραση Θεοδώρα Δαρβίρη
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Φαινότυποι - Paulo Scott

Η Βραζιλία, αναλογικά με το μέγεθός της, ίσως να είναι η πλέον «αδικημένη» λογοτεχνικά χώρα στα διαβάσματά μου. Για να επιβεβαιώσω την υποψία μου αυτή, ανέτρεξα στο αρχείο του μπλογκ, επτά συγγραφείς όλοι και όλοι, μόνο μία γυναίκα, εννέα κείμενα συνολικά, κάθε άλλο παρά πλούσια συγκομιδή, δηλαδή, η διαίσθησή μου αποδείχτηκε σωστή. Αντίθετα με άλλες γωνιές του πλανήτη, στη λογοτεχνία των οποίων με φοβίζει και με κρατάει μακριά η εξωτικότητα, η Βραζιλία, πάντα λογοτεχνικά μιλώντας, μοιάζει να είναι «θύμα» της συγκυρίας, απλά έτυχε, σκέφτομαι, όσο κάτι μπορεί να τύχει. Όταν έπιασα στα χέρια μου το μυθιστόρημα του Πάουλο Σκοτ, Φαινότυποι, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά, δεν σκεφτόμουν καθόλου κάποιας μορφής επανόρθωση, η επιθυμία μου να διαβάσω άμεσα το βιβλίο αυτό είχε κυρίως να κάνει με τη μεταφραστική υπογραφή και το ένστικτο.

Τα τελευταία χρόνια, καλοδεχούμενα, η λογοτεχνική παραγωγή εμπλουτίζεται με ολοένα και περισσότερα δείγματα μεταποικιακής γραφής, τα θύματα παίρνουν, έστω και ετεροχρονισμένα, τον λόγο από τους λευκούς άντρες που διατηρούσαν για πολύ καιρό το μονοπώλιο, γράφοντας την ιστορία ως είθισται να κάνουν οι νικητές. Ένα από τα οφέλη της λογοτεχνίας είναι η επαφή με πράγματα προφανή που ωστόσο ποτέ δεν είχαν πάρει συγκεκριμένη μορφή στο μυαλό του αναγνώστη. Στην προκειμένη περίπτωση ο ρατσισμός με βάση το χρώμα του δέρματος στη Βραζιλία, προφανές αλλά δεν το είχα ποτέ κάνει λέξεις. Αντλώ συνοπτικά από το επίμετρο της μεταφράστριας: «Η κατασκευή ταυτότητας του μαύρου ατόμου στη Βραζιλία είναι μια κατασκευή της λευκοκρατίας, που θέλησε να πειθαρχήσει και να ιεραρχήσει τις μαύρες και τους μαύρους σύμφωνα με τη χρώση του δέρματός τους, δηλαδή σύμφωνα με τον ευκολότερο τρόπο να διακρίνει οπτικά τον άλλον, και να κατανοεί όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μπορούν να τον συνδέσουν με την αφρικανικότητα» (Devulsky, 2021, σ. 26). Ρατσισμός γνωστός και ως κολορίσμο.

Ο Φεντερίκο και ο Λορένσο είναι αδέρφια, από τους ίδιους γονείς, ο Φεντερίκο περνά για λευκός, ο Λορένσο είναι μαύρος, ο πρώτος απολαμβάνει τα προνόμια, αλλά και την ενοχή αυτών, ο άλλος υπόκειται στην αγριότητα του ρατσισμού. Ο Φεντερίκο, σε πρώτο πρόσωπο, αφηγείται μια ιστορία σε τρία μέρη, που διαδέχονται το ένα το άλλο, ώσπου να έρθουν να συναντηθούν και να δώσουν το πλήρες ανάπτυγμα. Οι αναλήψεις από το κοντινό και μακρινό παρελθόν, η συμμετοχή του σε μια επιτροπή με θέμα τις ποσοστώσεις των φοιτητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τα μπλεξίματα της ανιψιάς του η οποία συλλαμβάνεται σε μια διαμαρτυρία με όπλο στην κατοχή της. Ο Σκοτ με μια πρόζα σαγηνευτική, δείγμα λογοτεχνίας υψηλής στάθμης, οργανώνει μαεστρικά το ετερόκλητο αυτό υλικό, πετυχαίνοντας να απαλλαγεί από θεματική μονομέρεια και να αποδώσει με ρεαλιστικό τρόπο τη ζωή του Φεντερικό και της οικογένειάς του. Παρότι, θέλω να πω, το κυρίως θέμα μοιάζει να είναι η πολεμική που η ποσόστωση των φοιτητών εγείρει στη βραζιλιάνικη κοινή γνώμη, ο Σκοτ δεν εγκλωβίζεται σε αυτό, δεν επιθυμεί άλλωστε να καταθέσει με τρόπο δοκιμιακό την άποψή του, σκοπός του είναι η παραγωγή λογοτεχνίας, να γράψει ένα μυθιστόρημα, ένα πολύ καλό μυθιστόρημα για την ακρίβεια.

Δεν μπορώ να μιλήσω με βεβαιότητα για το μακρινό παρελθόν, θεωρώ ωστόσο πως η απόλυτη προσήλωση ενός ατόμου σε έναν σκοπό, χωρίς η λογοτεχνική αποτύπωση της προσήλωσης αυτής να διανθίζεται και με το υπόλοιπο εύρος της καθημερινότητάς του, πράγματα μικρά και ασήμαντα, όπως μια ερωτική απογοήτευση ή οι αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια ή, ακόμα ακόμα, η επιθυμία για μια μπύρα ένα ζεστό απόγευμα, αλλά και πράγματα πιο σημαντικά όπως τα μπλεξίματα της ανιψιάς του με τον νόμο ή η ενοχή που το τυχαίο προνόμιο γεννά, κάτι το χαλκευμένο και διόλου πειστικό θα είχε ως αποτέλεσμα, ιδιαίτερα στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Φεντερίκο. Όχι γιατί απαραίτητα η σύγχρονη ζωή δεν διέπεται από υψηλά ιδανικά, αλλά γιατί είναι πολύ πιο σύνθετη και διασπασμένη, και η λογοτεχνία, σκιαγραφώντας την οφείλει να αποδεχτεί το χαρακτηριστικό της αυτό, αν επιθυμεί να μπορεί να σταθεί αντιπροσωπευτική αυτής, να μην ξενίζει.

Ισχυρίζομαι συχνά πως στη λογοτεχνία το πώς έχει μεγαλύτερη σημασία από το τι, καθώς όλες οι ιστορίες μοιάζει να έχουν ειπωθεί, ωστόσο, βιβλία όπως αυτό, έρχονται να λειτουργήσουν ως εξαιρέσεις ενός κανόνα φαινομενικά παντοδύναμου μες την απλοϊκότητα της διατύπωσής του. Οι Φαινότυποι πέρα από την τεχνική τους αρτιότητα, ή ίσως και ως αποτέλεσμα αυτής, αφηγούνται μια τρομερά ενδιαφέρουσα ιστορία, απαλλαγμένη από την υπερβολή και την εξωτικότητα. Ο καλοδουλεμένος μακροπερίοδος λόγος, η απαλοιφή των περιττών σημείων στίξης, η ενσωμάτωση του πλάγιου λόγου στην πρόζα, το γαϊτανάκι αλληλοδιαδοχής των ιστοριών, τα δευτερεύοντα πρόσωπα της πλοκής που έχουν διαστάσεις, το ταπεινό με το υψηλό στη σκέψη, η ανθρωπινότητα, η αποφυγή διδακτισμού και κατήχησης, η μη διάκριση σε ζεύγη λευκού μαύρου, η έλλειψη εκβιασμού στο συναίσθημα, συναίσθημα που κατακλύζει το μυθιστόρημα από άκρη σε άκρη, όσα δεν λέγονται αλλά συμβαίνουν, είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά εκείνα της γραφής του Σκοτ που καθιστούν το μυθιστόρημα αυτό σπουδαίο, πράγματι σπουδαίο χωρίς να το φωνάζουν, χωρίς να το απαιτούν, χωρίς να περιαυτολογούν, χωρίς να λένε διαρκώς και επισταμένως: δείτε με, δείτε με τι σπουδαία που γράφω.

Χαρακτήρισα παραπάνω την πρόζα του Σκοτ σαγηνευτική. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό είναι το κύριο γνώρισμά της ή αν αυτή η αίσθηση έχει να κάνει με την αβίαστη ροή της, σίγουρα δουλεμένης ξανά και ξανά, πρόταση την πρόταση, λέξη τη λέξη, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, το ίδιο, πώς αλλιώς, ισχύει και για τη μετάφραση της Ψυλλιά, και ας πρόκειται για αίσθηση και όχι για κάτι που μπορώ τεχνικά να αποδείξω.

Οι Φαινότυποι, σήμερα έχουμε δεκαπέντε Μαΐου, είναι σίγουρα ένα από τα βιβλία της χρονιάς μου.

υγ. Για τα υπόλοιπα βιβλία προερχόμενα από τη Βραζιλία περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία - Mario Benedetti

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, στιγμή δεν έπαψα να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν μόλις φέτος να μεταφράστηκε και να κυκλοφόρησε στα ελληνικά ένα βιβλίο όπως αυτό, του οποίου ο συγγραφέας, ο Ουρουγουανός Μάριο Μπενεντέττι, είναι ένας από τους μεγάλους της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, κυρίως ως ποιητής, αδιαμφισβήτητα μέλος του κανόνα. Και αναρωτιόμουν, πέρα της εν γένει σπουδαιότητας του Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία, και εξαιτίας της διαδεδομένης αγάπης μας για αυτή τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα του πιο πολιτικά στρατευμένου σκέλους της.

Ο Σαντιάγο είναι πολιτικός κρατούμενος στην Ουρουγουάη εξαιτίας της δράσης του ενάντια στη στρατιωτική, δια της βίας εγκαθιδρυμένης, εξουσίας. Η Γκρασιέλα, η γυναίκα του, η εννιάχρονη κόρη του και ο πατέρας του βρίσκονται εξόριστοι, μακριά από την πατρίδα, παλεύοντας να στήσουν εκεί μια νέα ζωή. Η αλληλογραφία, παρότι λογοκριμένη, αποτελεί για τον Σαντιάγο το μόνο καταφύγιο ελπίδας και σύνδεσης με τον έξω κόσμο. Ωστόσο, η απουσία του ταλανίζει την ερωτική αγάπη της Γκρασιέλα, που σύντομα βρίσκει καταφύγιο στην αγκαλιά του Ρολάντο, επιστήθιου φίλου του Σαντιάγο.

Σύμφωνα με την υπόθεση έχουμε μια μάλλον τετριμμένη ιστορία αγάπης, παρότι ο λόγος της απουσίας του Σαντιάγο είναι πολιτικός, αυτό ελάχιστα μεταβάλλει την αναγνωστική προδιάθεση. Και όμως, το Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία, δεν είναι μόνο ή ακόμα μία ιστορία αγάπης, εγκατάλειψης και προδοσίας αλλά ένα σύνθετο έργο υψηλής λογοτεχνικής στάθμης. Το μυθιστόρημα αποτελείται από μια σπονδυλωτή αφηγηματική εναλλαγή, οι ιστορίες των προσώπων διαδέχονται η μία την άλλη, με τη κάθε μία να συμπεριλαμβάνει και να αναδεικνύει τα συστατικά που αποτελούν την ταυτότητα και την καθημερινότητα του κάθε προσώπου. Αυτή η διαρκής εναλλαγή επιτρέπει στον συγγραφέα να παρουσιάσει σύγχρονα μεταξύ τους τις διάφορες οπτικές γωνίες, χωρίς ωστόσο να παίρνει συναισθηματικά μέρος χωρίζοντας τα πρόσωπα σε καλά ή τυχερά, λιγότερο ή περισσότερο θύματα της πολιτικής βίας και του ζόφου που συνωστίζεται πάνω από τη χώρα.

Ο Μπενεντέττι, προείπα, είναι κυρίως γνωστός για την ποίησή του, ποίηση απλή και πολιτική, χωρίς φανφάρες, χωρίς όμως και εκπτώσεις, λαϊκή και όχι εξεζητημένη, γι' αυτό και συνυφασμένη με τους αγώνες και τα βάσανα ενός λαού και μιας ολόκληρης ηπείρου, που ταλανίστηκε, και ακόμα ταλανίζεται, από βίαιες και αντιδραστικές αρχές, μακριά από τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία. Παρότι ποιητής, ίσως όμως και εξαιτίας αυτού, ο Μπενεντέττι δεν εγκλωβίζεται στην ποιητικότητα, δεν παρασύρεται από τον λυρισμό και τις ωραίες λέξεις, αλλά αντίθετα μετράει την κάθε μια, τη ζυγίζει καλά να δει αν χωράει ή αν περισσεύει, την τοποθετεί με φροντίδα στη θέση της, επιστρέφει και ελέγχει ξανά, μέχρι να σιγουρευτεί. Εδώ υπάρχουν σελίδες που ανήκουν στο λογοτεχνικό πάνθεον, ασύλληπτης, παρότι σκληρής, ομορφιάς.

Ο συγγραφέας στέκεται αντιμέτωπος με την πολιτική απολυταρχία, που στηρίζεται στον φόβο, τον ζόφο και τον εξαναγκασμό, όχι απλώνοντας λαμπερά χρώματα στον καμβά, όχι εξαναγκάζοντας συναισθηματικά τον αναγνώστη, όχι ποντάροντας σε μια ανέξοδη αλλά και αδιέξοδη ελπίδα πως τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, αργά ή γρήγορα και αναπόφευκτα, αφού για να πάνε όντως καλύτερα πολύ μεγάλη προσπάθεια απαιτείται, δεν το λέει ευθέως αυτό, δεν εξαναγκάζει τον αναγνώστη να το αποδεχτεί, τον καλεί να φτάσει στην ακτή μονάχος του. Αυτή είναι η ιστορία πέντε προσώπων, αλλά και η ιστορία ενός λαού ολόκληρου, πέρα από όποιο εγκλωβισμό σε χρόνο και τόπο.

Ο Μπενεντέττι δεν φωνάζει ούτε το πολιτικό, ούτε το ερωτικό, ούτε το λογοτεχνικό και αυτή η ησυχία είναι καθοριστική για να αναδείξει και τα τρία, η Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία είναι και πολιτικό και ερωτικό και υψηλά λογοτεχνικό έργο. Κανένας από τους τρεις άξονες δεν επικρατεί έναντι των άλλων, το μυθιστόρημα λειτουργεί εξαιτίας και των τριών, αυτοί είναι που προσφέρουν τον σκελετό πάνω στον οποίο ο συγγραφέας έρχεται να προσθέσει τις λέξεις, τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Οι αντιθέσεις, οι αντιστίξεις και οι αντιφάσεις της ανθρώπινης ζωής, της ατομικότητας στη σκιά της πολιτικής και της ιστορίας είναι αυτές που απαρτίζουν κάθε σπουδαίο και οικουμενικό έργο, που πετυχαίνει να αποτυπώσει το πώς είναι δυνατόν κάτω από τη μπότα της πιο σκληρής δικτατορίας ο άνθρωπος να ερωτεύεται και να συνεχίζει να ελπίζει, παλεύοντας να επιζήσει και να υψώσει το όποιο ανάστημα διαθέτει απέναντι στο μαύρο.

Είναι ίσως νωρίς αλλά είναι βέβαιο, το Άνοιξη με μια σπασμένη γωνία είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2024, καίτοι γραμμένο πριν από σαράντα χρόνια, σε έναν κόσμο φαινομενικά διαφορετικό αλλά, δυστυχώς, οικείο. Σπουδαία λογοτεχνία που στα ελληνικά ευτύχησε να μεταφραστεί από τον Κώστα Αθανασίου.

υγ. Το βιβλίο αυτό του Μπενεντέτι συνομιλεί με ένα άλλο, το Φιλί της Γυναίκας Αράχνης, του Αργεντινού Μανουέλ Πουίχ. Περισσότερα θα βρείτε εδώ.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Μετάφραση Κώστα Αθανασίου
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 14 Απριλίου 2025

Ο Μπαχ για παιδιά - Helen Garner

Τις παραμονές της απονομής του περσινού πια Νόμπελ Λογοτεχνίας κυκλοφόρησε έντονα η φήμη, κυρίως μέσα από τις αποδόσεις των στοιχηματικών εταιρειών, πως κάποιος Αυστραλός συγγραφέας θα βραβευόταν. Τελικώς το βραβείο κατέληξε στη Χαν Γκανγκ από τη Νότιο Κορέα. Λίγο καιρό αργότερα κυκλοφόρησε ετούτο το μικρό μυθιστόρημα, νουβέλα μόνο αν ως κριτήριο χρησιμοποιηθεί το μέγεθος, Ο Μπαχ για παιδιά, της, γεννημένης το 1942, Αυστραλής συγγραφέως Έλεν Γκάρνερ, το πρώτο βιβλίο της που εκδίδεται στα ελληνικά.

Παρένθεση από τη ζωή ενός βιβλιοϋπαλλήλου: όσο τα Χριστούγεννα πλησιάζουν τόσο οι εργασιακοί ρυθμοί εντείνονται, δεκάδες νέες εκδόσεις φτάνουν σχεδόν καθημερινά και πρέπει να πάρουν τη θέση τους στα ράφια. Δεν είναι μόνο η κούραση όταν ευκαιρείς να διαβάσεις αλλά και η, ας βάλω εισαγωγικά, «υποχρέωση» να έχεις ιδία άποψη για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της βιβλιοπαραγωγής ώστε να μπορείς να συντρέξεις τον αναγνώστη που μοιάζει χαμένος σε τόσες κυκλοφορίες, που το μέγεθος ενός βιβλίου αποτελεί παράγοντα επιλογής. Την περίοδο αυτή βγαίνουν και τα πλέον δυνατά βιβλία του εκάστοτε εκδοτικού προγράμματος, για κάποια από αυτά γνωρίζει κανείς τη σημασία τους, την εν γένει πέρα του προσωπικού γούστου αξία τους, καταλαβαίνετε σε ποια βιβλία αναφέρομαι. Αναπόφευκτα, κάποια βιβλία αδικούνται, ο χρόνος είναι δεδομένος και ανεπαρκής. Η ποσότητα είναι απαιτητή την περίοδο αυτή. Κλείνω την παρένθεση του γιατί διάβασα το βιβλίο της Γκάρνερ σχεδόν με την κυκλοφορία του.

Τίποτα δεν ήξερα για το βιβλίο αυτό, ούτε κανείς μου είχε μιλήσει σχετικά,  μια βουτιά στα τυφλά χωρίς καν το σωσίβιο του οπισθόφυλλου. Χαράσσοντας τον ορίζοντα προσδοκιών, στο μυαλό μου συνειρμικά και διαισθητικά ήρθε ένα κοινής καταγωγής μυθιστόρημα, το Στους δικούς μας κύκλους της Ελίζαμπεθ Χάρογουερ, ένα μυθιστόρημα που μάλλον πέρασε αδιάφορο, ανάμεσα σε τόσα και τόσα βιβλία, εσωτερικής και αργής καύσης, διακριτής χρήσης της γνώριμης πρώτης ύλης από την οποία ήταν φτιαγμένο, βιβλίο που ως αίσθηση παρέμεινε ζωντανό μέσα μου αυτά τα σχεδόν πέντε χρόνια που μεσολάβησαν. Η (κοντόφθαλμη) προσδοκία από την ανάγνωση έγκειτο στο να περάσω ένα όμορφο και πλήρες πρωινό αρχίζοντας και τελειώνοντας ένα βιβλίο, με υπολείμματα του καφέ ακόμα στο φλιτζάνι, κάτι που συνήθως σημαίνει Κυριακή πρωί.

Ο Ντέξτερ και η Αθίνα ζουν μια απλή συντροφική καθημερινότητα παρέα με τα δύο παιδιά τους, χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, παραδομένοι και ίσως ανακουφισμένοι από τη ρουτίνα της επανάληψης, συναισθηματικά καθησυχασμένοι, δίνουν εκ του μακρόθεν τη στερεοτυπική εικόνα της ζωής σ' ένα οικιστικό προάστιο. Ο Ντέξτερ θα συναντήσει τυχαία, χρόνια πολλά μετά, μια παλιά του συμμαθήτρια. Το αναμενόμενο θα ήταν να ανταλλάξουν δύο τρεις αμήχανες κουβέντες, να ρωτήσουν, χωρίς πρώτα να σκεφτούν το παράλογο, τι κάνεις, να απαντήσουν ένα καλά, ίσως και ένα όπως τα ξέρεις να ξεφύγει, να αποχαιρετιστούν με μια αβέβαιης υλοποίησης δέσμευση να πιουν έναν καφέ κάποια στιγμή. Όχι. Εκείνη, και ακολούθως η αδερφή της και ο πρώην της, θα εμπλακούν στην άλλοτε απλή οικογενειακή καθημερινότητα. Τίποτα το τραβηγμένο από τα μαλλιά δεν θα συμβεί, απλώς, όπως η πέτρα που πέφτει στο βυθό προκαλεί κάποια διατάραξη στην ήσυχη επιφάνεια, πριν να αναπαυτεί στο βυθό και χαθεί στο σκοτάδι, έτσι θα συμβεί και με την, ας βάλω πάλι εισαγωγικά, «εισβολή» των τριών.

Όσο διάβαζα το μυθιστόρημα, δύο άλλα βιβλία μου ήρθαν στον νου, μια κάποιου είδους συναισθηματική περισσότερο παρά ξεκάθαρα λογοτεχνική διακειμενικότητα άνθησε, το Ο κόσμος είναι ένας γάμος και το Πρόσωπα σε απόγνωση, αν και μάλλον μόνο με το δεύτερο θα μπορούσε κανείς να βρει μια προφανή θεματική συνάφεια.

Η Γκάρνερ, θεωρώ συνειδητά, καταφεύγει στην πύκνωση, αποφεύγοντας να νερώσει, να αραιώσει και να δώσει πιο διακριτά τα στιγμιότυπα που συνθέτουν το μυθιστόρημα. Και αυτή η απόφαση, όπως κάθε συνειδητή συγγραφική επιλογή επί της οποίας στηρίζεται μεγάλο μέρος της συνολικής κατασκευής, δημιουργεί συχνά αντιφατικά συναισθήματα. Κάποιοι θα επιδοκιμάσουν, κάποιοι άλλοι θα απορήσουν και ίσως να κλείσουν εκνευρισμένοι το βιβλίο. Σε μένα λειτούργησε, παρότι κάποιες στιγμές, στις ελάχιστες που η ανάγνωση του Ο Μπαχ για παιδιά διαρκεί, ένιωσα κάπως χαμένος, όχι σίγουρος πως μπορώ να έχω μια ξεκάθαρη εικόνα του τι ακριβώς συμβαίνει και κυρίως του γιατί συμβαίνει, η τελική γνωμοδότηση υπήρξε σαφέστατα θετική. Και αυτό συνέβη, αν μπορώ να είμαι σίγουρος για κάτι τόσο αόριστο όπως η αναγνωστική αίσθηση που ένα βιβλίο σου αφήνει τελικά, γιατί αυτή η συσκότιση ένιωσα πως κειμενοποίησε την ξαφνική εισβολή και διατάραξη της οικογενειακής νηνεμίας, έτσι όπως σκούντησε και ξύπνησε συναισθήματα, απωθημένα και παραιτήσεις από καιρό εν υπνώσει. Η Γκάρνερ δεν επιθυμεί την οικουμενική διάσταση της ιστορίας, ούτε επιζητά κάποιον παραβολικό χαρακτήρα. Αφηγείται μια ξαφνική μπόρα που έρχεται να αναδείξει το ατελές στα παρασκήνια της φωτογράφησης για την ευτυχισμένη οικογένεια στα προάστια της πόλης. Ακόμα ακόμα, δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να διδάξει ή να ειρωνευτεί, όχι όσο τουλάχιστον κάποιος δεν επιθυμεί να το πράξει απέναντι στην ίδια, υμνώντας, για παράδειγμα ένα πρότυπο ζωής έναντι κάποιας άλλης.

Δεν είμαι σίγουρος, όχι σε απόλυτο βαθμό, για τον λόγο για τον οποίο τώρα τελευταία, σχεδόν σε κάθε κείμενο, επιθυμώ να προσθέσω τη διευκρίνηση πως το τάδε ή δείνα έργο μπορεί να μην αλλάζει το ρου της λογοτεχνικής ιστορίας αλλά εμένα μου άρεσε και να συνεχίσω τονίζοντας πως πρόκειται για καλή λογοτεχνία. Τα ίδια και σήμερα. Όλα στη ζωή θα ήταν ευκολότερα, σίγουρα βαρετά, κάτι με το οποίο και η Γκάρνερ στον ρόλο της συγγραφέως του  Ο Μπαχ για παιδιά θα συμφωνούσε, αν ήταν απλά και διακριτά δίπολα, ναι και όχι, άσπρο και μαύρο. Επίσης, θα πω ξανά, είναι αδύνατο να είναι κανείς εκατό τοις εκατό βέβαιος για το γιατί του άρεσε ή όχι ένα βιβλίο, παρά την όποια καταφυγή στη φιλολογία. Η ανάγνωση, ακόμα μια φορά θα πω, είναι μια ενεργητική διαδικασία γνωριμίας με τον εαυτό κύρια και πρώτιστα, ακολούθως με την πρόσληψη και τη διέλευση εντός του περιβάλλοντος κόσμου. Είπα πολλά, ξανά.

Το Ο Μπαχ για παιδιά είναι ένα ωραίο βιβλίο. Προσδοκίες και με το παραπάνω καλυμμένες. Μια ακόμα εισροή στη λίστα με τους συγγραφείς προς παρακολούθηση.

υγ. Αναφέρθηκα παραπάνω σε τρία βιβλία, περισσότερα θα βρείτε στους συνδέσμους: Στους δικούς μας κύκλους (εδώ), Ο κόσμος είναι ένας γάμος (εδώ) και Πρόσωπα σε απόγνωση (εδώ). Για άλλους Αυστραλούς συγγραφείς που έχω διαβάσει, περισσότερα θα βρείτε (εδώ). 

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
 
Μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου
Εκδόσεις Gutenberg