Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κακιά - Myriam Gurba

Σε φάση πλημμυρίδας, λίγο πριν από τις γιορτές, μια έκπληξη. Από το 2019, σε σταθερό βηματισμό, το έντυπο Yusra έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν πυρήνα ανατροφοδοτούμενου διαλόγου για το εδώ και το τώρα, διευρύνοντας ολοένα το αναγνωστικό κοινό. Η είδηση της επικείμενης κυκλοφορίας ενός βιβλίου, η συστέγαση ενός εκδοτικού οίκου στο περιοδικό εγχείρημα, δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο, προσδοκίες. Προσδοκίες ποικίλες, μεταξύ άλλων, η συγχρονία. Η Κακιά, της Μίριαμ Γκούρμπα, σε μετάφραση Ζωής Κόκκα και επιμέλεια Γιώτας Τεμπρίδου, με την ιδιαίτερη αισθητική στην έκδοση, ήταν πια στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Η Σοφία, διέσχιζε ένα βράδυ το γήπεδο μπέιζμπολ της γειτονιάς, ένιωσε μια παρουσία, ήρθε αντιμέτωπη με τον βιαστή και δολοφόνο της. Το αίμα κύλησε σκούρο. «Ένας παρουσιαστής στις ειδήσεις περιέγραψε τον φόνο ως "τον μέχρι θανάτου ξυλοδαρμό με ρόπαλο μιας περαστικής στο Όουκλι Παρκ"», η Σοφία, η βιασμένη και νεκρή Σοφία ήταν για τον παρουσιαστή στις ειδήσεις μια περαστική, μια ανώνυμη περαστική, σε λάθος σημείο και σε λάθος στιγμή. Η Σοφία, όμως, ήταν και κάτι άλλο, μια Ιφιγένεια που θυσιάστηκε, στη θέση άλλων περαστικών στο Όουκλι Παρκ. Το προνόμιο, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην τυχαιότητα, στη συγκυρία, όχι στη σύνθετη μόνο, σε εκείνη που φέρνει στον κόσμο ένα άτομο, μη λευκό, μη αρσενικό, μη πλούσιο, μη προνομιούχο, αλλά και στην απλή συγκυρία, στην επιλογή διάσχισης ενός πάρκου, μια νύχτα. Η αφηγήτρια, που έχουμε κάθε λόγο να θεωρούμε πως ταυτίζεται με τη συγγραφέα, περνούσε και εκείνη από το πάρκο αυτό. Μάλιστα, ένα βράδυ παραλίγο θα ήταν η Σοφία ή η Ιφιγένεια, εκείνη γλίτωσε, το κακό είναι και αυτό σχετικό. «Η Σοφία είναι πάντα μαζί μου. Με στοιχειώνει. Η ενοχή είναι φάντασμα».

Η ενοχή του ελάχιστου προνομίου, της απλής σύμπτωσης, του τυχαίου που γεννά τον τρόμο του μη ελέγχου. Η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από τη γέννησή της, σελίδα τη σελίδα θα πλησιάσει ως εκεί, μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του χρόνου, μια σειρά από συμπτώσεις, μια σειρά από αποφάσεις, μια σειρά από απλά γεγονότα, όπως η απλή επιλογή της διάσχισης ενός πάρκου μια συγκεκριμένη νύχτα. Η ενοχή εκλύεται από δύο παρεμφερή σημεία, θα μπορούσα να είμαι εγώ, μπορεί να είμαι εγώ, δεν ήμουν εγώ, όχι ακόμα, ήταν η Σοφία, ήταν η κάθε Σοφία, η κάθε ανώνυμη και αβιογράφητη περαστική ενός πάρκου.

Φέτος το καλοκαίρι διάβασα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήταν μια από τις πιο δυνατές εμπειρίες. Η αφήγηση της αδερφής της Λιλιάνα ακόμα διευρύνεται μέσα μου. Κυρίως γιατί ήρθε να σπάσει το απόστημα της περαστικής ενός πάρκου, των αρχικών ενός ονόματος, τον αριθμό μιας ηλικίας, μια ακόμα προσθήκη σε ένα άθροισμα δολοφονημένων γυναικών. Η αδερφή της έρχεται να συγκρουστεί με αυτό. Η Λιλιάνα υπήρξε. Η Λιλιάνα υπήρξε και δολοφονήθηκε.

Υπήρχε μια περίοδος που το μόνο που ενδιέφερε την αφηγήτρια ήταν το διάβασμα και η γυμναστική, αδιαφορούσε για ό,τι άλλο, να δυναμώσει το μυαλό, να δυναμώσει το σώμα, να καταστεί πρώτα ένας άρτιος αμυντικός μηχανισμός, ύστερα επιθετικός, η απειλή ήταν παντού. Πιάνομαι από το σημείο αυτό για δύο λόγους, ο πρώτος, προσωπικός και υποκειμενικός, γιατί ένιωσα μια κάποιου είδους, ανεδαφική το παραδέχομαι, ταύτιση, ένιωσα να καταλαβαίνω την εμμονή αυτή, με την αδυναμία στον πυρήνα, αδυναμία που γεννοβολά διαρκώς τρόμο που θέτει επί κινδύνω την ίδια την ύπαρξη· ο δεύτερος είναι γιατί διακρίνω εδώ μια επιφάνεια επιθετικότητας από την πλευρά του προνομίου του να νιώθεις άτρωτος και ασφαλής, νιώθω να ακούω, συνοδεία ενός μειδιάματος, έναν ψίθυρο, ύφους αμέτρητων καρδιναλίων, προς τι τέτοια επιθετικότητα, προς τι τέτοια στάση, αρκεί να προσέχει, τι φοράει, με ποιον κυκλοφορεί, πού πηγαίνει, η υπερβολή δεν μου αρέσει, νιώθω να λέει αυτός ο ψίθυρος, για να καταλήξει, χωρίς πρωτοτυπία, σε θεωρητικές ριπές, αυτό εδώ δεν είναι λογοτεχνία.

Υπάρχει αυτή η μερίδα του πληθυσμού, διόλου αναπάντεχα διαθέτει προνόμιο, που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με όρους θεάματος, όταν βαρεθεί κάτι απλώς σταματάει να παρακολουθεί, διατυμπανίζει τη βαρεμάρα που του προκαλούν όλα αυτά, βαρέθηκα λέει με όλη αυτή την υπερβολή με τις γυναικοκτονίες, κούρασε όλο αυτό. Και κάπως έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, προστίθεται λίπασμα και κοπριά στο παρτέρι της ενοχοποίησης του θύματος και όσων προστρέχουν σε αλληλεγγύη. Πού είναι τα παλιά τα χρόνια που η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, αφορούσε ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, ωραίες εποχές, ωραία χρόνια, η ομορφιά των εικόνων και των λέξεων, η συντήρηση σε χαμηλή θερμοκρασία.

Επιστρέφω στο μυθιστόρημα αυτό καθαυτό. Μετά τις πρώτες ποιητικές σελίδες, στις οποίες η αφηγήτρια μας μιλάει για εκείνο το βράδυ όταν η Σοφία βιάστηκε και δολοφονήθηκε, συνεχίζει με ένα πιο στακάτο, πιο θυμωμένο, πιο γυμνό βηματισμό, πιάνει την ιστορία της, της αφηγήτριας, από την αρχή. Η ποιητικότητα των πρώτων σελίδων, ίσως ξενίσει, ίσως φανεί κάπως γλυκερή, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τίτλο του μυθιστορήματος, δικαιολογείται ωστόσο, ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη Σοφία, στον οποίο η αφηγήτρια δεν κρύβει την αμηχανία που ένιωσε στο άκουσμα της είδησης, τις χαζές σκέψεις αναλογίας που της ήρθαν κατά νου, η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, το γιαούρτι, η Σοφία Λόρεν. Θα ήταν απάνθρωπη μια σοβαροφανής αντιμετώπιση, εκ των υστέρων σμιλεμένη, ανεξάρτητα από την όποια θεωρητική σκευή η χρονική απόσταση προσκόμισε. Ο τρόμος, ο θυμός, η οργή, η θλίψη, αρχικά προκαλούν μια αμηχανία, μια αποσύνδεση, μια συνθήκη εκτός πλαισίου, ένα κακό αστείο, ένα καθόλου αστείο λογοπαίγνιο, μια σκέψη βαλβίδα εκτόνωσης.

Στη συνέχεια, με την άνεση που η χωροχρονική απόσταση προσφέρει απλόχερα, η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα φτάσει ως εκείνο το βράδυ, θα αναμετρηθεί με μια ενοχή άδικη αλλά υπαρκτή, όχι ενός στείρου ανθρωπισμού, κάτι του στυλ καλύτερα να είχαν βιάσει και δολοφονήσει εμένα, κροκοδείλια και υποκριτική στάση, αλλά μια ενοχή ανακούφισης, μια ενοχή σύμπτωσης, μια υπενθύμιση, ωστόσο, προς την ίδια την εαυτή της. Θυμός και οργή ακόλουθα της θλίψης και του φόβου.

Ας διευκρινίσουμε, ωστόσο. Το περιεχόμενο της αφήγησης από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η όποια αρχική δυναμική του σύντομα θα εξασθενούσε και επειδή δεν έχει τη μορφή θεωρίας ή δημοσιογραφικού λόγου δεν θα είχε το απαραίτητο καύσιμο. Η Κακιά διαβάζεται σε υψηλή ένταση. Συμβαίνει και εδώ, όπως ακόμα πιο εμφανώς μου συνέβη διαβάζοντας Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, να υπάρχει μια διαρκής αμφιθυμία, ο ζόφος και η αναγνωστική απόλαυση, τι ντούετο, η ενοχή του αναγνώστη που απολαμβάνει μια σκληρότητα, που αντί να αποστρέφει το βλέμμα βυθίζεται στην ανάγνωση. Η Γκούρμπα λεκτικοποιεί την οργή, τον φόβο, τον θυμό, τη θλίψη, αρνείται να διαπραγματευτεί τα αίτια, αρνείται να διδάξει, δεν επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα του προνομίου, εκείνο υπάρχει εκεί και κινείται παράλληλα, το θα μπορούσα να είμαι εγώ δεν είναι μια υποκριτική λούπα συναισθηματικού εκβιασμού και χειραγώγησης, θα μπορούσε να είναι εκείνη, θα μπορούσε να είναι όποια άλλη, θα μπορούσε να είναι εκείνη αλλού, μέρα μεσημέρι μέσα στο αυτοκίνητό της γυρίζοντας σπίτι της αρνούμενη να δεχτεί τον έλεγχο ενός ένστολου τέρατος, για παράδειγμα.

Η Γκούρμπα καταφέρνει και κάτι ακόμα σημαντικό, με έναν τρόπο φαινομενικά παράδοξο. Μιλάει για την εαυτή της, δεν επιχειρεί να μιλήσει στο όνομα της φυλής και του φύλου, όχι περισσότερο απ' όσο αυτά συνθέτουν μαζί με άλλα την ταυτότητά της. Και όμως, αντί αυτό να έχει ως αποτέλεσμα μια εγωκεντρική ιδιώτευση, μια αναχωρητικότητα με ρεαλιστικό μανδύα, η Κακιά πετυχαίνει να συμπεριλάβει, να ενσωματώσει, να αποτυπώσει το ζόφο. Το κάνει επειδή δεν το κάνει. Το κάνει γιατί δεν το εκβιάζει. Γιατί δεν το περιορίζει. Λέξεις κενές η ειλικρίνεια και η ρεαλιστική αποτύπωση. Δεν αρνούμαι, φλέρταρα μαζί τους, να τις προσθέσω στις αρετές. Είναι ωστόσο κενές. Είναι κενές γιατί δεν διακυβεύεται αυτό εδώ. Υπάρχει αυτή η παρεξήγηση, ηθελημένη σε μεγάλο βαθμό, η αυτομυθοπλασία να κρίνεται με βάση την ακρίβεια και την αλήθεια. Θυμάμαι και οργίζομαι με εκείνον τον γόνο που αμφισβήτησε τον βιασμό που διαπραγματεύεται ο Λουί στο δεύτερο βιβλίο του. Πρόσφατα έγραψα ένα κείμενο για τις Αδέσποτες σκύλες της Ντάλια ντε λα Σέρδα, διακρίνω ένα νήμα σύνδεσης μεταξύ των δύο βιβλίων, άσχετα που τις Αδέσποτες σκύλες τις περιβάλλει ένα (λεπτό) χαρτί μυθοπλασίας.

Η Κακιά είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο από ένταση, ένα παράδοξα τρυφερό και γεμάτο από οργή ανάθημα, μια αφήγηση γύρω από ένα εγώ που δημιουργεί ωστόσο έναν τόπο κοινό, που δεν ενισχύει απλώς την εικόνα μας για τον κόσμο, δεν επιβεβαιώνει ή σοκάρει, άραγε ποιους;, τα όσα γνωρίζαμε από πριν, δεν έρχεται με προγραμματικές θέσεις και προθέσειςκαι ίσως γι' αυτό τα καταφέρνει και σε αυτό το πεδίο, πέρα από εκείνο της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τις Αδέσποτες σκύλες εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ζωή Κόκκα
Εκδόσεις Yusra

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου