Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεξικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεξικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Σαλόνι ομορφιάς - Mario Bellatin

Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για εναρκτήριες φράσεις, για το κριτήριο ανάγνωσης με βάση αυτές:

«Πριν από μερικά χρόνια το ενδιαφέρον μου για τα ενυδρεία με έκανε να διακοσμήσω το σαλόνι ομορφιάς μου με ψάρια διαφορετικών χρωμάτων. Τώρα που το σαλόνι έχει μετατραπεί σε Νεκροκομείο, όπου περνούν τα τελευταία τους όσοι δεν έχουν πού αλλού να πάνε, δυσκολεύομαι να βλέπω τα ψάρια να χάνονται σιγά σιγά. Ίσως φταίει το πολύ χλώριο στο νερό της βρύσης ή που δεν έχω πια αρκετά χρόνο να τα φροντίζω όπως τους αρμόζει».

Έπαιξε με το μυαλό μου, άπαξ και εισήλθε σε αυτό, το απόσπασμα λειτούργησε ταυτόχρονα ανεξάρτητα, ένα σαλόνι ομορφιάς γεμάτο με ενυδρεία που μετατρέπεται σε Νεκροκομείο για απόκληρους ασθενείς, αλλά και υποσχετικά, τι θα ακολουθούσε, άραγε. Το σκεφτόμουν μέχρι να σχολάσω, συνέχισα την ανάγνωση περπατώντας για το σπίτι, Σάββατο απόγευμα, στην άδεια Κυψέλη. 

Σε ελάχιστες λέξεις ο Μάριο Μπεγιατίν, δια μέσου του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, υποδέχεται, εισάγει, δίνει τις καιρικές συνθήκες, το πώς ξεκίνησαν τα πράγματα, ανάλαφρα με ένα σαλόνι ομορφιάς, πώς κατέληξαν, τρομακτικά, και κάπου ανάμεσα τα πολύχρωμα ενυδρεία με τα εγκλωβισμένα ψάρια στους ψεύτικους βυθούς, μια ευσύνοπτη περίληψη, τα χαρτιά στο τραπέζι ανοιχτά, μια ανάληψη από το παρελθόν, τώρα που το μέλλον, τότε άγνωστο, ίσως και υποσχόμενο, τρεις συνέταιροι που ανοίγουν ένα σαλόνι ομορφιάς, που παρότι είναι unisex, μόνο γυναίκες το επισκέπτονται, η φήμη του διαρκώς αυξάνει, εκείνοι ντυμένοι όπως τους αρέσει, με γυναικεία ρούχα, χρωματιστά και αέρινα, περιποιούνται τις πελάτισσες, ο καιρός περνάει, τα ενυδρεία ολοένα και γεμίζουν, στην αρχή με βασιλικά γκάπι, τα πλέον ανθεκτικά, ιδανικά για έναν πρωτάρη, εν συνεχεία με πιο ευαίσθητα ψάρια, πολύχρωμα, ώσπου, μια άγνωστη και θανατηφόρα ασθένεια, κάπου αποκαλείται πανούκλα, ίσως είναι το έιτζ, ίσως κάτι άλλο, όπως και να έχει θανατηφόρα, οδηγεί στο σαλόνι ομορφιάς άντρες λίγο πριν από τον θάνατο, στην αρχή δοκιμάσανε γιατρούς και φάρμακα και θεραπείες και τίποτα δεν είχε άλλο αποτέλεσμα παρά την επιμήκυνση της ταλαιπωρίας και του πόνου, τώρα εκείνος, που έχει απομείνει μόνος, έχει θέσει κανόνες, μόνο άντρες, μόνο πραγματικά ετοιμοθάνατοι, όχι γιατροί και όχι φάρμακα, όχι επισκέψεις, μόνο ησυχία και μια ελάχιστη περιποίηση, η έξοδος από τη σκηνή να είναι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη, σωματικά και συναισθηματικά, η ελπίδα να μην εισχωρήσει γεμάτη από υποσχέσεις και ψέματα.

Δεν ήξερα τίποτα για το βιβλίο αυτό, ίσως κάποια ανάρτηση πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει, τίποτα άλλο, ούτε γι' αυτό, ούτε για τον συγγραφέα, τον Μάριο Μπεγιατίν, γεννημένο στο Μεξικό, μεγαλωμένο στο Περού, απ' όπου και καταγόταν, σπούδασε θεολογία, επέστρεψε στα τριάντα πέντε του στην Πόλη του Μεξικού όπου ανέλαβε τη διεύθυνση του Τμήματος Λογοτεχνικών Σπουδών στο Universidad del Claustro de Sor Juana και ίδρυσε την πειραματική σχολή δημιουργικής γραφής Escuela Dinámica de Escritores. Αλλά είπαμε, η πρώτη φράση έφερε τη δεύτερη και ύστερα ακόμα μία και αυτό ήταν αρκετό.

Η νουβέλα, χωρισμένη σε επιμέρους μικρά κεφάλαια, λεπτοδουλεμένη και συμπαγής, με σχεδόν όλη τη δράση να διαδραματίζεται μέσα στο (άλλοτε) σαλόνι ομορφιάς, που, κάπως παράδοξα, αντί για ασφυξία προσφέρει μια ζώνη ασφάλειας, ένα καταφύγιο από τον έξω κόσμο, εδώ η κοινή γνώμη δεν εισέρχεται παρά μόνο ως ένα σύνολο από άναρθρες κραυγές, είναι κάτι που συνηθίζει να κάνει απέναντι στο διαφορετικό, απέναντι σε εκείνο που της δείχνει τι δεν μπορεί να είναι, απέναντι στον καθρέφτη που δεν λέει ψέματα, που αναδεικνύει τη βρωμιά και την ασχήμια της, που της στερεί το καθησυχαστικό έτσι κάνουν όλοι. Και ο αφηγητής που δεν επιθυμεί να επιδείξει ή να διδάξει, και σίγουρα όχι να απολογηθεί με κανέναν τρόπο, έτσι έκανα γιατί έτσι ήθελα να κάνω.

Ένα άθροισμα από ετερογενή συστατικά συμβιώνουν, λειτουργούν αντιστικτικά, έτσι αθροίζεται το ρεαλιστικό αποτύπωμα, η σκληρότητα, επίσης, το συναίσθημα αβίαστο, έτσι το φαινομενικά απλό, ίσως και οριακά απλοϊκό, μετατρέπεται σε κάτι πιο βαθύ, πιο οδυνηρό, έτσι ο Μπεγιατίν καταφέρνει να συμπεριλάβει κάτι από τον κόσμο μας σε αυτό το σαλόνι ομορφιάς, τα όνειρα και την επιθυμία για ομορφιά, τα όνειρα και την επιθυμία για ένα δικό μας μονοπάτι, με αυτά ξεκινάμε, τον σκληρό κόσμο που αργά ή γρήγορα θα ποδοπατήσει τα χωράφια και τις καλύβες, τη διάχυτη ματαιότητα, το τέρας του μισανθρωπισμού που ολοένα και αποκτά διαστάσεις τέρατος, αλλά και την αλληλεγγύη απέναντι στο κακό, καθώς το τέλος κοντοζυγώνει.

Η ανάλαφρη βιτρίνα ενός σαλονιού ομορφιάς, εξ αρχής κρύβει τα σκοτεινά ενδότερα, η πρόσχαρη καθημερινότητα τον ζόφο. Και όμως, ο Μπεγιατίν δεν επαναπαύεται στις μεταφορές και τις αναλογίες, δεν αγκαλιάζει μια ποιητικότητα σχηματική ή αναχωρητική, δεν πασπαλίζει με γκλίτερ, δεν αφήνει τη μαγεία ή την παραμυθία να εισχωρήσουν παραπάνω απ' όσο ο ρεαλισμός τους επιτρέπει, αλλά και από το αντιδιαμετρικά αντίθετο σημείο εκκίνησης, δεν τα παραμελεί όλα αυτά, γιατί υπάρχουν, γιατί μας επιτρέπουν να ζούμε εντός του δεδομένου πλαισίου. Δεν μηρυκάζει τη σκληρότητα και τη βία, δεν παραδίδεται σε αυτή, δεν υπερβάλλει, δεν ξύνει διαρκώς την πληγή ώστε εκείνη να ματώνει, δεν εκβιάζει το συναίσθημα. Ξέρει πως κάθε αφήγηση είναι πολιτική, δεν τη φορτώνει περαιτέρω. Μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ των δύο, πότε, σπάνια, παράλληλων, πότε, συνήθως, διασταυρωμένων μονοπατιών, γεμάτα από συγκρούσεις, αλλά και από στιγμές ελευθερίας όταν για λίγο ο ορίζοντας δεν σκιάζεται.

Το σαλόνι ομορφιάς, μια άρτια κατασκευή, που δεν παραλείπει τον πειραματισμό και το παιχνίδι, είναι ένα βιβλίο που με ενθουσίασε, αναγνωστικά, γιατί συναισθηματικά πέρασε από πάνω μου, από την πρώτη πρώτη φράση μέχρι το τέλος, και που παρά το μικρό του μέγεθος, γυρίζοντας την τελευταία σελίδα ένιωθα πως είχα διαβάσει κάτι πολυσέλιδο, μια εκτεταμένη αφήγηση, με πλήθος από λεπτομέρειες, και αυτό το φαινόμενο του παγόβουνου, όλα αυτά που υποθαλάσσια και αδιάκριτα δηλώνουν συνεχώς την παρουσία τους, ο τρόπος με τον οποίο η κοινή επικράτεια απλώνεται, όπου το φαινομενικά ανοίκειο και το επώδυνα οικείο βρίσκονται ταυτόχρονα ζευγάρι στη σκηνή. Τι βιβλίο!

Ένα σαλόνι ομορφιάς που μετατρέπεται σε νεκροκομείο εμπεριέχει σίγουρα κάτι το παράδοξο, κάτι το αλλόκοτο, κάτι το παράξενο, κάτι το ασυνήθιστο, ένα μικρό τι στο διάολο ίσως να ακουστεί. Και αυτό το παράδοξο, συχνά κάπως αφημένο σε ένα στρώμα υπερρεαλισμού ή μεταφυσικού, είναι κάτι που η σύγχρονη λογοτεχνία, ειδικά στο νότιο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου, το διαπραγματεύεται, περίμενα κάτι τέτοιο, διαβάζοντας τις πρώτες φράσεις, αλλά όχι, ήταν όσο παράδοξο όσο το μυαλό μου το εξέλαβε αρχικά ως τέτοιο, η νουβέλα του Μπεγιατίν δοκίμασε τα όρια της αντίληψής μου, όχι με κάποιο φοβερά ιδιότυπο και πρωτότυπο εύρημα, αλλά κολυμπώντας στα ανοιχτά του ρεαλισμού.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Άλκηστη Ευθυμίου
Εκδόσεις Πλήθος 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Να σώσουμε τη φωτιά - Guillermo Arriaga

Τότε, συνήθως κάτι δεν πάει καλά. Η ανάγκη για διχοτόμηση είναι διάχυτη. Μια παράλληλη πραγματικότητα, σκέφτομαι, αυτό χρειάζομαι. Η επιλογή γίνεται με βάση το μέγεθος· ένα πολυσέλιδο βιβλίο, μια πολυήμερη ανάγνωση, ένα ολοένα και πιο οικείο περιβάλλον, γνώριμοι χαρακτήρες. Είχε μόλις φτάσει το βιβλίο του Γκιγιέρμο Αριάγα, Να σώσουμε τη φωτιά, σχεδόν χίλιες σελίδες, πληρούσε τις προϋποθέσεις.

Το όνομά του γνωστό από άλλο μετερίζι, εκείνο του κινηματογράφου, στον ρόλο του σεναριογράφου, Χαμένες αγάπες, 21 γραμμάρια και –κυρίως– Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα, το Βαβέλ, ωστόσο, ήταν μια μικρή απογοήτευση, έστω. Στη συνεργασία με τον Ινιάριτου, που τους καθιέρωσε και τους δυο πέρα και μακριά από τα σύνορα του Μεξικού, τρεις παράλληλες αφηγήσεις που έρχονταν να συναντηθούν σε μια κοινή κορύφωση, μαύρο πηχτό.

Στο Να σώσουμε τη φωτιά ακολουθεί παρεμφερές μονοπάτι, τρεις αφηγήσεις που έρχονται να συναντηθούν. Μια πρωτοπρόσωπη, της Μαρίνας, χορογράφου/χορεύτριας μιας κάποιας αναγνώρισης, μια τριτοπρόσωπη, ενός παντογνώστη αφηγητή, με κύριο πρόσωπο τον Χοσέ Κουαουτέμοκ Ουίστλικ, που πυρπόλησε τον πατέρα του και εξέτισε ποινή κράτησης σε μια σκληρή φυλακή, και μια επιστολή, του αδερφού του, με απεύθυνση στον πυρπολημένο πατέρα. Ανά σημεία η τριπλή αυτή ροή διακόπτεται από κείμενα φυλακισμένων.

Ο Αριάγα παίρνει από το χέρι τον αναγνώστη, δεν πιάνει το νήμα από την αρχή, ποια άλλωστε θα μπορούσε να είναι η αρχή, και τον ξεναγεί μέσα από την τριπλή αφήγηση σε ένα περιβάλλον ζοφερό, εκεί που το Μεξικό έρχεται να διχοτομηθεί στα δύο, στους προνομιούχους και στους μη προνομιούχους, οι πρώτοι παλεύουν να διατηρήσουν σε περιβάλλον ασφάλειας την ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή τους, οι δεύτεροι καταφεύγουν στο έγκλημα, και δη στο εμπόριο ναρκωτικών για να τα κονομήσουν, για να επιζήσουν σε μια κοινωνία που τους έκοψε φτερά και πόδια ήδη από τα πρώτα μέτρα της διαδρομής τους.

Ένας έρωτας τρελός, έξω και πέρα από το αναμενόμενο, ο έρωτας της Μαρίνας και του Χοσέ, βρίσκεται στο επίκεντρο. Τότε, λέει η Μαρίνα, ξεκίνησαν όλα, «αν έπρεπε να διαλέξω τη στιγμή που άλλαξε η ζωή μου, θα 'λεγα πως ήταν τότε που ο Έκτορ μας κάλεσε να περάσουμε μια μέρα στο σπίτι του στο Τεποστλάν». Μια μέρα με τους χίπηδες φίλους της Μαρίνας, ο άντρας της ο Κλαούδιο τους βαριόταν θανάσιμα, του αρκούσε ένα δείπνο με τους γονείς του, μια οικογενειακή μάζωξη, δέχτηκε ωστόσο. Εκεί αναφέρθηκαν στα μαθήματα δημιουργικής γραφής που ο Έκτορ με τον σύντροφό του πρόσφεραν στη φυλακή, θα μπορούσες, της πρότειναν, να δώσεις μια παράσταση με την ομάδα σου για εκείνους τους απόκληρους, όπως και έγινε, της μίλησαν για έναν τύπο που σίγουρα θα τον ερωτευόταν με την πρώτη ματιά, όπως και έγινε, ο ηλεκτρισμός συνέβη όταν πλησίασαν τα δύο σώματα.

Μια παράνομη σχέση, λοιπόν, μια βολεμένη, ξανθιά, καλοπαντρεμένη μητέρα τριών μικρών παιδιών, με τη δική της ομάδα χορού, χωρίς οικονομικά προβλήματα που θα την απέτρεπαν από το να κάνει τέχνη, ερωτεύεται έναν φυλακισμένο, τον Χοσέ, που παρότι ήταν αποφασισμένος να ακολουθήσει ένα μονοπάτι πιο ήσυχο μετά την αποφυλάκισή του, βρέθηκε και πάλι στο εδώλιο, πάλι στη στενή. Και οι τρεις αφηγήσεις γίνονται εκ των υστέρων, όταν όλα θα έχουν πάει κατά διαόλου, όταν οι ανεμόμυλοι αισιοδοξίας θα χαθούν σε ένα άνοιγμα και κλείσιμο των βλεφάρων.

Αναρωτιέμαι αν ο Αριάγα είχε εξαρχής την πρόθεση να γράψει ένα μυθιστόρημα ή αν προσέβλεπε σε ένα κινηματογραφικό σενάριο. Είναι μια κατηγορία η οποία ολοένα και συχνότερα προσάπτεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, το τάδε βιβλίο, λένε, γράφτηκε με τη φιλοδοξία να μεταφερθεί στην μικρή οθόνη και να γίνει σειρά. Ωστόσο, σκέφτομαι, ο Αριάγα είναι ένας καταξιωμένος σεναριογράφος, δεν μοιάζει να χρειάζεται μια τέτοια παράκαμψη. Το Να σώσουμε τη φωτιά είναι ένα μυθιστόρημα δράσης που διαθέτει σε αφθονία και επάρκεια όλα τα ειδολογικά χαρακτηριστικά.

Όχι ακριβώς του γούστου μου, αφού σπάνια με απασχολεί το πώς τελειώνει ένα μυθιστόρημα, αλλά το πώς ο συγγραφέας περπατά μέχρι την τελευταία σελίδα, όμως, ίσως και επειδή είχα την ανάγκη να βουλιάξω σε μια εκτεταμένη αφήγηση, το απόλαυσα αρκετά αυτό το βιβλίο, παρά τις όποιες αδυναμίες του. Αδυναμίες εξαιτίας της μη προτίμησής μου για τα βιβλία δράσης, ανατροπών και κορυφώσεων, που αναπόφευκτα αφήνουν άλλα συστατικά έξω από την εκτέλεση. Χρειαζόμουν, ωστόσο, μια μεγάλη αφήγηση, κατά τόπους ανοικονόμητη και επιφανειακή, και το Να σώσουμε τη φωτιά μου την προσέφερε απλόχερα, φαντάζομαι, για τους ίδιους λόγους κάποιοι θα επιλέγουν να δουν μια σειρά.

Αναπόφευκτα το μυθιστόρημα διαθέτει μια σειρά από ευκολίες και στερεότυπα, αρχής γενομένης από τον παράνομο και τρελό έρωτα. Και αν η επιφάνεια είναι αυτή, και το βάθος της Μαρίνας και του κόσμου της, της γυάλας μέσα στην οποία έζησε μέχρι να μπλεχτεί σε αυτή τη σχέση, είναι πεπερασμένο και κάπως αφελές, δεν συμβαίνει το ίδιο με το υπέδαφος των δύο αδελφιών. Η επιστολή προς τον νεκρό πατέρα διαθέτει μια ισχυρή δυναμική, οι αντιφάσεις του, η παρουσία του στο σπίτι, η σύγκρουση ανάμεσα στα πιστεύω του και την καθημερινή πρακτική, που οδήγησε τον Χοσέ να του βάλει φωτιά και να τον κάψει ζωντανό, να πληρώσει γι' αυτό, να πληρώσει σκληρά, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να απομείνουν πίσω, ανάμεσα στη στάχτη με την οποία γέμισε η ζωή τους, κυρίως ο μεγαλύτερος αδερφός, που κατά κάποιο τρόπο θαύμαζε τον μικρότερο, την κοινωνική του άνεση, την ερωτική του αυτοπεποίθηση, την εξωτερική του εμφάνιση, ξανθός και ψηλός, σαν να ήταν παιδί άλλων γονιών, και τώρα, απευθυνόμενος στον πατέρα, να πιάσει το νήμα από την αρχή, να του υπενθυμίσει τα λάθη του, τις στιγμές τρόμου, τον φόβο με τον οποίο τα τρία του παιδιά μεγάλωσαν με μια αυστηρή εκπαίδευση, και όσα έγιναν από τη δολοφονία του και ύστερα, αυτή τη λεπτή ισορροπία της σχέσης των δύο αδελφιών, το πώς ο μεγαλύτερος διαχειρίστηκε τον θυμό και τον θαυμασμό για τον μικρότερο, που χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και βροντοφώναξε ένα: ως εδώ.

Το Να σώσουμε τη φωτιά, για το είδος του, διευκρινίζω, είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα που υπόσχεται μια αχόρταγη ανάγνωση, φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο, παρά τις όποιες αδυναμίες διαθέτει. Είναι σημαντικό, θεωρώ, να καλύπτεται η ανάγκη πίσω από την κάθε ανάγνωση, να μπορεί ο αναγνώστης να απαντήσει με ειλικρίνεια τι ήταν εκείνο που πρόσμενε και τι εκείνο που εν τέλει έλαβε. Θέλω να πω πως αν ήθελα να διαβάσω ένα μυθιστόρημα ιδεών που δυνητικά να μπορούσε να καταταγεί στην υψηλή λογοτεχνία, τότε εξαρχής η επιλογή του συγκεκριμένου θα ήταν προβληματική και άστοχη. Ήθελα μια μεγάλη αφήγηση, κάτι παραπάνω, είχα ανάγκη από μια μεγάλη αφήγηση και πόνταρα στο μυθιστόρημα του Αριάγα, επιλογή που εκ των υστέρων αποδείχτηκε η κατάλληλη.

Επιπλέον, πέρα της απόλαυσης της παράλληλης πραγματικότητας, η επιστολή του μεγάλου αδερφού προς τον πατέρα προσέδωσε στην εμπειρία μια υπεραξία που δεν την περίμενα, μια υποαφήγηση που στηρίχτηκε στις άλλες δύο, μόνη της και ως υπήρξε δεν θα λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο. Τώρα, τελειώνοντας το κείμενο αυτό, σκέφτομαι πως χωρίς αυτή ίσως και να μην έγραφα καν, εκείνη είναι που περισσότερο θέλω να διατηρήσω στη μελλοντική μου μνήμη, όταν ίσως για το βιβλίο αυτό να μην θυμάμαι τίποτα περισσότερο από το ότι πέρασα καλά, πως απόλαυσα μια μεγάλη σε έκταση αφήγηση όταν την είχα ανάγκη. Μαζί και μια υπενθύμιση, ο αρχικός ορίζοντας προσδοκιών μόνο στο τέλος της διαδρομής δύναται να κριθεί. Και εδώ οι προσδοκίες υπερκεράστηκαν και με το παραπάνω.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Νάννα Παπανικολάου
Εκδόσεις Ίκαρος

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Μυστικά δωμάτια - Luis Jorge Boone

Τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία. Πάντοτε κάποιο υπάρχει στο κομοδίνο ή στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ, σε απόσταση βολής από τις πλέον συνήθεις θέσεις ανάγνωσης. Πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, σε κάποιο αναγνωστικό κενό, μεταξύ βιβλίων, ή όταν κάποια ανάγνωση δεν τραβάει, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, η επιθυμία, ενίοτε με τον μανδύα της υποχρέωσης —παρέα με το ερώτημα: τι μπορεί να είναι εκείνο που από τα βάθη γεννά το αίσθημα της υποχρέωσης—, να διαβάσω ένα δοκίμιο, συνήθως σχετικό με τη θεωρία της λογοτεχνίας ή γύρω από κάποιο θέμα που με απασχολεί ή μοιάζει ικανό να με απασχολήσει. 

Αυτή η υποχρέωση, ή επιθυμία —για να μείνω σταθερός στην παραπάνω περίοδο—, ήταν που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να κάνω το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής πριν από κάποια χρόνια, αυτή ωστόσο είναι μια άλλη, αρκετά περίπλοκη, ιστορία. Όπως και να έχει, τα δοκίμια συνήθως χάνουν από τη μυθοπλασία, που με αποπλανά και με τραβάει κοντά της με τα κάλλη και τις απολαύσεις που υπόσχεται και προσφέρει.

Ενίοτε, προς υπεράσπιση του εαυτού μου, κάπως η υποχρέωση εδώ υπερτερεί, προβαίνω σε ένα εύκολο παιχνίδι και λέω: κάποιοι προτιμούν να διαβάζουν για τη λογοτεχνία και κάποιοι άλλοι προτιμούν να διαβάζουν λογοτεχνία. Επιχείρημα χαμηλής στάθμης, το παραδέχομαι, ένα λεκτικό παιχνίδι κενό. Και όμως το λέω. Λέω κάτι ακόμα, πως διαχωρίζω την ανάγκη να γνωρίσω από την ανάγκη να μάθω, ανάγνωση βέρσους διάβασμα, να ένα ακόμα λεκτικό παιχνίδι.

Η λογοτεχνικότητα ενός δοκιμίου, κάτι που στην εποχή που το αυτό λαμβάνει θέση και μπροστά από το δοκίμιο, εκτός από τη λογοτεχνία, είναι ακόμα πιο σύνηθες να συμβαίνει, σίγουρα με βοηθάει, ασκώντας αποπλάνηση και έλξη.  Στα υβρίδια βρίσκω τον εαυτό μου. Υβρίδια γιατί πατούν σε δύο βάρκες, η σανίδα που τις κρατά σταθερά ζευγάρι είναι η αγάπη για τη λογοτεχνία, το πάθος, ο συγγραφέας αναγνώστης, που δεν νιώθει άνετα μόνο στον έναν ή τον άλλο ρόλο, που νιώθει πως χρωστάει πολλά στον ποταμό, εκεί που έμαθε, έπαιξε, ξεδίψασε και είδε τον μονοσήμαντο κόσμο να διαλύεται. Τα βιβλία αυτά διακρίνονται από το πάθος για την ανάγνωση. Αυτή είναι η κοινή επικράτεια που απλώνεται αναμεταξύ μας.

Να μια κατηγορία δοκιμίου, όχι σκληρά ακαδημαϊκού, αλλά μη μυθοπλαστικό σίγουρα, που ξεγελά την όποια άμυνα. Αυτή η προσδοκία γεννήθηκε όταν έπιασα στα χέρια μου τα Μυστικά δωμάτια του Λουίς Χόρχε Μπόνε, με τον υπότιτλο: Περί ασθένειας, πόνου και σώματος στη λογοτεχνία.

Αν θέλω, που θέλω, να είμαι ειλικρινής, ο υπότιτλος παρέα με προσδοκίες ύψωσε και τείχη φόβου, φόβου πως σε μια εποχή που το βιβλίο-φάρμακο κυριαρχεί ως λογοτεχνική τάση, με δεκάδες τίτλους να κυκλοφορούν κάθε χρόνο, ιδιαίτερα από χώρες της Άπω Ανατολής, με τον βιβλιοπώλη-φαρμακοποιό να πρωταγωνιστεί. Και επειδή άνθρωπος είμαι και αδυναμίες ένοχης απόλαυσης έχω, το πρόβλημά μου με τη συγκεκριμένη κατηγορία δεν είναι τόσο το όχι υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο, αλλά ο ευκαιριακός, κοελικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η ανάγνωση και η λογοτεχνία εν γένει, αυτή η αφελής σκέψη πως το διάβασμα κάνει καλό, με τον τρόπο ενός προσωπικού προπονητή αυτοβελτίωσης σε ρόλο συγγραφέα. Καθόλου πάθος δεν ενυπάρχει σε αυτές τις απόπειρες, και για το απαραίτητο πάθος τα είπαμε κιόλας.

Στο πάθος έγκειται η βασική διαφορά που καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Ο Μπόνε, συγγραφέας ποίησης και λογοτεχνίας, έχει πάθος με τη λογοτεχνία, με την ανάγνωση εν γένει.

Και αν μπορεί κανείς εύκολα να ισχυριστεί πως ο κεντρικός άξονας του παρόντος βιβλίου είναι μια ανθολόγηση της σχετικής λογοτεχνίας, μια διάθεση να παντρευτεί το ενδοκειμενικό με τις εξωκειμενικές συνθήκες, το τι έγραψαν και το τι έζησαν στα παρασκήνια οι συγγραφείς, μια λίστα με ονόματα γνώριμα και άλλα προς περαιτέρω διερεύνηση —να ένα κακό, η λίστα ολοένα και μεγαλώνει—, ο τρόπος, εν συντομία, με την οποία το βίωμα γίνεται λογοτεχνία, υπάρχει ο κίνδυνος να μην διαφανεί εκείνο που κατά τη γνώμη καθιστά τα Μυστικά δωμάτια ένα δυνατό δοκίμιο, ένα παράγωγο σκέψης, που ξεπερνά τα όρια της απλής ανθολόγησης και της παράθεσης διακειμενικών αναφορών, και έχει να κάνει με μια αναρώτηση αρκετά πιο πέρα από το πώς το βίωμα περνάει στις σελίδες ενός βιβλίου, αλλά σχετίζεται με τη διερεύνηση του αν το παράγωγο αποτελεί λογοτεχνικό προϊόν αξιώσεων ή αν μένει και λιμνάζει σε μια προσωπική ανάγκη ανακούφισης μέσω της γραφής.

Ο Μπόνε δεν το φέρνει αυτό σε πρώτο επίπεδο, εκεί αφήνει τα νήματα, τα βιβλία και τους συγγραφείς, ανθολογεί, χωρίς ωστόσο να βαυκαλίζεται περί των αναγνωστικών του περγαμηνών, δεν λέει τι γαμάτος που είμαι που τα έχω διαβάσει όλα αυτά, αντίθετα, μάλλον, αφήνει να διαφανεί η μεγάλη παραδοχή, καθοριστική για τη ζωή του κάθε αναγνώστη, πως δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για μια πλήρη και καθολική εποπτεία, πως δυνατό αναγνώστη σε κάνουν τα βιβλία που επέλεξες να μην διαβάσεις προσφέροντας τον διαθέσιμο χώρο σε άλλα, που για τον έναν ή τον άλλο λόγο τα θεώρησες πιο επείγοντα αναγνώσματα.

Ο συγγραφέας-αναγνώστης-μελετητής διερευνά ανάμεσα στις γραμμές, με έναν τρόπο αυστηρό και φροντιστικό ταυτόχρονα, διαβάζει ξανά και ξανά τα βιβλία στα οποία αναφέρεται, διερευνά με τον ήπιο τρόπο του, παραθέτοντας αποσπάσματα ή σχολιάζοντας κάτι φαινομενικά άσχετο με τα βιβλία αυτά, και αυτός ο τρόπος —η πρόθεση ή η φιλοδοξία— έρχεται να ενδύσει τα Μυστικά δωμάτια με περαιτέρω αξιώσεις —ή και να το καταστήσει ακόμα-ακόμα— δοκίμιο πέρα από τον ορίζοντα του προβληματικού αυτοδοκιμίου. Έτσι, πετυχαίνει δύο στόχους: ένα απολαυστικά γοητευτικό ανάγνωσμα, μια περιδιάβαση σε αναγνωστικά τοπία, που κάθε αναγνώστης λαχταρά, η κουβέντα για τη λογοτεχνία, τι πιο ωραίο θέμα συζήτησης, ιδιαίτερα όταν ο συνομιλητής σου διαθέτει το πάθος, ενώ, ταυτόχρονα, ξεπερνά τους όποιους περιορισμούς μια ανθολόγηση διαθέτει, πηγαίνοντας αρκετά πέρα από το απλό γιατί επέλεξε αυτά τα παραδείγματα, δοκιμάζοντας να δώσει πιθανές απαντήσεις ή ενδείξεις, σίγουρα όχι βεβαιότητες, κανένας αναγνώστης δεν θα κατέφευγε στην απομάγευση του αυστηρού αιτιοκρατισμού, αυτό το μαγικό και εν μέρει ανεξήγητο είναι που τον καθηλώνει, άλλωστε, στο πώς το προσωπικό γίνεται λογοτεχνία, στο γιατί μια ατομική ιστορία/τραύμα/βίωμα/έρωτας/απώλεια/προσθέστε ό,τι άλλο θέλετε μας αφορά. Τι είναι αυτό που κάνει, για παράδειγμα, τη γραφή της Ερνό να ξεχωρίζει λογοτεχνικά ή γιατί η Ντιντιόν με το Η χρονιά της μαγικής σκέψης συνεισφέρει στο ποτάμι της ανθρώπινης εμπειρίας.

Ο Μπόνε αποκλείεται, μετά βεβαιότητας το λέω, να διέθετε εξ αρχής μόνο επιστημονικό/ακαδημαϊκό/μελετητικό ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία της ασθένειας, του πόνου και του σώματος. Η προσωπική/συναισθηματική/υπαρξιακή ανάγκη προηγήθηκε και μόνο αργότερα απέκτησε σώμα με κοινά χαρακτηριστικά. Αυτή ήταν και η φοβία μου άλλωστε, η υποψία αυτή. Αναρωτιόμουν αν θα πετύχαινε να υπερκεράσει τους περιορισμούς της απλής προσωπικής ανάγκης, αν τα Μυστικά δωμάτια θα είχαν περαιτέρω αξιώσεις. Τώρα ξέρω, και ας μην είμαι απόλυτα σίγουρος για το πώς το πέτυχε, κάτι που ελάχιστη σημασία έχει.

Τα Μυστικά δωμάτια είναι το δεύτερο βιβλίο μιας πολλά υποσχόμενης σειράς που επιμελείται ο Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, είχε προηγηθεί το Οκτώ Άγγλοι Δοκιμιογράφοι.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ραγισμένοι - Alaíde Ventura Medina

Αρχικά οι εκδόσεις Carnívora ταυτίστηκαν με το λατινοαμερικάνικο νουάρ, δίνοντας ένα ευδιάκριτο στίγμα επιλογών και αισθητικής, σύντομα ωστόσο, παραμένοντας σε ισπανόφωνο έδαφος, ενέταξαν στον κατάλογό τους την κίτρινη σειρά, αποτελούμενη από μια λογοτεχνία σύγχρονη, με βάση το σκληρό βίωμα, μια συγκαιρινή τάση της λογοτεχνίας για το τραύμα και την απόπειρα επούλωσης, για τη δύσκολη και αποπροσανατολισμένη ενηλικίωση, που φλερτάρει με το αυτοβιογραφικό στοιχείο, με την αυτομυθοπλασία.

Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο της Μεξικανής, γεννημένης το 1985, Αλαΐδε Βεντούρα Μεδίνα, το πρώτο της ωστόσο που μεταφράζεται και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Είναι η ιστορία δύο αδερφών στην οδυνηρή σκιά ενός κακοποιητικού πατέρα, μια ενηλικίωση γεμάτη από φόβο και τραύματα, ψυχικά και σωματικά, ιστορία που η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια θα διηγηθεί με φώτα πορείας κάποιες διάσπαρτες φωτογραφίες του αδερφού της, που εκείνος επέλεξε να κρατήσει. Η αφηγήτρια επιχειρεί πρώτα να απαντήσει στο γιατί επέλεξε να κρατήσει τη μία ή την άλλη φωτογραφία, ακολούθως να περιγράψει τη συνθήκη στο πλατό, όλα εκείνα που δεν φαίνονται στη στιγμιαία λήψη, έξω από το κάδρο.

«Είναι σημαντικό να έχεις έναν συνεργό. Δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά μοιάζει καλή ιδέα να βασίζεσαι σε κάποιον που επίσης κατάγεται από εκείνον τον τόπο. Μάτια που γνώρισαν τον ίδιο πόλεμο, που έχασαν την ίδια πατρίδα. Δεν είναι αδύνατο να τα βγάλεις πέρα χωρίς σύντροφο. Είναι απλώς πιο δύσκολο. Η ιστορία θα πρέπει να ξαναπλαστεί από την αρχή. Ακόμα και έτσι, με συντροφιά, θα αποδειχτεί ανακριβής».

Στις πρώτες αυτές γραμμές θα υπονοηθεί η επιτακτικότητα αυτής της αφήγησης, θα επισημανθεί ωστόσο και η συγκυρία ύπαρξης ενός ακόμα θύματος ως συντρόφου, η γεμάτη αντίστιξη ευτυχής συγκυρία ύπαρξης ενός ακόμα θύματος, αλλά, κυρίως, η εξ αρχής και εν γνώση της επίγνωση της ανακρίβειας. Η αναπόφευκτη ανακρίβεια είναι που σχετικοποιεί σε μεγάλο βαθμό την αλήθεια, το αν τα πράγματα έγιναν όντως έτσι, αφού, ακόμα και αν πεις τη δική σου ιστορία, μορφή μυθοπλασίας θα έχει.

Μια τραυματική και επίπονη ενηλικίωση δεν φέρει a priori κάποια πρωτοτυπία, αποτελώντας κοινό λογοτεχνικό έδαφος ανά τους αιώνες της γραφής, ταυτόχρονα, ωστόσο, η μοναδικότητά της την κάνει να είναι ξεχωριστή.

Η Μεδίνα μοιάζει να έχει υπόψη της τους περιορισμούς και τις παγίδες αυτής της αφηγηματικής απόπειρας, ξέρει πως δεν έχει πολλά περιθώρια πρωτοτυπίας, ούτε στη μορφή ούτε στο περιεχόμενο, και συμβιβάζεται με αυτό, ίσως ξέρει ακόμα πως οι Ραγισμένοι είναι ένα μυθιστόρημα με κοντό λογοτεχνικό ταβάνι. Είναι μια επίγνωση αυτή που στο μυαλό μου δίνει τον χαρακτήρα μιας τιμιότητας προθέσεων. Έχει μια ιστορία να πει, μια ιστορία δύσκολη, μοναδική ωστόσο για τα θύματα, επιλέγει μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση και μέσω αυτής αναδύεται το γιατί είναι σημαντικό αυτή η ιστορία να ειπωθεί. Το εύρημα με τις φωτογραφίες, τι και αν δεν είναι πρωτότυπο, αποδεικνύεται άκρως λειτουργικό, τεχνικά και κατασκευαστικά, αφού μέσω αυτού διερευνάται το τι επιλέγουμε να κρατήσουμε αναμνηστικό από το παρελθόν· μια στιγμή νηνεμίας  και η νοσταλγία ξεπηδά.

Με τρόπο λιτό και χωρίς έντονες εξάρσεις, η Μεδίνα διαχειρίζεται το υλικό της ενηλικίωσης ως κάτι που έχει συμβεί και δεν αποτελεί έκπληξη για την αφηγήτρια, κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα ήταν τεχνητό και διόλου αληθοφανές, θα βαρυφόρτωνε με αχρείαστη ένταση την αφήγηση, ένας αυτοσκοπός, ένας συναισθηματικός εκβιασμός του αναγνώστη, μετατοπίζοντας την ανάγκη της αφήγησης σε εδάφη λύπησης και όχι προσωπικής ανάγκης. Η επανάληψη της διανυθείσας διαδρομής, άλλωστε, όταν συμβαίνει σε πρώτο πρόσωπο, σκοπό έχει τη διερεύνησή της από το υποκείμενο, η ανάγκη για κατανόηση και επαναδιαπραγμάτευση προηγείται του μοιράσματος, να αφεθεί όσο από το βάρος είναι δυνατόν πίσω στο παρελθόν, να κάνει την πορεία προς το μέλλον πιο διαχειρίσιμη, να βοηθήσει την επούλωση του τραύματος.

Οι Ραγισμένοι ανήκουν στη λογοτεχνία που λειτουργεί αντιστικτικά ανάμεσα στο τι λέει και το πώς το λέει, στην καλή λογοτεχνία που ανάγει το φαινομενικά ατομικό σε κοινό έδαφος, χωρίς να κραυγάζει άναρθρα, πατώντας στέρεα παρότι το έδαφος του βιώματος είναι εξ αρχής σαθρό. Ένα μυθιστόρημα που φαινομενικά δεν ξεχωρίζει, ένα ακόμα ανάμεσα σε πολλά παρόμοια, που ωστόσο συνεχίζει να λειτουργεί και να καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερο χώρο εντός του αναγνώστη για καιρό. Και αυτό λέει αρκετά για το βιβλίο αυτό.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών)

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Μαρία Αθανασιάδου
Εκδόσεις Carnívora

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κακιά - Myriam Gurba

Σε φάση πλημμυρίδας, λίγο πριν από τις γιορτές, μια έκπληξη. Από το 2019, σε σταθερό βηματισμό, το έντυπο Yusra έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν πυρήνα ανατροφοδοτούμενου διαλόγου για το εδώ και το τώρα, διευρύνοντας ολοένα το αναγνωστικό κοινό. Η είδηση της επικείμενης κυκλοφορίας ενός βιβλίου, η συστέγαση ενός εκδοτικού οίκου στο περιοδικό εγχείρημα, δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο, προσδοκίες. Προσδοκίες ποικίλες, μεταξύ άλλων, η συγχρονία. Η Κακιά, της Μίριαμ Γκούρμπα, σε μετάφραση Ζωής Κόκκα και επιμέλεια Γιώτας Τεμπρίδου, με την ιδιαίτερη αισθητική στην έκδοση, ήταν πια στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Η Σοφία, διέσχιζε ένα βράδυ το γήπεδο μπέιζμπολ της γειτονιάς, ένιωσε μια παρουσία, ήρθε αντιμέτωπη με τον βιαστή και δολοφόνο της. Το αίμα κύλησε σκούρο. «Ένας παρουσιαστής στις ειδήσεις περιέγραψε τον φόνο ως "τον μέχρι θανάτου ξυλοδαρμό με ρόπαλο μιας περαστικής στο Όουκλι Παρκ"», η Σοφία, η βιασμένη και νεκρή Σοφία ήταν για τον παρουσιαστή στις ειδήσεις μια περαστική, μια ανώνυμη περαστική, σε λάθος σημείο και σε λάθος στιγμή. Η Σοφία, όμως, ήταν και κάτι άλλο, μια Ιφιγένεια που θυσιάστηκε, στη θέση άλλων περαστικών στο Όουκλι Παρκ. Το προνόμιο, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην τυχαιότητα, στη συγκυρία, όχι στη σύνθετη μόνο, σε εκείνη που φέρνει στον κόσμο ένα άτομο, μη λευκό, μη αρσενικό, μη πλούσιο, μη προνομιούχο, αλλά και στην απλή συγκυρία, στην επιλογή διάσχισης ενός πάρκου, μια νύχτα. Η αφηγήτρια, που έχουμε κάθε λόγο να θεωρούμε πως ταυτίζεται με τη συγγραφέα, περνούσε και εκείνη από το πάρκο αυτό. Μάλιστα, ένα βράδυ παραλίγο θα ήταν η Σοφία ή η Ιφιγένεια, εκείνη γλίτωσε, το κακό είναι και αυτό σχετικό. «Η Σοφία είναι πάντα μαζί μου. Με στοιχειώνει. Η ενοχή είναι φάντασμα».

Η ενοχή του ελάχιστου προνομίου, της απλής σύμπτωσης, του τυχαίου που γεννά τον τρόμο του μη ελέγχου. Η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από τη γέννησή της, σελίδα τη σελίδα θα πλησιάσει ως εκεί, μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του χρόνου, μια σειρά από συμπτώσεις, μια σειρά από αποφάσεις, μια σειρά από απλά γεγονότα, όπως η απλή επιλογή της διάσχισης ενός πάρκου μια συγκεκριμένη νύχτα. Η ενοχή εκλύεται από δύο παρεμφερή σημεία, θα μπορούσα να είμαι εγώ, μπορεί να είμαι εγώ, δεν ήμουν εγώ, όχι ακόμα, ήταν η Σοφία, ήταν η κάθε Σοφία, η κάθε ανώνυμη και αβιογράφητη περαστική ενός πάρκου.

Φέτος το καλοκαίρι διάβασα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήταν μια από τις πιο δυνατές εμπειρίες. Η αφήγηση της αδερφής της Λιλιάνα ακόμα διευρύνεται μέσα μου. Κυρίως γιατί ήρθε να σπάσει το απόστημα της περαστικής ενός πάρκου, των αρχικών ενός ονόματος, τον αριθμό μιας ηλικίας, μια ακόμα προσθήκη σε ένα άθροισμα δολοφονημένων γυναικών. Η αδερφή της έρχεται να συγκρουστεί με αυτό. Η Λιλιάνα υπήρξε. Η Λιλιάνα υπήρξε και δολοφονήθηκε.

Υπήρχε μια περίοδος που το μόνο που ενδιέφερε την αφηγήτρια ήταν το διάβασμα και η γυμναστική, αδιαφορούσε για ό,τι άλλο, να δυναμώσει το μυαλό, να δυναμώσει το σώμα, να καταστεί πρώτα ένας άρτιος αμυντικός μηχανισμός, ύστερα επιθετικός, η απειλή ήταν παντού. Πιάνομαι από το σημείο αυτό για δύο λόγους, ο πρώτος, προσωπικός και υποκειμενικός, γιατί ένιωσα μια κάποιου είδους, ανεδαφική το παραδέχομαι, ταύτιση, ένιωσα να καταλαβαίνω την εμμονή αυτή, με την αδυναμία στον πυρήνα, αδυναμία που γεννοβολά διαρκώς τρόμο που θέτει επί κινδύνω την ίδια την ύπαρξη· ο δεύτερος είναι γιατί διακρίνω εδώ μια επιφάνεια επιθετικότητας από την πλευρά του προνομίου του να νιώθεις άτρωτος και ασφαλής, νιώθω να ακούω, συνοδεία ενός μειδιάματος, έναν ψίθυρο, ύφους αμέτρητων καρδιναλίων, προς τι τέτοια επιθετικότητα, προς τι τέτοια στάση, αρκεί να προσέχει, τι φοράει, με ποιον κυκλοφορεί, πού πηγαίνει, η υπερβολή δεν μου αρέσει, νιώθω να λέει αυτός ο ψίθυρος, για να καταλήξει, χωρίς πρωτοτυπία, σε θεωρητικές ριπές, αυτό εδώ δεν είναι λογοτεχνία.

Υπάρχει αυτή η μερίδα του πληθυσμού, διόλου αναπάντεχα διαθέτει προνόμιο, που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με όρους θεάματος, όταν βαρεθεί κάτι απλώς σταματάει να παρακολουθεί, διατυμπανίζει τη βαρεμάρα που του προκαλούν όλα αυτά, βαρέθηκα λέει με όλη αυτή την υπερβολή με τις γυναικοκτονίες, κούρασε όλο αυτό. Και κάπως έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, προστίθεται λίπασμα και κοπριά στο παρτέρι της ενοχοποίησης του θύματος και όσων προστρέχουν σε αλληλεγγύη. Πού είναι τα παλιά τα χρόνια που η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, αφορούσε ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, ωραίες εποχές, ωραία χρόνια, η ομορφιά των εικόνων και των λέξεων, η συντήρηση σε χαμηλή θερμοκρασία.

Επιστρέφω στο μυθιστόρημα αυτό καθαυτό. Μετά τις πρώτες ποιητικές σελίδες, στις οποίες η αφηγήτρια μας μιλάει για εκείνο το βράδυ όταν η Σοφία βιάστηκε και δολοφονήθηκε, συνεχίζει με ένα πιο στακάτο, πιο θυμωμένο, πιο γυμνό βηματισμό, πιάνει την ιστορία της, της αφηγήτριας, από την αρχή. Η ποιητικότητα των πρώτων σελίδων, ίσως ξενίσει, ίσως φανεί κάπως γλυκερή, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τίτλο του μυθιστορήματος, δικαιολογείται ωστόσο, ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη Σοφία, στον οποίο η αφηγήτρια δεν κρύβει την αμηχανία που ένιωσε στο άκουσμα της είδησης, τις χαζές σκέψεις αναλογίας που της ήρθαν κατά νου, η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, το γιαούρτι, η Σοφία Λόρεν. Θα ήταν απάνθρωπη μια σοβαροφανής αντιμετώπιση, εκ των υστέρων σμιλεμένη, ανεξάρτητα από την όποια θεωρητική σκευή η χρονική απόσταση προσκόμισε. Ο τρόμος, ο θυμός, η οργή, η θλίψη, αρχικά προκαλούν μια αμηχανία, μια αποσύνδεση, μια συνθήκη εκτός πλαισίου, ένα κακό αστείο, ένα καθόλου αστείο λογοπαίγνιο, μια σκέψη βαλβίδα εκτόνωσης.

Στη συνέχεια, με την άνεση που η χωροχρονική απόσταση προσφέρει απλόχερα, η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα φτάσει ως εκείνο το βράδυ, θα αναμετρηθεί με μια ενοχή άδικη αλλά υπαρκτή, όχι ενός στείρου ανθρωπισμού, κάτι του στυλ καλύτερα να είχαν βιάσει και δολοφονήσει εμένα, κροκοδείλια και υποκριτική στάση, αλλά μια ενοχή ανακούφισης, μια ενοχή σύμπτωσης, μια υπενθύμιση, ωστόσο, προς την ίδια την εαυτή της. Θυμός και οργή ακόλουθα της θλίψης και του φόβου.

Ας διευκρινίσουμε, ωστόσο. Το περιεχόμενο της αφήγησης από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η όποια αρχική δυναμική του σύντομα θα εξασθενούσε και επειδή δεν έχει τη μορφή θεωρίας ή δημοσιογραφικού λόγου δεν θα είχε το απαραίτητο καύσιμο. Η Κακιά διαβάζεται σε υψηλή ένταση. Συμβαίνει και εδώ, όπως ακόμα πιο εμφανώς μου συνέβη διαβάζοντας Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, να υπάρχει μια διαρκής αμφιθυμία, ο ζόφος και η αναγνωστική απόλαυση, τι ντούετο, η ενοχή του αναγνώστη που απολαμβάνει μια σκληρότητα, που αντί να αποστρέφει το βλέμμα βυθίζεται στην ανάγνωση. Η Γκούρμπα λεκτικοποιεί την οργή, τον φόβο, τον θυμό, τη θλίψη, αρνείται να διαπραγματευτεί τα αίτια, αρνείται να διδάξει, δεν επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα του προνομίου, εκείνο υπάρχει εκεί και κινείται παράλληλα, το θα μπορούσα να είμαι εγώ δεν είναι μια υποκριτική λούπα συναισθηματικού εκβιασμού και χειραγώγησης, θα μπορούσε να είναι εκείνη, θα μπορούσε να είναι όποια άλλη, θα μπορούσε να είναι εκείνη αλλού, μέρα μεσημέρι μέσα στο αυτοκίνητό της γυρίζοντας σπίτι της αρνούμενη να δεχτεί τον έλεγχο ενός ένστολου τέρατος, για παράδειγμα.

Η Γκούρμπα καταφέρνει και κάτι ακόμα σημαντικό, με έναν τρόπο φαινομενικά παράδοξο. Μιλάει για την εαυτή της, δεν επιχειρεί να μιλήσει στο όνομα της φυλής και του φύλου, όχι περισσότερο απ' όσο αυτά συνθέτουν μαζί με άλλα την ταυτότητά της. Και όμως, αντί αυτό να έχει ως αποτέλεσμα μια εγωκεντρική ιδιώτευση, μια αναχωρητικότητα με ρεαλιστικό μανδύα, η Κακιά πετυχαίνει να συμπεριλάβει, να ενσωματώσει, να αποτυπώσει το ζόφο. Το κάνει επειδή δεν το κάνει. Το κάνει γιατί δεν το εκβιάζει. Γιατί δεν το περιορίζει. Λέξεις κενές η ειλικρίνεια και η ρεαλιστική αποτύπωση. Δεν αρνούμαι, φλέρταρα μαζί τους, να τις προσθέσω στις αρετές. Είναι ωστόσο κενές. Είναι κενές γιατί δεν διακυβεύεται αυτό εδώ. Υπάρχει αυτή η παρεξήγηση, ηθελημένη σε μεγάλο βαθμό, η αυτομυθοπλασία να κρίνεται με βάση την ακρίβεια και την αλήθεια. Θυμάμαι και οργίζομαι με εκείνον τον γόνο που αμφισβήτησε τον βιασμό που διαπραγματεύεται ο Λουί στο δεύτερο βιβλίο του. Πρόσφατα έγραψα ένα κείμενο για τις Αδέσποτες σκύλες της Ντάλια ντε λα Σέρδα, διακρίνω ένα νήμα σύνδεσης μεταξύ των δύο βιβλίων, άσχετα που τις Αδέσποτες σκύλες τις περιβάλλει ένα (λεπτό) χαρτί μυθοπλασίας.

Η Κακιά είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο από ένταση, ένα παράδοξα τρυφερό και γεμάτο από οργή ανάθημα, μια αφήγηση γύρω από ένα εγώ που δημιουργεί ωστόσο έναν τόπο κοινό, που δεν ενισχύει απλώς την εικόνα μας για τον κόσμο, δεν επιβεβαιώνει ή σοκάρει, άραγε ποιους;, τα όσα γνωρίζαμε από πριν, δεν έρχεται με προγραμματικές θέσεις και προθέσεις, και ίσως γι' αυτό τα καταφέρνει και σε αυτό το πεδίο, πέρα από εκείνο της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τις Αδέσποτες σκύλες εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ζωή Κόκκα
Εκδόσεις Yusra

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Αδέσποτες σκύλες - Dahlia de la Cerda

Γεννημένη το 1985, η Ντάλια δε λα Σέρδα είδε τις Αδέσποτες σκύλες της, μια συλλογή διηγημάτων, να μεταφράζονται, να διαβάζονται, να συζητιούνται, να αποκτούν ένα hype στο διαδίκτυο, να προτείνονται για βράβευση, πρόσφατα κυκλοφόρησαν και στα ελληνικά, σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη, από τις εκδόσεις Carnívora, με το εστιασμένο ενδιαφέρον της κίτρινης σειράς, σε γυναικείες (κυρίως) ισπανόφωνες συγγραφείς.

Δεκατρία διηγήματα μεσαίας έκτασης, όλα σε πρώτο θηλυκό πρόσωπο, με ευθεία δευτεροπρόσωπη απεύθυνση σε ένα άλαλο, αμέτοχο εσύ, ένα μπουκέτο από διάφορες φωνές, πότε ηλικιωμένες, πότε νεκρές, πότε προνομιούχες, πάντοτε ωστόσο με έναν θυμό, λιγότερο ή περισσότερο εμφανή, με μια διάθεση να ακουστούν, να πουν την ιστορία τους τώρα που τους δόθηκε η ευκαιρία, πριν σωπάσουν οριστικά, να στρέψουν το βλέμμα σε εκείνη την πρότερη ζωή, σε όσα την προσδιόρισαν και, αργά ή γρήγορα την καθόρισαν, όσα εκείνες υπήρξαν, ενάντια σε όσα οι άλλοι θεωρούσαν πως βλέπουν, πως έχουν απέναντί τους, όσα οι άλλοι καταδίκασαν.

Η συνοχή μιας συλλογής διηγημάτων, το χτύπημα απέναντι στην τυχαία συνύπαρξη πλάι πλάι, είναι καθοριστική για την αναγνωστική πρόσληψη. Κάποια μικρά νήματα ενώνουν κάποιες ιστορίες μεταξύ τους, ένας δεύτερος ρόλος σε κάποια γίνεται πρώτος, όμως αυτό δεν είναι το καθοριστικό νήμα, ο απαραίτητος άξονας περιστροφής. Ούτε η γλώσσα, μεγάλη εδώ η συνεισφορά της μεταφράστριας, είναι ομόφωνη, συναισθήματα κοινά υπάρχουν, το γλωσσικό πλαίσιο είναι σύγχρονο, η αμεσότητα και η παντελής έλλειψη λογοτεχνικού ραφιναρίσματος, επίσης, ωστόσο είναι διακριτές, όπως διακριτή είναι και η ζωή τους, το πλαίσιο ύπαρξης, μόνο με πολλές υποχωρήσεις και συμβιβασμούς μπορούμε να μιλήσουμε για μια κοινή γυναικεία εμπειρία. Το νήμα, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτή η διακριτότητα μεταξύ των αφηγηματικών υποκειμένων, αυτές οι δεκατρείς, που θα μπορούσαν να είναι ακόμα περισσότερες, αφηγήτριες που εξιστορούν πώς συνέβησαν τα πράγματα, ποια ήταν η καθοριστική στιγμή που με τον τρόπο της η καθεμία πήρε την απόφαση, την κρίσιμη απόφαση, επωμίστηκε δια παντός τον ρόλο του θύτη ή του θύματος, έκλαψε όταν πια οι δακρυϊκοί αδένες απορρυθμίστηκαν.

Για μένα, το σοκαριστικό δεν είναι οι αφηγήσεις αυτές, αλλά το γεγονός πως ακούγονται σπάνια, σχεδόν ποτέ από τις ίδιες τις αφηγήτριες, τα ίδια τα υποκείμενα, αλλά ετεροκαθορίζονται, ετεροαφηγούνται. Σοκαριστικό, για μένα επίσης, είναι αυτή η αντανακλαστική σκέψη περί της πιθανότητας υπερβολής, αυτή η απόπειρα να εντοπιστεί και να καυτηριαστεί η αιμορραγούσα πληγή, να υποτιμηθεί, η ευκολία με την οποία το προνόμιο λέει: τα παραλές. Θυμός, οργή και θλίψη. Κυρίως, ωστόσο, αμεσότητα και στεγνότητα, χωρίς καλολογικά στοιχεία, χωρίς φιοριτούρες. Ακόμα και σήμερα, που μπορούμε να πούμε πως οι γυναίκες πια ακούγονται περισσότερο από παλιά, το στερεότυπο της γλυκούλας αφηγήτριας δεν έχει κατατροπωθεί, όχι πλήρως, θέλουμε στυλ, θέλουμε υπαινιγμό, θέλουμε σκέρτσο και νάζι, θέλουμε μια επιβεβαίωση από μεριάς τους πως τα πράγματα είναι καλύτερα, πως λίγη χαριτωμενιά χωράει. Όμως, πώς αλλιώς μπορούν τα υποκείμενα να αφηγηθούν;

Η βιοποικιλότητα των διηγημάτων επιτρέπει στο φάσμα να αποκαλύψει τα μήκη κύματος ή τη συχνότητα της ακτινοβολίας, η γυναικεία στενωπός διαρρηγνύεται, η συγκολλητική ουσία διαλύεται, το περισσεύον υλικό είναι ικανό να αποδείξει την ασφυξία, στερεοτυπική και εργαλειοποιημένη, κατά πώς βολεύει το προνόμιο, τσουβάλιασμα άκριτο. Επιτρέπεται στο προνόμιο να επεκταθεί πέρα του φύλου, πέρα του σεξουαλικού προσανατολισμού, πέρα της ηλικίας, να επεκταθεί στο οικονομικοκοινωνικό στάτους, στο προνόμιο της τάξης, όχι αποκλειστικά και μόνο για να εξαιρέσει ή να διαχωρίσει, να απορρίψει κάποιες από τις γυναίκες, αλλά για να δείξει πώς το προνόμιο που φέρει δύναμη επιβολής δύναται να χρησιμοποιηθεί, ίσως ακόμα πώς ο κόσμος, έτσι όπως πορεύεται, μια ζούγκλα που προσβάλει τη ζούγκλα, εκεί που ο δυνατός επιβάλλεται, λειτουργεί.

Η εκφραστική λιτότητα, ακόμα και σήμερα, έχουμε πια 2026, συγχέεται με την ανικανότητα στη χρήση του λόγου, δεν της προσφέρεται ο χώρος που της αναλογεί, ο χώρος της επιλογής, της κατάλληλης χρήσης των εκφραστικών μέσων, της αμεσότητας, του θυμού, του στεγνού και γειωμένου ρεαλισμού, της καθημερινότητας και της αποφοράς της. Η ομορφιά συγχέεται με το μακιγιάρισμα, με τον αναχωρητισμό, υπαινιγμό απαιτούν, απαιτούμε, σχηματικές αφηγήσεις, δυσδιάκριτες αναλογίες με το πραγματικό. Η λογοτεχνία της Σέρδα έχει θυμό, οργή και θλίψη σε μεγάλες ποσότητες. Δεν έχει σημασία αν οι ιστορίες είναι βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα, είναι πραγματικές γιατί είναι πιθανές, γιατί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμβαίνουν καθημερινά. Η λογοτεχνία της Σέρδα μάλλον δεν θα διαβαστεί από εκείνους που συντελούν στο μακελειό, εκείνοι, ακόμα και αν διαβάσουν τις ιστορίες αυτές, θα επιχειρήσουν να μετριάσουν, να πλήξουν, να επισημάνουν, να προσθέσουν διάφορα αλλά, να αντιγυρίσουν και να στρεβλώσουν, να πετάξουν τη μπάλα στην κερκίδα, να μιλήσουν εν ονόματι μιας λογοτεχνίας, ιερής και αγίας, αποστειρωμένης, να επισημάνουν φορώντας τον φιλολογικό μανδύα, έχουνε μεγάλη γκαρνταρόμπα, ανάλογα με την περίσταση ντύνονται.

Η λογοτεχνία, η έκφραση του ανθρώπινου εν γένει, υπάγεται σίγουρα στο προσωπικό γούστο, είναι και αυτό ένα προνόμιο, ένα μπούνκερ αναχωρητισμού, η επιλογή συνολικά έχει χαρακτηριστικά ελιτισμού, ακόμα και αν τα απαρνείται σαν σκυλί που σκούζει. Και δεν εξαντλείται μόνο στην τέχνη η ατάκα θέλω να περάσω καλά, να ξεχαστώ. Κοιτάξτε την πρόσληψη της πραγματικότητας, της φρίκης, λίγες στιγμές μετά, ολοένα και πιο δυνατά ακούγονται οι φωνές που δηλώνουν πως βαρέθηκαν να ακούνε για το ένα ή το άλλο, λες και είναι μια τηλεοπτική σειρά και δεν σκοπεύουν να δουν το επόμενο επεισόδιο. Και ίσως το γεγονός πως η Σέρδα καταφεύγει, παρά τις όποιες επιρροές από την πραγματικότητα, στη μυθοπλασία να επισημαίνει ακόμα περισσότερο αυτή την επικράτεια αντιδράσεων, σαν να αποτελεί ένα άσσο στο μανίκι όσων λένε πως έχουν βαρεθεί τα ίδια και τα ίδια, απλά, μικρή διαφορά, το να βαριέσαι κάτι είναι προνόμιο, δηλώνει μια δυνατότητα επιλογής, εκεί που μεγάλο ποσοστό της θηλυκότητας, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει πρόσβαση, ο ζυγός του όποια θέλει μπορεί, όποια προσπαθήσει μπορεί, του λύσεις υπάρχουν και τα δηλωμένα αδιέξοδα δεν είναι παρά δικαιολογίες, είναι ο τρόπος του προνομίου να σκέφτεται και να ετεροκαθορίζει άπαντες, εγώ θα έκανα αυτό, ναι, θα το έκανες γιατί μπορείς, τι διάολο σου είναι δύσκολο να καταλάβεις.

Τα δώδεκα πρώτα διηγήματα προετοιμάζουν το έδαφος για το δέκατο τρίτο, εκεί που όλοι οι παραπόταμοι της φρίκης έρχονται να συναντηθούν και να ενωθούν, παρέα με τις αφηγήσεις που δεν χώρεσαν στη συλλογή αυτή, πεπερασμένη η επιφάνεια και τόση η φρίκη, εδώ η όποια μυθοπλαστική αμφίεση ξηλώνεται για να αποκαλύψει τη γυμνή αλήθεια, είτε από το δοκίμιο, την έρευνα, τα στατιστικά δεδομένα, είτε από τη μυθοπλασία, από όπου και να κινήσει κανείς εδώ στη μεγάλη δύσοσμη γούρνα του κόσμου πέφτει και παλεύει να επιπλεύσει, να αναπνεύσει, να κοιτάξει τον ουρανό.

Ακόμα μια φορά. Τα διηγήματα της Σέρδα δεν σοκάρουν για αυτά που αφηγούνται, στη θεωρία, όσο ψεύτης και υποκριτής και αν είναι κανείς, τα γνωρίζουμε, όσο και αν εθελοτυφλούμε γιατί βαριόμαστε και δεν έχουμε όρεξη για τέτοια, μια ζωή την έχουμε και τα λοιπά και τα λοιπά, αλλά, τα διηγήματα αυτά σοκάρουν, ακριβώς γιατί πατάνε πάνω στην άρνησή μας να αντικρίσουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει, να στρέψουμε το βλέμμα πέρα και μακριά από το οικόπεδο που περιφράξαμε για να ζήσουμε ήσυχοι και καθησυχασμένοι, αυτό το τριγκάρισμα που ενεργοποιεί την αντανακλαστική κουβέντα: υπερβολές, έλα τώρα.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora 

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

Οι μεταλλάξεις - Jorge Comensal

Είχα μόλις διαβάσει τα Ημερολόγια Καρκίνου της Όντρι Λορντ, ο θυμός και η οργή της πάλλονταν ακόμα μέσα μου πολύ πιο πέρα από την ίδια την τρισκατάρατη αρρώστια, στην επικράτεια μιας μαύρης, γυναίκας, λεσβίας, για ακόμα μια φορά είδα προπύργια της άγνοιάς μου να καταρρέουν, σηκώνοντας σύννεφα σκόνης. Οι μεταλλάξεις κυκλοφόρησαν πάνω κάτω την ίδια περίοδο, οι εκδόσεις και η Λατινική Αμερική τοποθέτησαν το βιβλίο αυτό στα ψηλά στρώματα της στοίβας, ένα νήμα αναδύθηκε από το βιβλίο της Λορντ, ο καρκίνος, η καταραμένη αρρώστια, αυτό το ένα κύτταρο που δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο πολλαπλασιάζεται και καταλαμβάνει όγκο.

Το οπισθόφυλλο άφηνε μια διάσταση κωμικοτραγικού να πλανάται, μπορεί κανείς (έστω και να σκεφτεί) να κάνει «πλάκα» με τον καρκίνο; Ήταν το ερώτημα που κάπως μετρίαζε τις προσδοκίες μου, ταυτόχρονα έξαπτε την περιέργειά μου. Ο Ραμόν, σύμφωνα με την περίληψη, πετυχημένος και ευκατάστατος δικηγόρος, προσβάλλεται από καρκίνο της γλώσσας, η άμεσα αφαίρεσή της είναι θεραπευτικός μονόδρομος, άλαλος πια, αδυνατεί να δικηγορήσει, τα πρώτα βήματα της ανηφόρας διανύονται.

Στο οπισθόφυλλο, δεν ξέρω γιατί, δεν γίνεται αναφορά σε δύο ακόμα καρκινοπαθείς, την Τερέσα, ψυχολόγο, που λόγω της δικής της σκληρής εμπειρίας απέκτησε μια φήμη ειδίκευσης στο συγκεκριμένο πεδίο, και τον Εδουάρδο, μόλις ενήλικας φοιτητής πανεπιστημίου, που η δική του περιπέτεια, όταν ήταν μικρό παιδί, παρά την ίαση τού έχει αφήσει διάφορους παρελκόμενους φόβους, με κύριο αυτόν της μικροφοβίας.

Μπροστά στο δέος της αρρώστιας, τα αναχώματα ορθολογισμού υποχωρούν, η πρόληψη αποκτά διττή, τουλάχιστον, σημασία, έτσι όπως η ελπίδα αναζητά να πιαστεί από τον οποιοδήποτε κάβο, το χιούμορ δεν μοιάζει να ανήκει στην επίπλωση του κελιού της ασθένειας, της οποίας το όνομα κάποιοι δεν προφέρουν καν, μια απόπειρα να εξορκιστεί το κακό, ο φόβος πως εκείνο το ελάχιστο κύτταρο θα ακούσει το όνομά του και θα ξυπνήσει αχόρταγο να κυριεύσει κάθε μέχρι πρότινος υγιή ιστό.

Αυτή είναι η λεπτή γραμμή επί της οποίας ο Κομενσάλ επιλέγει να κινηθεί, αυτό το ιλαροτραγικό σκοινί το οποίο μένει να αποδειχτεί αντοχής, ώστε να υποστηρίξει την αφηγηματική διαδρομή, αυτό το διαρκές όταν παρ' όλ' αυτά γελάς, το μαύρο, κατάμαυρο, κατράμι χιούμορ, ένα ξόρκι ίσως, μια απόπειρα επανακατάληψης του ορθολογικού οχυρού.

Χωρίς γλωσσικές φιοριτούρες και επιπλέον αφηγηματικές ακροβασίες, με μια απλότητα στο όριο της αφέλειας, ο Κομενσάλ ξεδιπλώνει τις ιστορίες των τριών βασικών προσώπων, αλλά και των δευτερευόντων χαρακτήρων του δράματος(;) αυτού, με την οικογένεια να βρίσκεται εντός της επικράτειας στόχευσης των βολών που ο αφηγητής εξαπολύει, τη μία πίσω από την άλλη. Η απλότητα μοιάζει και είναι απαραίτητη ώστε να δέσει τη συνολική κατασκευή που πατά στην προαναφερθείσα λεπτή γραμμή, το όποιο περιττό βάρος θα αποδεικνυόταν ίσως καταδικαστικό, στέκεται επίσης, φαινομενικά ωστόσο, στην επιφάνεια του συναισθήματος των προσώπων, προφανείς σκέψεις και αντιδράσεις, τόσο προφανών όσο και το δέος και ο τρόμος απέναντι στο κακό, φαινομενικά ωστόσο, αφού τριγκάρει τον προαιώνιο φόβο που η αρρώστια αναδύει στον καθένα μας, το ένστικτο της επιβίωσης, της δικής μας, πρώτα και κύρια, ας είμαστε ειλικρινείς, και των οικείων μας, πλήττεται ευθέως, καταδικάζοντας το βλέμμα να στραφεί σε σκοτεινές ζώνες, εκεί που έχουμε μάθει ή είμαστε φτιαγμένοι να μην κοιτάμε συνήθως, όσο τουλάχιστον είναι απαραίτητο ώστε να μην καταρρεύσουμε κάτω από το βάθος τους, να μπορούμε να κοιμόμαστε κάποια βράδια χωρίς εφιάλτες, να γελάμε ή να κάνουμε μελλοντικά σχέδια.

Ένας απλός αφηγηματικός τρόπος και ένα δυσβάσταχτο κεντρικό θέμα δημιουργούν ένα αντιστικτικό συναίσθημα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ένας ταυτόχρονα εύκολος και δύσκολος διάδρομος ανάγνωσης ανοίγεται μπροστά μας, που πότε μας κάνει να ξεχνιόμαστε και να γελάμε και πότε να σφίγγουμε τα δόντια, περισσότερο από ενοχή, κάτι που μοιάζει με γρουσουζιά, τα είπαμε για τον ορθολογισμό.

Η απλότητα δεν συνάδει σχεδόν ποτέ με την ευκολία ή την απλοϊκότητα, απλότητα είναι αυτό που φαίνεται στο ορατό μέρος της επιφάνειας, το φαινόμενο του παγόβουνο, που κάτω από μια σχετικά μικρή επιφάνεια κρύβονται παγωμένα θεμέλια βάθους και αντοχής τεράστιας. Μέρος των θεμελίων αυτών και οι γνώσεις του αφηγητή γύρω από διάφορα επιστημονικά δεδομένα τα οποία ενσωματώνονται στην αφήγηση με τρόπο που δεν τη βαραίνουν και δεν την κάνουν αχρείαστα περίπλοκη και δύσκαμπτη. Επίσης, κάτι ακόμα καθοριστικό, το προφανές, το αναμενόμενο αποδεικνύεται συχνά πιο επικίνδυνο, καθώς ανθρωποποιείται, διαθέτει μέτρα και μεγέθη οικεία στην ενσυναίσθηση, δεν αποτελούν μια άγνωστη γη που θα χάριζε την απαραίτητη απόσταση ανακούφισης για το αναγνωστικό υποκείμενο, κάτι προφανές είναι, κάτι το σύνηθες, κάτι που ίσως να σε περιμένει και σένα στην επόμενη γωνιά, δεν είναι κάτι το ανοίκειο ή μια εξαίρεση.

Ο σκοπός, όμως, της λογοτεχνίας (θα έπρεπε) ελάχιστα να έχει να κάνει με ένα εγκυκλοπαιδικής φύσεως καταπιάσιμο με ένα θέμα, όπως στην περίπτωση μας αυτό που δεν θέλουμε να προφέρουμε, γι' αυτό υπάρχει η επιστήμη, η λογοτεχνία (θα έπρεπε να) είναι κάτι πέρα από αυτό, ακόμα και όταν για τους σκοπούς τους το ενσωματώνει, δοκιμάζοντας τα όρια, βγάζοντας τη γλώσσα στο κακό, στην προκειμένη περίπτωση, Οι μεταλλάξεις είναι μια τέτοια λογοτεχνία, με πετυχημένη αντιστοιχία προθέσεων και υλοποίησης αυτών, ένα βιβλίο που διαβάζεται αχόρταγα παρότι κάτι τέτοιο από την περιγραφή δεν προκύπτει ή είναι δύσκολα αποδεκτό, το αυτό συντροφεύει τον αναγνώστη και κατά την πορεία, εκεί που οι φαινομενικά καρικατούρες αποκτούν ολοένα και περισσότερα αληθοφανείς και αμιγώς ανθρώπινες διαστάσεις, έτσι όπως η κάθε ιστορία εκτυλίσσεται και μέτρο το μέτρο καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερο εμβαδόν μέσα του.

Οι μεταλλάξεις δεν είναι (ευτυχώς ούτε προσδοκούν να είναι) ένα δοκιμιακού χαρακτήρα μυθιστόρημα, δεν υπόσχονται λύσεις και ανακούφιση, δεν επενδύουν στο ιδιαίτερο, κοινοτοπούν ασύστολα, ελαφροπατούν σε ένα ναρκοθετημένο χωράφι, δεν εξαιρούν, αυτή είναι πραγματική ζωή, παρότι ίσως αρχικά να μοιάζει με κάτι πιο γκροτέσκο, με κάτι μακρινό, με κάτι (που συντροφεύει την ευχή) μακριά από εδώ, μακριά από εμάς. Για το τέλος αφήνω να πω το εξής: ο Κομενσάλ δεν καταφεύγει σε μια βιτριολικού τύπου παρωδία, δεν στρέφεται ενάντια στα πρόσωπα και τα όποια τους προνόμια, δεν κάνει πλάκα μαζί τους, δεν γίνεται ένα απάνθρωπο στοιχειό, ένα υποκείμενο ύβρεως, με τον τρόπο του, τον απλό και προσιτό, τα πλησιάζει, τα φροντίζει, και αυτό το φροντιστικό σίμωμα ενισχύει την αίσθηση της (εν τέλει επιτυχημένης) απόπειράς του να ισορροπήσει στο λεπτό αυτό σχοινί, αυτό το οποίο όντως μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανθρώπινα ιλαροτραγικό, την απόπειρα να συνεχίσει εκείνος που είδε τη ζωή του, στον πυρήνα της, στην ύπαρξή του, να εκτρέπεται.

υγ. Για τα Ημερολόγια καρκίνου περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Χριστίνα Φιλήμονος
Εκδόσεις Carnívora 

Δευτέρα 26 Μαΐου 2025

Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα - Cristina Rivera Garza

Το φοβόμουν το βιβλίο αυτό. Πώς μπορεί κανείς να προετοιμαστεί για να διαβάσει μια ιστορία γυναικοκτονίας, και ας συνέβη τριάντα χρόνια πριν, χωρίς να υπάρχει ο ελάχιστος έστω υμένας της μυθοπλασίας, μια επινοημένη ιστορία παρηγορητική, παρότι με ποικίλους τρόπους και εκδοχές παρμένη από την πραγματικότητα, ωστόσο επινοημένη. Άφηνα μέρες και βδομάδες να περάσουν, το βιβλίο στεκόταν στην κορυφή της στοίβας να με κοιτά, να μου υπενθυμίζει την παρουσία του, έκανα πως δεν έτρεχε κάτι αν αντί γι' αυτό επέλεγα κάποιο άλλο στη θέση του, θα 'ρθει ο καιρός σου, έμοιαζε το βλέμμα μου να του λέει, θα 'ρθει ο καιρός σου, ποιος μπορεί να είναι ο καιρός ενός βιβλίου όπως αυτό;

Ίσως ακόμα να στεκόταν εκεί ψηλά στη στοίβα, ίσως η σκληρότητά του να παρέμενε άκαμπτη για το στομάχι μου, αν δεν πήγαινα μια Πέμπτη απόγευμα στο βιβλιοπωλείο Κομπραί, εκεί όπου η Μαρία Λούκα και η Κατερίνα Σεργίδου μίλησαν για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, Χριστίνα Φιλήμονος). Δεν ήταν τελικά η σκληρότητα εκείνη που με κρατούσε μακριά.

Μικρή παρένθεση: Οι παρουσιάσεις βιβλίων γενικά, παρότι έχω συμμετάσχει σε αρκετές από αυτές, μου θυμίζουν λίγο κοινωνικές εκδηλώσεις όπως οι γάμοι ή οι βαφτίσεις, το όποιο ενδιαφέρον νιώθεις ως καλεσμένος ποδοπατείται, αρχικά από την υποχρέωση, εν συνεχεία από τη βαρεμάρα. Τι διάολο κάνω εγώ εδώ, αναλογίζομαι συχνά, γιατί δεν είμαι σπίτι μου να διαβάζω το βιβλίο αντί να βιώνω όχληση, τι διάολο σκεφτόμουν όταν ετοιμαζόμουν να ξεκινήσω, όσο διέτρεχα το αστικό τοπίο στο τέλος μιας κουραστικής καθημερινής μέρας; Η παρουσίαση εκείνης της Πέμπτης δεν ήταν μια τέτοια περίπτωση και αυτό γιατί υπήρχε πάθος, σπάνιο φαινόμενο, ολοένα και σπανιότερο, όμως υπήρχε. Το πάθος, χωρίς να γνωρίζω τις ομιλήτριες, έμοιαζε να πηγάζει από την αναγνωστική εμπειρία, που τις είχε εμπλέξει για τα καλά, απαλλάσσοντάς τες πλήρως από τη «φιλολογική υποχρέωση», το ίδιο αναμάσημα επαίνων και κενών επιθέτων που επαναλαμβάνονται από κάθε πάνελ σχεδόν.

Δεν ήταν τελικά η σκληρότητα εκείνη που με κρατούσε μακριά, το συνειδητοποίησα όταν η Σεργίδου αναφέρθηκε στην ενοχή της απόλαυσης που η ανάγνωση σε πλήρη αντίστιξη με τη γυναικοκτονία της γεννούσε, όταν έπρεπε κάθε λίγες σελίδες να αναρωτιέται: πώς γίνεται να απολαμβάνω ένα βιβλίο πάνσκληρο όπως αυτό; Κάτι έκανε κλικ μέσα μου, έγιναν λόγια ακριβή διάφορα θραύσματα σκέψεων και συναισθημάτων. Η ανάγνωση είναι για μένα (και) καταφύγιο πολύτιμο από την καθημερινότητα, από την ολοένα και πιο απάνθρωπη καθημερινότητα. Ο υμένας της μυθοπλασίας είναι ανθεκτικός, ακόμα και αν πρόκειται για αυτομυθοπλασία, το δεύτερο συνθετικό εξουδετερώνει συναισθηματικά το πρώτο, δεν θα έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα, σκέφτομαι, όχι για να αμφισβητήσω την αλήθεια της γράφουσας, αλλά για να αντέξω, για να μη νιώσω την ενοχή που η αναγνωστική απόλαυση, ποικιλότροπα εκπορευόμενη από το σύνολο όσων συνθέτουν μια αφήγηση, μου γεννά.

Ήταν, λοιπόν, μια προκαταβολική ενοχή, η πιθανότητα να μου αρέσει το βιβλίο αυτό και ας έλεγα μετά σε ένα κείμενο όπως αυτό πως γίνεται να πεις μου άρεσε για ένα βιβλίο όπως αυτό. Προσθέστε και το προφανές αντρικό προνόμιο του αναγνωστικού υποκειμένου, τώρα θα έχετε μια εικόνα σχετικά πλήρη για όσα πριν με κρατούσαν μακριά, για όσα φοβόμουν να δω να αναδύονται στην επιφάνεια, πλήγματα, πιθανά καίρια, στη γαματοσύνη του εαυτού, ποιος δεν θέλει να νιώθει γαμάτος και ξεχωριστός, ας μην είμαστε υποκριτές. Γύρισα σπίτι και ξεκίνησα την ανάγνωση το ίδιο βράδυ.

Με τα λόγια της Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα: «Στις 16 Ιουλίου του 1990, η Λιλιάνα Ριβέρα Γκάρσα, η αδερφή μου, υπήρξε θύμα γυναικοκτονίας. Ήταν ένα κορίτσι 20 ετών, φοιτήτρια αρχιτεκτονικής. Προσπαθούσε για χρόνια να τελειώσει τη σχέση της με έναν σύντροφο που δεν την άφηνε να φύγει [...] το βιβλίο αυτό είναι μια ανασκαφή στη ζωή μιας τολμηρής νέας γυναίκας, που στερήθηκε τη γλώσσα για να περιγράψει, να καταγγείλει και να πολεμήσει την έμφυλη βία. Γράφτηκε για να γιορτάσουμε τη ζωή της. Γιατί το μόνο που μπορεί να μεταβάλει το πένθος είναι η δικαιοσύνη: ούτε η συγχώρεση, ούτε η λήθη». Περί αυτού πρόκειται το βιβλίο αυτό που τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ 2024 στην κατηγορία Απομνημονεύματα ή Αυτοβιογραφία.

Μπορεί το 1990 να μην είχε ακόμα εισηχθεί ο όρος γυναικοκτονία, αν και ακόμα πρέπει να διεκδικούμε τη διάκριση του από την ανθρωποκτονία, υπήρχε ωστόσο ήδη το victim blaming, τι φορούσε, πού πήγαινε, με ποιον πήγαινε, τι έκανε και ώθησε τον δράστη στη δολοφονία. Πέρυσι διάβασα το Καιρός της Τζέννυ Έρπενμπεκ, εκεί που μια κακοποιητική σχέση υπήρχε στον πυρήνα, και δεν το πίστευα πως άκουγα αναγνώστες να αναρωτιούνται γιατί δεν έφευγε από τη νοσηρή αυτή σχέση, γιατί επέτρεπε στον μεγαλύτερο σε ηλικία σύντροφό της να της συμπεριφέρεται έτσι. Απελπισία, που λειαίνει τον δρόμο προς την πλήρη και άκριτη μισανθρωπία, με πλημμύρισε.

Οι συντηρητικοί, και ας δηλώνουν προοδευτικοί, στην αναφορά στο βιβλίο αυτό θα κάνουν ακόμα ένα βήμα, θα δείξουν με το δάκτυλο την αδερφή και θα πουν: θαυμάσια ευκαιρία να βγάλει λίγα χρήματα πατώντας πάνω στην ταφόπλακα της Λιλιάνα. Είναι οι ίδιοι που αναρωτήθηκαν τι φορούσε όταν έβγαινε από το σπίτι. Μη γελιόμαστε.

Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα είναι καρπός έρευνας στα ημερολόγια της νεκρής, στα όσα μπήκαν σε κούτες τότε και ανοίχτηκαν τρεις δεκαετίες αργότερα, συνεντεύξεις με ανθρώπους από το περιβάλλον τους, γραμμένο με συναίσθημα που ωστόσο στέκεται στη σκιά της Λιλιάνα και δεν ζητά να πρωταγωνιστήσει και να στρέψει πάνω του τους προβολείς. Όλοι ξέρουμε, με τον τρόπο του ο καθένας, διάφορες ιστορίες γυναικοκτονίας, δεν γνωρίζουμε ωστόσο τα θύματα και αυτή η μαρτυρία σκοπό δεν έχει να μιλήσει δοκιμιακά ή ρεπορταζιακά για τις γυναικοκτονίες εν γένει, παρότι με τον τρόπο του καταφέρνει να το κάνει, αλλά για τη νεκρή, που καμία δικαίωση δεν γνώρισε και τα αποσιωπητικά στις ερωτήσεις: τι φόραγε, πού πήγαινε, με ποιον πήγαινε, τι έκανε· έμειναν να αιωρούνται και να επαναλαμβάνονται σε κάθε επόμενη έμφυλη δολοφονία, ίδια και απαράλλακτα, μαζί με τη δήθεν αθώα αναρώτηση, μα γιατί πρέπει να γίνεται χρήση του όρου γυναικοκτονία.

Και τα χυδαία αυτά ερωτήματα δεν περιορίζονται στη νεκρή, αλλά έρχονται να σφίξουν και την οικογένεια, τι γονείς ήταν αυτοί άραγε που δεν έκαναν τίποτα, που δεν έλεγαν τίποτα, που δεν έβαζαν περιορισμούς, που δεν την έμαθαν να είναι υπάκουη και επιβιωτική, καλοί και του λόγους τους ήταν. Και είμαστε στο 2025, και ακόμα τα αποσιωπητικά αιωρούνται μόνιμα στον δυσώδη αέρα που είμαστε υποχρεωμένοι να αναπνέουμε, τη μπόχα ενός κόσμου σε σήψη, ενός κόσμου γεμάτου από ιδιωτεία και προνόμιο.

Επιστρέφω στην ένοχη απόλαυση της ανάγνωσης. Με το στομάχι κόμπο, με το μυαλό να προσπαθεί διαρκώς να κρυφτεί πίσω από μια επιθυμητή μυθοπλασία και, όσο οι σελίδες περνούν και οδηγούμαστε στο σκληρό και ήδη γνωστό τέλος, να επιχειρεί να πείσει πως ένα εναλλακτικό τέλος, ένα έζησε αυτή καλά και εμείς καλύτερα, είναι εφικτό, με όλα αυτά σφηνωμένα κάπου στον αυχένα, η ανάγνωση υπήρξε απολαυστική, ναι, απολαυστική, η Λιλιάνα ήταν εκεί.

υγ. Για το Καιρός της Τζέννυ Έρπενμπεκ περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη, Χριστίνα Φιλήμονος
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

Στάχτη στο στόμα - Brenda Navarro

Βάζω να παίζει στο βάθος μουσική. Vampire Weekend, που ο Ντιέγο, ο αδερφός της αφηγήτριας, άκουγε εμμονικά. Τραγούδι εκκίνησης το Sympathy, με τον στίχο: I think I take myself too serius, it's not that serius. Ύστερα αντιγράφω τις πρώτες τρεις γραμμές: «Δεν το είδα, αλλά είναι σαν να το είδα, επειδή το έχω να μου σφυροκοπάει το μυαλό, να μη μ' αφήνει να κοιμηθώ. Η ίδια πάντα εικόνα: ο Ντιέγο να πέφτει και ο ήχος του κορμιού του που τσακίζεται στο έδαφος».

Η Ναβάρο, μέσω της πρωτοπρόσωπης αφηγήτριάς της, δεν χάνει χρόνο σε εισαγωγές, σε χωροχρονικές ξεναγήσεις, σε εισαγωγή των προσώπων του δράματος σταδιακά στη σκηνή, δεν καταφεύγει σε μια χρονικά γραμμική ανάληψη από το παρελθόν, πριν ο Ντιέγο αυτοκτονήσει τελικά, πριν βρεθούν με την αδερφή του στην Ισπανία, ακολουθώντας εννιά χρόνια μετά τη μητέρα τους, που πρώτη εγκατέλειψε το Μεξικό, γυρεύοντας κάτι καλύτερο, ούτε επιθυμεί να παίξει το χαρτί της ανατροπής που θα ξάφνιαζε τον αναγνώστη και θα επενεργούσε με τρόπο διαφορετικό στο θυμικό του, επιτρέποντας στην ιστορία συνολικά να λειτουργήσει με τρόπο διαφορετικό, όχι, τίποτα από αυτά, από την πρώτη κιόλας γραμμή η αυτοκτονία του Ντιέγο αποτελεί γεγονός, ένας εφιάλτης που στοιχειώνει την αδερφή του, δεν την αφήνει να κοιμηθεί, δεν την εγκαταλείπει, δεσμεύει τη σκέψη και τη μνήμη της γύρω από εκείνη τη βουτιά στο κενό, τι προηγήθηκε, πώς ο Ντιέγο βρέθηκε για λίγα δευτερόλεπτα να αιωρείται στο κενό πριν το σώμα του συντριβεί στο κράσπεδο στον περίβολο της πολυκατοικίας.

Τρία χρόνια πριν, διάβασα τα Άδεια σπίτια, το πρώτο μυθιστόρημα της Ναβάρο, μια παράλληλη διπλή αφήγηση δύο γυναικών, που η μία έχασε το παιδί της που έπεσε θύμα απαγωγής, και η άλλη βρέθηκε με ένα παιδί. Η φράση «μου άρεσε» για βιβλία όπως εκείνο αλλά και αυτό στέκει αμήχανη ως απάντηση στην ερώτηση «πώς σου φάνηκε το βιβλίο αυτό;», τι μπορεί να σου άρεσε πέρα από μια φιλολογική προσέγγιση γεμάτη από τεχνικές αρετές για τον τρόπο με τον οποίο οργάνωσε και υλοποίησε την κατασκευή η συγγραφέας και ακολούθως διαχειρίστηκε τα πρόσωπα και την ιστορία, το συναίσθημα στην αφηγηματική φωνή, το νεύρο και την ανάγκη να ειπωθεί η ιστορία, και τέλος, πάντα σημαντικό για μένα, το αν διέκρινα μια βεβιασμένη απόπειρα εκβιασμού του συναισθήματος, αυτά ναι, μπορεί να μου άρεσαν ή να τα βρήκα του γούστου μου ή να κούμπωσαν με την αναγνωστική μου ανάγκη, αλλά διαφορετικά, πέρα από αυτά τα κάπως τεχνικά και θεωρητικά, το «μου άρεσε» δεν μπορεί να σταθεί, σαν τι να μου άρεσε από αυτόν τον διάχυτο ζόφο.

Ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία συνήθως εμπεριέχει πόνο και δυστυχία, εκτός και αν πρόκειται για τον ρεαλισμό των προνομιούχων, που και εκεί εντοπίζεται πόνος και δυστυχία, το προνόμιο, ωστόσο, λειτουργεί καταλυτικά ως μια τάφρος. Πάρτε για παράδειγμα τον ρεαλισμό στα έργα του Ουελμπέκ, οι ήρωες τους πάσχουν από δυστυχία και συναφή δυσβάσταχτα συναισθήματα, διαθέτουν όμως προνόμια που δημιουργούν μια διχοτόμηση εντός της ενσυναίσθησης, κατανόηση της δυστυχίας από τη μια, απουσία διάθεσης να τους συντρέξεις από την άλλη, αφού έχουν τη δυνατότητα να βρουν ή έστω να αναζητήσουν με βοήθεια την έξοδο από τον σκοτεινό λαβύρινθο.

Οι περισσότερες γυναίκες στο Στάχτη στο στόμα, όλες φτωχές, κάποιες μετανάστριες, αναγκάζονται να ζουν εσωτερικές σε σπίτια φροντίζοντας γέρους ανθρώπους, εγκαταλελειμμένους από τις οικογένειές τους, επάγγελμα των ύστερων χρόνων, απ' όταν η οικογένεια έπαψε να ζει με όλες τις γενιές κάτω από την ίδια στέγη, επάγγελμα ιδιαιτέρως χαμηλά στην πυραμίδα της μισθωτής εργασίας, χωρίς διάκριση χρόνου μεταξύ της εργασίας και της προσωπικής ζωής, ίσως με ένα ρεπό την εβδομάδα, κάποιων ωρών, μια γυναίκα που θυσιάζεται για να μπορεί να στέλνει χρήματα στην οικογένειά της, αυτό και μια τηλεφωνική επικοινωνία είναι οι μόνοι ορατοί δεσμοί εκείνης και της οικογένειάς της, συχνά εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, σε μια άλλη ζωή. Δεν είναι, σίγουρα δεν είναι, οι μόνες κοινωνικά αόρατες, μια ακόμα δουλειά που η πλειοψηφία αποστρέφει το βλέμμα, κάνοντας πως δεν βλέπει, συζητώντας μόνο για το δυσβάσταχτο ύψος του μηνιαίου αντιτίμου, που ωστόσο αν διαιρεθεί με βάση τις ώρες απασχόλησης το πηλίκο θα είναι σιχαμερά χαμηλό, σχεδόν ανύπαρκτο, ισχυρίζονται πως τα έχουν όλα, ένα σπίτι να κοιμούνται, λογαριασμούς πληρωμένους, φαγητό επίσης, λες και μιλάνε για κάποιον σε διακοπές, εκνευρίζονται όταν εκείνες φεύγουν μην αντέχοντας πια ή έχοντας βρει κάτι άλλο που μοιάζει πιο θελκτικό, χρησιμοποιούν, μάλιστα, έναν χαρακτηρισμό που ευδοκιμεί στους κύκλους του προνομίου, αχάριστη, την αποκαλούν, που εκείνοι τόσα της έδωσαν και εκείνη δεν τα εκτίμησε. Νομίζω καταλαβαινόμαστε, σωστά;

Ας είμαι ειλικρινής. Δεν μπορώ να φανταστώ ούτε πώς είναι μια τέτοια ζωή, όπως αυτή των γυναικών του Στάχτη στο στόμα, η διαρκής αγωνία για επιβίωση, ούτε πώς είναι να αυτοκτονεί ο αδερφός σου, πώς μοιάζει αυτή η διαρκής κραυγή υπενθύμισης πως κάτι θα μπορούσες να έχεις κάνει γι' αυτό. Δεν μπορώ οπότε να είμαι «αντικειμενικός» κριτής της πιστότητας του ρεαλισμού, της αληθοφάνειας στους χαρακτήρες και στο συναίσθημά τους, διαβάζω (και) το βιβλίο αυτό υπό το πρίσμα του προνομίου μου και των όσων αυτό σέρνει ξοπίσω του. Εν γνώση μου ξέρω πως αυτή η απόσταση της ενοχής ίσως διαβάλλει τα όποια αμιγώς λογοτεχνικά κριτήρια διαθέτω, πως ίσως η λύπηση, και όχι η ενσυναίσθηση, να παραμορφώνει την εικόνα. Και αυτό το συναίσθημα, η λύπηση, είναι εδώ ένα διακύβευμα, ίσως το κυρίαρχο, μια παντελώς παθητική διεργασία, ένα αχ τις καημένες, τι κρίμα, πόσο άδικο, το οποίο συμπληρώνεται από ένα δυστυχώς έτσι είναι η ζωή και τι να κάνεις, σαν η φτώχεια και η αδικία να αποτελούν ένα φυσικό νόμο.

Και η δικαιολογία, απαραίτητη για την επιβίωση με ήσυχη τη συνείδησή μας, παίρνει διάφορες μορφές. Πιο συνήθης είναι εκείνη που αφήνει απέξω το δικό μας προνόμιο και βάλλει κατά εκείνου της δημιουργού, σκεφτόμαστε πως «εκμεταλλεύεται» μια αλλότρια δυστυχία, εκείνη των προσώπων του δράματος, την κατηγορούμε για όσα σκεφτόμαστε και μας χαλάνε τη σούπα της δικής μας γαματοσύνης, εκμεταλλεύεται, βγάζουμε και τα εισαγωγικά, την ανθρώπινη δυστυχία, καταφεύγει στο misery porn. Επικαλούμαστε, ακόμα ακόμα, την κυρίαρχη αφήγηση, εκείνη που για αιώνες όρισε το καλό και το κακό στη λογοτεχνία αλλά και στην αποτύπωση της ανθρώπινης φύσης μέσω αυτής, λέμε, και δεν ντρεπόμαστε, πως είναι υπερβολική, πως επιχειρεί να μας εκβιάσει και τα λοιπά και τα λοιπά, γενικά λέμε, λέμε πολλά. Γινόμαστε και κριτές ερευνητές, αμφισβητούμε το μέγεθος της επικρατούσας αδικίας, αλλοιώνουμε την κλίση της ανηφόρας που κάποιοι πρέπει να ανεβούν για να επιβιώσουν. Ακόμα πιο συχνά, αποστρέφουμε απλώς το βλέμμα, λέμε πως μια τέτοια λογοτεχνία (συχνά βάζουμε εισαγωγικά για έμφαση) δεν μας αφορά.

Η λογοτεχνία, επιμένω, ως αναγνωστική εμπειρία δεν είναι μονοδιάστατη, δεν διέπεται από μια αντικειμενικά ορισμένη ικανοποίηση φιλολογικών απαιτήσεων, η λογοτεχνία, ως αναγνωστική εμπειρία, αφορά άμεσα την εικόνα και τη θέση μας στον κόσμο, με κυρίαρχη εκείνη που διαφοροποιεί τους ανθρώπους γενικά, και όχι μόνο λογοτεχνικά, και έχει να κάνει με το αν γυρεύουμε (επιζητούμε, αγωνιούμε για) μια διαρκή επιβεβαίωση των βεβαιοτήτων με τις οποίες έχουμε οπλιστεί ή αν είμαστε διατεθειμένοι να αναμετρηθούμε με διαφορετικές εκφάνσεις, σκέψεις και ιδέες, που πιθανόν να μας ξεβολέψουν, ίσως και ανεπανόρθωτα, ίσως και οριστικά. Όλα τα παραπάνω μου μοιάζουν, ώρες-ώρες, κλισέ, η εμπειρία στον έξω κόσμο, ωστόσο, μάλλον επιβάλλει τη συχνή και πυκνή επανάληψή τους.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα τεχνικής φύσεως χαρακτηριστικό στο βιβλίο της Ναβάρο, εκείνο σίγουρα θα ήταν η ικανότητά της να διατηρεί τον ρυθμό και την ένταση σε σταθερά υψηλά επίπεδα, χωρίς να χαλαρώνει και να κάνει κοιλιά. Ένα ακόμα θα ήταν η ικανότητά της να κειμενοποιήσει το αποπνικτικό αίσθημα του εγκλωβισμού στη συνθήκη της αφηγήτριας, εκεί που ο χρόνος κάθε άλλο παρά γραμμικά κυλά και οι σκέψεις αναδύονται άναρχα, κάτι που αποδεικνύεται καθοριστικό ως προς το αληθοφανές και επιτακτικό της αφηγηματικής φωνής. Το Στάχτη στο στόμα ξεχωρίζει ανάμεσα στους υπόλοιπους τίτλους των πολύ καλών εκδόσεων Carnívora και η μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη συμβάλλει ιδιαιτέρως σ' αυτό.

υγ. Για τα Άδεια σπίτια περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Μετάφραση Ασπασία Καμπύλη
Εκδόσεις Carnívora

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2024

Η τέχνη της φυγής - Sergio Pitol

Αυτή η κατηγορία βιβλιοφιλικών βιβλίων, όπως συνηθίζουμε να τα αποκαλούμε καλώς (γιατί χαρακτηρίζονται από την αγάπη για τη λογοτεχνία) ή κακώς (γιατί δεν υπάρχει, μάλλον, βιβλιοεθχρική λογοτεχνία), είναι η δική μου αναγνωστική ανάπαυση, ένα συχνό καταλυτικό του εκάστοτε μπλοκαρίσματος ή της πρότερης υψηλής αναγνωστικής στάθμης ή της πάσης φύσεως απελπισίας. Τέτοια βιβλία, όπως αυτό, στο όριο ανάμεσα στο δοκίμιο και την αυτοβιογραφία με τη λογοτεχνία στον πυρήνα, με ξεκουράζουν, αλλά κυρίως αναθερμαίνουν το πάθος και την εξάρτησή μου από την ανάγνωση, μου υπενθυμίζουν πως (και) εκεί βρίσκεται η διέξοδος. Στα παραπάνω συμπυκνώνονται οι προσδοκίες και το μικροκλίμα όταν έπιασα στα χέρια μου το Η τέχνη της φυγής, το πρώτο μέρος της Τριλογίας της μνήμης του Μεξικανού Σέρχιο Πιτόλ.

Κάποια χρόνια πριν, εν μέσω έρωτα κεραυνοβόλου με τον γοητευτικό Ενρίκε Βίλα Μάτας και το σύμπαν του, ακολούθησα πιστά το νήμα που μου άπλωσε, πώς αλλιώς, και διάβασα το μυθιστόρημα του Πιτόλ,  Η συζυγική ζωή. Απογοητεύτηκα. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την ανάγνωση παρά εκείνα που το τότε κείμενο περιλαμβάνει. Η ανάγνωση είναι πάντοτε ένα παιχνίδι έρμαιο στον χρόνο και τον καιρό, τη στιγμή και τη συγκυρία, την ετοιμότητα και τις προσλαμβάνουσες, και εγώ τότε δεν μπόρεσα, παρά τις όποιες αρετές της γραφής του, κάτι που για παράδειγμα αργότερα με τη Λισπέκτορ συνέβη, να αντλήσω απόλαυση από μια ιστορία που θύμιζε, περισσότερο απ' όσο είναι του γούστου μου, σαπουνόπερα, καλογραμμένη και με διάθεση υπονόμευσης, πλην όμως σαπουνόπερα. Άλλο βιβλίο του δεν διάβασα.

Και μια μέρα ξαφνικά, όπως οι εκδόσεις Δώμα συνηθίζουν να κάνουν, εμφανίστηκε στο βιβλιοπωλείο Η τέχνη της φυγής. Έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου να το ξεφυλλίσω, να δω περί τίνος πρόκειται, να διατρέξω κάποια τυχαία αποσπάσματα, να πάρω μια γεύση, να αναζητήσω το γιατί ο εκδότης επέλεξε να βγάλει αυτό το βιβλίο· μια ακόμα μέρα στη δουλειά, δηλαδή. Με ανακούφιση, εντάξει, ίσως και να είμαι υπερβολικός, αντιλήφθηκα γρήγορα πως δεν ήταν ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, αλλά κάποιου είδους, λιγότερο ή περισσότερο, σύντομα θα αποδεικνυόταν, ιδιότυπο μεμουάρ, εκεί που το βίωμα και η λογοτεχνία συναντιούνται στα φανερά έξω από την κρυψώνα της μυθοπλαστικής συνθήκης, σε πλήρη θέα κάτω από το φως, εκεί που η περασμένη ζωή ανασκαλεύεται αναπόφευκτα, αφού πρόκειται για τη ζωή ενός ανθρώπου της γραφής, με όρους λογοτεχνίας, ανάγνωσης και συγγραφής.

Μου αρέσει να με χαρακτηρίζω αναγνώστη, περισσότερο από κάθε άλλη πιθανή ή απίθανη ιδιότητα. Και όταν αντικρίζω έναν αναγνώστη και συνομιλώ μαζί του, συνήθως περνάω καλά, ανάλογα, βέβαια, και με το πάθος και την ηθική που εκείνος φέρει. Η μοναχική εμπειρία της ανάγνωσης, και πόσο μάλλον της συγγραφής, παρότι στις μέρες μας, λόγω του ψηφιακού, έχει ως ένα βαθμό μεταλλαχθεί, στον πυρήνα της αναντίρρητα διατηρεί την ιδιότητά της αυτή, εκ της οποίας πηγάζει συχνά η ανάγκη για συνάντηση με κάποιο άλλο εξαρτημένο επίσης στη λογοτεχνία πρόσωπο. Έχοντας πιθανότατα μεγάλη ιδέα για όσα αφήνω σε ετούτη την ψηφιακή γωνιά, συχνά σκέφτομαι την ενασχόληση αυτή με όρους αναγνωστικού ημερολογίου, μέσω του οποίου μια εμπειρική και προσωπική λογοτεχνική θεωρία προκύπτει, μια αναγνωστική αισθητική διαμορφώνεται, το αόριστο γίνεται τότε λίγο πιο συγκεκριμένο, οι λέξεις για τις λέξεις εμφανίζονται, ίσως για να καταπέσουν με πάταγο λίγο αργότερα, αλλά όπως και να έχει, προκύπτουν για να οδηγήσουν λίγο πιο βαθιά στη σήραγγα του εαυτού πυρήνα.

Συγγραφικές απόπειρες, όπως αυτή του Πιτόλ εδώ, υποδεικνύουν και υπενθυμίζουν πως η ανάγνωση είναι μια πράξη δυναμική, όχι παθητική και όχι απόλυτα κατανοητή και επεξηγήσιμη, όχι, τουλάχιστον, με τον τρόπο που οι θετικές επιστήμες λειτουργούν. Καλή η φιλολογία και η δοκιμιακή θεωρία, δύσκολα ωστόσο καταφέρνουν να εξηγήσουν το γιατί της ανάγνωσης, την ανάγκη μας να κατανοήσουμε το παράλογο της ύπαρξης μέσα από τις ιστορίες, την ευγνωμοσύνη για εκείνον που ικανοποιώντας μια δική του ανάγκη μας πρόσφερε, σε ανύποπτη στιγμή και χωρίς εκούσια πρόθεση, το απαραίτητο δεκανίκι για ακόμα μια νύχτα, την άρση του συναισθήματος της μοναξιάς στον ακατανόητο ετούτο κόσμο. Μέσα από τις ιστορίες και την αφήγηση των άλλων ελπίζουμε να κατανοήσουμε λίγο ακόμα τον εαυτό μας, να ικανοποιήσουμε τη διαρκώς παρούσα ανησυχία μας, την ακόρεστη δίψα, την απαλοιφή του χρόνιου άλγους που το καθημερινό πεζό προκαλεί.

Και η υπενθύμιση αυτή είναι άκρως σημαντική και απαραίτητη, όταν η διέξοδος μοιάζει δεδομένη και δεν εκτιμάται δεόντως, όταν έχουμε αμελήσει την τύχη, ναι την τύχη, να έχουμε δημιουργήσει ένα μπούνκερ που συνεχώς διευρύνεται έστω και όχι ανάλογα με την επέκταση του περιρρέοντος ζόφου. Είναι, για να κάνω μια αντιστοιχία, όταν λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την πόλη και την εκεί ρουτίνα, σωτήρια μεν ρουτίνα δε, θυμάσαι πόσο ανάγκη είχες τη φυγή. Το λογοπαίγνιο προκύπτει μάλλον εύκολα: ο Πιτόλ κατέχει την τέχνη της φυγής.

Ας πω, παρότι το θεωρώ προφανές, πως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας, κάτι του στυλ πώς να δραπετεύετε μέσα από τη λογοτεχνία, τέτοια βιβλία κυκλοφορούν αρκετά τον τελευταίο καιρό, ούτε, επίσης, ένα άθροισμα λέξεων διδακτικών και βαρυφορτωμένων με ένα σπουδαίο εγώ που όλα τα έκανε σωστά και με σύστημα. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Η απόπειρα του συγγραφέα να ανασυνθέσει και να επισκεφτεί συνειδητά τα περασμένα χρόνια τον ρίχνει ξανά και ξανά στα βράχια της τυχαιότητας και του ακατανόητου, ένα πώς τα κατάφερα ιδέα δεν έχω αιωρείται από σελίδα σε σελίδα. Η ευγνωμοσύνη, που μάλλον διαισθητικά αναδύεται, προς τη λογοτεχνία, αλλά και την τέχνη εν γένει, αλλά και στις παρέες, στη φιλία κυρίως, για να μη μιλήσουμε για την τυχαιότητα και την τύχη, και όλες τις υπόλοιπες ραγισματιές και χαραμάδες που θέτουν σε σωτήρια αστάθεια την όποια ορθολογική απόπειρα ερμηνείας και κατανόησης.

Αυτό το πάθος, με τον σεβασμό που το ανεξήγητο γεννά, ο αναγνώστης ως ένα βαθμό το μοιράζεται με τον συγγραφέα, αυτά τα κρακ που κατά καιρούς ακούγονται από το εσωτερικό του κρανίου, όλα όσα πέφτουν από το ίδιο τους το βάρος με το άγγιγμα μιας φράσης απλής, αμελητέας ποσοτικά και ποιοτικά. Και έτσι, ο αναγνώστης αναγνωρίζει δικά του βιώματα, και ας μη συμφωνεί με την κρίση για το ένα ή το άλλο βιβλίο, ποιος νοιάζεται άραγε, δεν είναι αυτό το νόημα, όχι αν δεν είσαι φιλόλογος ή αν ήθελες να είσαι ή αν έτσι έχεις στήσει τη ζωή σου, με αναχώματα ισχυρογνωμοσύνης που αργά ή γρήγορα θα ισοπεδωθούν από το πέρασμα του παράλογου, του ανερμήνευτου, όταν παρότι όλα θα τα έχεις κάνει σωστά το αποτέλεσμα θα είναι αποτυχημένο.

Βιβλία όπως αυτό του Πιτόλ, τα έχουμε ανάγκη περισσότερο ίσως από όσο τα έχει ανάγκη ο ίδιος ο συγγραφέας τους, είναι παράδοξη μια τέτοια σκέψη, το ξέρω, αλλά αυτό νιώθω.

υγ. Για το Η συζυγική ζωή έγραφα πριν από έντεκα χρόνια αυτό.

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

Πάρανταϊς - Fernanda Melchor

Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που ένα έργο τους αρκεί για να σε οπλίσει με τη σιγουριά πως πρόκειται να σε απασχολήσουν στο μέλλον ξανά και ξανά. Η Φερνάντα Μελτσόρ, γεννημένη το 1982 στη Βερακρούς του Μεξικού, είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι πάντα ανήσυχες εκδόσεις Δώμα μάς τη σύστησαν πέρυσι με το συναισθηματικά ασφυκτικό και λογοτεχνικά άρτιο μυθιστόρημά της, Η εποχή των τυφώνων, με την καθοριστική μεταφραστική διαμεσολάβηση της Αγγελικής Βασιλάκου.

Το Πάρανταϊς είναι ένα συγκρότημα πολυτελών κατοικιών. Ο νεαρός Πόλο δουλεύει εκεί ως το παιδί για όλες τις δουλειές, αφού κλότσησε την ευκαιρία του να σπουδάσει και να ξεφύγει από το σκληρό και με ακρίβεια προδιαγεγραμμένο μέλλον του και τώρα ζει με τη μητέρα του, η οποία και καρπώνεται το πενιχρό εισόδημά του, και την έγκυο ξαδέρφη του. Κοιμάται σ' ένα χαλάκι. Ο Φράνκο Ανδράδε μένει στο συγκρότημα μαζί με τους παππούδες του χωρίς να αξιοποιεί τα προνόμια της τάξης του. Περνά τον χρόνο του βλέποντας πορνό, ενώ έχει αναπτύξει μια σεξουαλική εμμονή για μια πανέμορφη γειτόνισσα, σύζυγο ενός πλούσιου άντρα και μητέρα δύο παιδιών. Παρότι για τον Πόλο ο Φράνκο είναι ένας σιχαμερός χοντρός, οι δυο τους θα αναπτύξουν μια σχέση βασισμένη στο αλκοόλ και τα τσιγάρα.

Η Μελτσόρ φανερώνει εξ αρχής τα φύλλα της προοικονομώντας το κακό. «Για όλα έφταιγε ο χοντρός, αυτό θα τους έλεγε. Όλα έγιναν εξαιτίας του Φράνκο Ανδράδε και της εμμονής του με τη σενιόρα Μαριάν. Ο Πόλο απλώς έκανε ό,τι του είπαν, εντολές ακολουθούσε». Με μια ιδιότυπη τριτοπρόσωπη αφήγηση, η Μελτσόρ μαεστρικά θα πιάσει το νήμα από την αρχή και θα αφηγηθεί τα γεγονότα που οδήγησαν στο μοιραίο συμβάν. Και παρότι ο αναγνώστης εξ αρχής γνωρίζει πως η ιστορία αυτή θα τελειώσει με τρόπο φρικιαστικό, αυτό σε τίποτα δεν απαλύνει το σοκ όταν το επίμαχο περιστατικό θα δοθεί στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Η αφήγηση μοιάζει με μια εις εαυτόν απολογία του Πόλο, σαν να αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο την ιστορία αυτή ο ίδιος, αποστασιοποιημένος εξαιτίας της φρίκης της πράξης, επιχειρώντας να εντοπίσει ελαφρυντικά και να δείξει πως άλλο δεν ήταν παρά ένα απλό πιόνι στα χέρια του Φράνκο στην εφιαλτική σκακιέρα.

Το αφηγηματικό όχημα αποδεικνύεται καθοριστικό για την αναγνωστική πρόσληψη, καθώς προσδίδει την απαραίτητη ένταση, την ίδια στιγμή που αναδύεται ακόμα ένα θύμα, ο Πόλο. Μια απόφαση οριακή που καθιστά ιδιαίτερη μια ιστορία λίγο πολύ γνώριμη, μια φρικώδη ιστορία βίας, που ωστόσο δεν είναι μονοδιάστατη ή αυτοφυής και τη Μελτσόρ την ενδιαφέρει έντονα να το καταστήσει σαφές αυτό, δίνοντας το κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα το έγκλημα. Και είναι μια απόφαση οριακή, γιατί προσκομίζει ελαφρυντικά για όλα τα πρόσωπα της πλοκής και ιδιαίτερα για τον Πόλο, τοποθετώντας τον αναγνώστη εξαρχής σε θέση άμυνας απέναντι σε μια διαφαινόμενη απόπειρα δικαιολόγησης και αθώωσης. Η βία τρέφει τη βία και καλό είναι αυτό να το έχουμε διαρκώς υπόψη μας. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα της ιστορίας αυτής, παρότι εν πολλοίς συντάσσεται γύρω από μια συγκεκριμένη όψη της.

Οι συγγραφικές αρετές που μας εντυπωσίασαν στην Εποχή των τυφώνων, είναι παρούσες και εδώ, παρότι η κατασκευή, φαινομενικά και μόνο, φαντάζει πιο απλή. Εδώ δεν υπάρχει ανάγκη κατάχρησης του μακροπερίοδου λόγου. Η αποφυγή του αποδεικνύει πως δεν λειτουργεί ως συγγραφική μανιέρα αλλά ως απότοκο των αναγκών της αφήγησης. Το συναίσθημα περιορίζεται στις αποχρώσεις του θυμού, ενός θυμού κοινωνικά διάχυτου, τον οποίο η συγγραφέας με οξυδέρκεια εντοπίζει και αποτυπώνει. Η Μελτσόρ πετυχαίνει την άρτια σκιαγράφηση των χαρακτήρων της, ακόμα και των δευτερευόντων, απομακρυνόμενη από τις ευκολίες της στερεοτυπίας και της απλοϊκής διάκρισης σε καλούς και κακούς. Στο επίκεντρο και αυτής της ιστορίας συναντάμε μια γυναίκα, ενώ το γειτονικό στον οικισμό εγκαταλελειμμένο σπίτι, στοιχειωμένο σύμφωνα με τις δοξασίες των κατοίκων, φέρνει στο νου το σπίτι της μάγισσας από το προηγούμενο βιβλίο.

Η Μελτσόρ άλλο δεν κάνει παρά να μεταφέρει τον διάχυτο ζόφο του κόσμου μας στο χαρτί και το κάνει με έναν τρόπο λογοτεχνικά υποδειγματικό, που εγκλωβίζει τον αναγνώστη και του επιβάλλει μια απνευστί, επώδυνη και ταυτόχρονη απολαυστική, ανάγνωση.

υγ. Περισσότερα για την Εποχή των τυφώνων θα βρείτε εδώ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 11 Μαρτίου και μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

Η εποχή των τυφώνων - Fernanda Melchor

Στη Λα Ματόσα, πέντε παιδιά θα αντικρίσουν μια μέρα ένα θέαμα φρικτό· το σάπιο πρόσωπο ενός πτώματος που είχε ξεβράσει το νερό στον κίτρινο αφρό του, ανάμεσα στα ζαχαροκάλαμα και τις πλαστικές σακούλες, μια σκοτεινή μάσκα που εξείχε ανάμεσα σε μυριάδες μαύρα φίδια και χαμογελούσε. Την έλεγαν Μάγισσα. Γύρω από το πτώμα της, η Μελτσόρ θα στήσει ένα πολυφωνικό γαϊτανάκι, αποτελούμενο από πρόσωπα που εμπλέκονται στη δολοφονία. Εραστές, πελάτες, γείτονες, περαστικοί. Ο αφηγητής της ιστορίας αυτής δεν είναι παντογνώστης. Κανείς δεν γνώριζε πραγματικά τη Μάγισσα και τώρα πια είναι οριστικά αργά. Ρόλος του αφηγητή είναι να αθροίσει τις λέξεις, να ενώσει τα διάφορα κομμάτια. Κάθε πρόσωπο που εισέρχεται στη σκηνή παρουσιάζει τη δική του εκδοχή, που θα τον αθωώσει, που θα τον απαλλάξει από τύψεις και ενοχές, που θα πάρει τα μάτια της δικαιοσύνης από πάνω του, που θα του επιτρέψει να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Ελάχιστα πράγματα μαθαίνουμε για εκείνη, κι εκείνα σκόρπια, ένα σωρό φήμες, ούτε ένας καλός λόγος. Κάθε εκδοχή συνδαυλίζει τη φρίκη, την εντείνει, την καθιστά ανυπόφορη. Η σιωπή της νεκρής εκκωφαντική. Η εποχή των τυφώνων σε ορισμένα μέρη δεν τελειώνει ποτέ. Κανείς πια δεν θυμάται πότε άρχισε.

Η εποχή των τυφώνων είναι ένα νουάρ μυθιστόρημα. Υπάρχει ένα έγκλημα και η αναζήτηση των δολοφόνων, ενώ το ρεαλιστικό στοιχείο επικρατεί. Η Μελτσόρ, γεννημένη το 1982 στη Βερακρούς του Μεξικού, δεν είναι παιδί του Μπολάνιο, όπως ίσως κάποιος βιαστεί να ισχυριστεί για τον τρόπο της να πραγματεύεται τη φρίκη. Το κεφάλαιο με τις δολοφονίες στο 2666 σ' εκείνη θυμίζει την ανάγνωση του τοπικού τύπου και όχι κάποια μυθοπλαστική υπερβολή, που κάποιους αναγνώστες, σε μέρη μακρινά, τους προκάλεσε έως και ανία. Η μυθοπλασία αποτελεί ένα καταφύγιο από την πραγματικότητα, ισχύει και για τους δημιουργούς αυτό, η ομορφιά δεν είναι μια στυλιζαρισμένη παραμόρφωση του κόσμου, αλλά μονόδρομος εξόδου απ' αυτόν. Η σύγχρονη γυναικεία λογοτεχνία από τη Λατινική Αμερική το φωνάζει. Στις ευχαριστίες της συγγραφέως, ανάμεσα σε άλλους, αναφέρει κι εκείνον που τη σωστή στιγμή της πρότεινε Το φθινόπωρο του πατριάρχη, ανάγνωση που εκ του αποτελέσματος αποδείχτηκε καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο η Μελτσόρ κατασκεύασε την αφήγησή της.

Επιλέγει τον μακροπερίοδο λόγο, μια επιλογή απαιτητική, όχι μόνο ως προς τις τεχνικές δυσκολίες, αλλά και γιατί είναι μια συγγραφική απόφαση που, για να σταθεί, οφείλει να δικαιολογείται, ειδάλλως πρόκειται για κενή επίδειξη. Στην υλοποίηση η Μελτσόρ τα καταφέρνει περίφημα. Λεπτοδουλειά και ταλέντο συνδυάζονται μοναδικά. Πετυχαίνει να δημιουργήσει το εφέ του τυφώνα, μια λεκτική δίνη που εγκλωβίζει τον αναγνώστη και τον παρασέρνει στο πέρασμά της. Μια αφήγηση που περιστρέφεται διαρκώς, όπως οι μύγες, γύρω από το πτώμα τής Μάγισσας, απ' όπου κρέμονται οι υποϊστορίες των κατοίκων της Λα Ματόρα. Η χειμαρρώδης αφήγηση έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την εκκωφαντική σιωπή της νεκρής, καθιστώντας έτσι τον μακροπερίοδο λόγο οργανικό μέρος της πλοκής. Επιβάλλει τον αναγνωστικό ρυθμό, επιτείνει την ενόχληση, το αίσθημα της ζάλης, αυτή η ιστορία δεν θα τελειώσει ποτέ, ούτε με τον θάνατο της Μάγισσας, δεν υπάρχει έξοδος κινδύνου, κάποια επόμενη περιμένει στη σειρά, κανείς να μη μπορεί να κλείσει τα μάτια μπροστά στη φρίκη, η τελεία αργεί. Όμως, ταυτόχρονα, η αφήγηση αυτή ασκεί έντονη αναγνωστική γοητεία, η ακρίβεια των λέξεων, η συνύπαρξη πεζού και πλάγιου λόγου, οι εναλλαγές στην απεύθυνση, η συνάρμοση των επιμέρους κομματιών· γοητεία που αφήνει μια ανάμεικτη γεύση.

Η εποχή των τυφώνων είναι ένα σκληρό βιβλίο, στεγνό από συναίσθημα, χωρίς καμία διάθεση για καθοδήγηση και εκβιασμό, γι' αυτό και συγκλονιστικό ως αναγνωστική εμπειρία. Η μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου συμβάλλει αποφασιστικά. Πώς να πεις μου άρεσε για μια τέτοια ιστορία, που διαβάζοντάς την νιώθεις λερωμένος, μέρος αυτής της ανθρωπότητας καθώς είσαι. Και όμως, η Μελτσόρ στύβει τον ζόφο και ας είναι να στάξουν δύο σταγόνες μονάχα.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών την Παρασκευή 29 Απριλίου. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ. 

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα