Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα yusra. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα yusra. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Μπράβο Μαρία, φτιάχνεις ωραίες σαλάτες - Μαντώ Παπαρρηγοπούλου, Μαρία Θάνου

Για διάφορους λόγους το περίμενα το βιβλίο αυτό.

Η Μαντώ, κόρη της Μαρίας, εγκαταλείπει έγκαιρα το εξοχικό στον Νέο Βουτζά εξαιτίας της πυρκαγιάς του 2018, το σπίτι της μητέρας της, που ήταν το όνειρό της, εκείνη είχε πεθάνει ήδη από το 2015, δεν το είδε να καίγεται, μπορείς να πεις ευτυχώς που κάποιο άτομο πρόλαβε και πέθανε, μπορεί και να μπορείς και να βγάζει νόημα. Όταν η φωτιά τελείωσε το έργο της, η κόρη επέστρεψε να επιθεωρήσει, στάχτες και αποκαΐδια, πιο δίπλα θρηνούσαν θύματα, τα σπίτια φτιάχνονται ξανά, λένε, τι και αν ποτέ ξανά δεν θα γίνουν τα σπίτια που ήταν, των παιδικών χρόνων, των καλοκαιρινών διακοπών. Ανάμεσα σε έπιπλα που με κάποια φροντίδα θα μπορούσαν να διασωθούν, να μετακομίσουν, να συνεχίσουν να επιτελούν χρήση, ένα πάκο με επιστολές, που η Μαρία έστειλε στον μετέπειτα σύζυγό της όταν εκείνος σπούδαζε στην Αμερική και εκείνη πάλευε με την ψυχογενή ανορεξία, ήταν άθικτο.

Αυτό το υβριδικό κείμενο αποτελείται από δύο μέρη, το ντοκουμέντο, οι ερωτικές επιστολές, είκοσι δύο συνολικά, στέκουν στη μια πλευρά, δίπλα τους, το κείμενο της κόρης, που κυοφορεί δίδυμα και παλεύει να κρατήσει τις διάφορες τιμές του αίματος σε ακίνδυνες επικράτειες, η Μαντώ διαβάζει ξανά και ξανά τα γράμματα της Μαρίας, κάνει την έρευνά της για την ψυχογενή ανορεξία, διαπραγματεύεται γραμμάτια της λήθης και του θανάτου.

Η διακριτότητα των δύο μερών είναι καθοριστική στη λειτουργία της σύνθεσης αυτής, καθοριστική γιατί επιτρέπει στα γράμματα να λειτουργήσουν αυτόνομα, χωρίς παρεμβολές, χωρίς ανακοπές για σχολιασμό, την ώρα που επιτρέπουν στην κόρη να συνδιαλλαγεί μαζί τους, αλλά και στο κείμενο της κόρης, επιτρέπουν να σταθεί στην απαραίτητη εκείνη απόσταση που απαιτείται. Ο κοινός τόπος συνάντησης είναι ένα πολύβουο κενό, η Μαρία, που γράφει στον σύντροφό της, δεν είναι ακόμα μητέρα και εκείνος είναι χιλιόμετρα πολλά μακριά, η Μαντώ, που διαβάζει τις επιστολές, είναι μια κόρη χωρίς μάνα, μια κόρη που ετοιμάζεται να γίνει μάνα. Αυτό το κενό, η απουσία, αποτυπώνεται αβίαστα, χωρίς προσπάθεια, ως είναι.

Και αν τα γράμματα, χωρίς τη φιλοδοξία της περαιτέρω κοινοποίησης, διαθέτουν μια μυχιότητα, εκείνη που οι εραστές μεταξύ τους μοιράζονται, καθώς προσπαθούν να οικοδομήσουν ένα εμείς, παλεύοντας με το εγώ τους, το ολιγοσέλιδο σημείωμα της κόρης αποδεικνύεται εξίσου αβίαστο, παρότι αναδύεται με την προοπτική μιας έκδοσης/έκθεσης. Μητέρα και κόρη, από το στασίδι της η καθεμιά, παλεύουν με τις δικές τους προκλήσεις. Η Μαρία παλεύει με την ψυχογενή ανορεξία, παλεύει όμως και με την επιθυμία να μοιραστεί με εκείνον στιγμές, να προσφέρει το βλέμμα της φιλόξενο για τη δική του ζωή, για την πέρα του Ατλαντικού εμπειρία, με τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της. Η κόρη παλεύει να μείνει όσο μπορεί έξω από τις επιστολές, να αφήσει στο περιθώριο τη θλίψη που η απώλεια του γονέα καλλιεργεί, να επιτρέψει στη Μαρία να ακουστεί, να επιτρέψει στην ασθενή να ακουστεί, να αναδυθεί και να αποκοπεί από την απλή στατιστική της ιατρικής επιστήμης, να πάψει να είναι απλώς ένα νούμερο, ένα περιστατικό. Εγώ θα σε ακούσω, Μαρία.

Η διαπραγμάτευση της ψυχικής νόσου, από πλείστες οπτικές γωνίες, αποτελεί αναπόφευκτα τον κυρίως πυρήνα τού Μπράβο Μαρία, φτιάχνεις ωραίες σαλάτες. Οι επιστολές είναι ένα ντοκουμέντο συγχρονίας, οι απογοητεύσεις, οι ελπίδες, οι μικρές νίκες, η ασθένεια ως συνοδοιπόρος μιας ζωής που συνεχίζεται, ως αυτό που είναι δηλαδή, ένα αδιαχώριστο κομμάτι. Η θεραπεία είναι ένα κομμάτι μόνο. Οι αόρατες ασθένειες, εκτός των άλλων, απαιτούν από την ασθενή να πείσει πως δεν είναι μια απλή παραξενιά, ένα καπρίτσο, πως δεν είναι στο μυαλό της, που στο μυαλό της είναι, στην αφετηρία και την απόληξη όλου του νευρικού κυκλώματος, αλλά τέλος πάντων, πως δεν είναι μόνο κατά φαντασία ασθενής. Η αγωνία που ο πόνος γεννά δεν επιτρέπει στον ορθολογισμό να επικρατήσει, οπουδήποτε δίνεται υπόσχεση θεραπείας, και κατανόησης, η ασθενής προσέρχεται με ελπίδα, με μια τελευταία ικμάδα κουράγιου και δύναμης. Μία ασθενής που δεν παραιτείται στέκεται, ή επιθυμεί με νύχια και με δόντια να σταθεί, στην πλευρά της ζωής.

Οι επιστολές στάλθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 1983. Σαράντα τόσα χρόνια πριν. Έκτοτε η επιστήμη έκανε άλματα, ερωτήματα απαντήθηκαν, πρωτόκολλα θεραπείας θεσπίστηκαν, μελέτες γράφτηκαν, φάσματα απέκτησαν άκρα, δωμάτια ευρύχωρα, μια ιδιότυπη συμπερίληψη αναδύθηκε. Ωστόσο, λίγα πράγματα μοιάζουν να έχουν αλλάξει. Η περιορισμένη πρόσβαση στην ακριβή ψυχική θεραπεία, η αορατότητα, η γενίκευση, το στίγμα, η ευθύνη που φορτώνεται στους ώμους της ασθενούς, το ένα ακόμα κοριτσάκι που επιθυμεί να είναι αδύνατο, θεωρία και κόντρα θεωρία, και η γνώμη του καθενός μας, αυτό το τελευταίο, δε, έχει γιγαντωθεί.

Το πρίσμα που προσφέρουν αυτές οι επιστολές, κυρίως για τη Μαντώ, είναι ωστόσο πολυποίκιλο, μια περαιτέρω γνωριμία με τη νεκρή μητέρα της, γωνίες και πλευρές εν πολλοίς άγνωστες, τώρα πια κάποιες εξηγήσιμες, διαφορετικές πλέον, αυτή η επικράτεια ερωτημάτων του ποιοι ήταν οι γονείς μας πριν να τους γνωρίσουμε απλώνεται αχανής, εκείνη τότε ήταν η Μαρία, όχι η μαμά της, μια νεαρή κοπέλα. Απλώνεται, αθόρυβα και υπόγεια, όχι ύπουλα και όχι βεβιασμένα, εδώ ένα κοινό έδαφος μεταξύ της κόρης και της αναγνώστριας. Και αν η κόρη απουσιάζει γιατί ακόμα δεν έχει συμβεί, στο παρασκήνιο, ένας παραλήπτης σκιώδης, που μόνο μέσα από την πένα της Μαρίας γνωρίζουμε, βρίσκεται ο σύντροφός της.

Οι επιστολές θα έστεκαν και από μόνες τους, μια μαρτυρία, ένα ντοκουμέντο δυνατό. Η Μαντώ αποφασίζει να προσθέσει κάτι δικό της, παίρνει ένα ρίσκο, να παραπατήσει, να μπερδευτεί και να τραβήξει το καλώδιο, ο προβολέας να φωτίσει εκείνη. Σε μια εποχή που το βίωμα βρίσκεται στο επίκεντρο, και όπως κάθε τι που βρίσκεται στο επίκεντρο βρίσκεται εκεί με πλείστους τρόπους και ποιότητες. Από την εγωπάθεια και την αδιαφορία μέχρι εκείνο που η καλή λογοτεχνία προσφέρει. Από ένα κείμενο ψυχρό, απλά εισαγωγικό και επεξηγηματικό του τι είναι αυτές οι επιστολές, η Μαντώ επιλέγει κάτι πιο προσωπικό. Οι λογοτεχνικές αρετές είναι πάντοτε απαραίτητες, ωστόσο εδώ υπάρχουν και άλλες απαιτήσεις. Η Μαντώ πετυχαίνει κάτι που στα μάτια μου μοιάζει ιδιαιτέρως δύσκολο, να φανερωθεί τόσο όσο, να μην παραμείνει στη σκιά μιας αφηγήτριας που βρήκε αυτές τις επιστολές, ένα τυχαίο γεγονός δηλαδή, αλλά να επιτρέψει στον συναισθηματικό συσχετισμό να εισχωρήσει, χωρίς να τραβήξει το καλώδιο, μια υπενθύμιση πως οι επιστολές αυτές είναι της Μαρίας που μόνο κάποια χρόνια αργότερα έγινε μητέρα της. Κάπου εκεί, με κάποιο τρόπο, μια αίσθηση φροντίδας αναδύεται, δύο γυναίκες, η Μαντώ και η Μαρία, συνομιλούν χωρίς η μία να παραλαμβάνει τις επιστολές της άλλης, και αυτή η αίσθηση είναι λυτρωτική.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Yusra

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κακιά - Myriam Gurba

Σε φάση πλημμυρίδας, λίγο πριν από τις γιορτές, μια έκπληξη. Από το 2019, σε σταθερό βηματισμό, το έντυπο Yusra έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν πυρήνα ανατροφοδοτούμενου διαλόγου για το εδώ και το τώρα, διευρύνοντας ολοένα το αναγνωστικό κοινό. Η είδηση της επικείμενης κυκλοφορίας ενός βιβλίου, η συστέγαση ενός εκδοτικού οίκου στο περιοδικό εγχείρημα, δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο, προσδοκίες. Προσδοκίες ποικίλες, μεταξύ άλλων, η συγχρονία. Η Κακιά, της Μίριαμ Γκούρμπα, σε μετάφραση Ζωής Κόκκα και επιμέλεια Γιώτας Τεμπρίδου, με την ιδιαίτερη αισθητική στην έκδοση, ήταν πια στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

Η Σοφία, διέσχιζε ένα βράδυ το γήπεδο μπέιζμπολ της γειτονιάς, ένιωσε μια παρουσία, ήρθε αντιμέτωπη με τον βιαστή και δολοφόνο της. Το αίμα κύλησε σκούρο. «Ένας παρουσιαστής στις ειδήσεις περιέγραψε τον φόνο ως "τον μέχρι θανάτου ξυλοδαρμό με ρόπαλο μιας περαστικής στο Όουκλι Παρκ"», η Σοφία, η βιασμένη και νεκρή Σοφία ήταν για τον παρουσιαστή στις ειδήσεις μια περαστική, μια ανώνυμη περαστική, σε λάθος σημείο και σε λάθος στιγμή. Η Σοφία, όμως, ήταν και κάτι άλλο, μια Ιφιγένεια που θυσιάστηκε, στη θέση άλλων περαστικών στο Όουκλι Παρκ. Το προνόμιο, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην τυχαιότητα, στη συγκυρία, όχι στη σύνθετη μόνο, σε εκείνη που φέρνει στον κόσμο ένα άτομο, μη λευκό, μη αρσενικό, μη πλούσιο, μη προνομιούχο, αλλά και στην απλή συγκυρία, στην επιλογή διάσχισης ενός πάρκου, μια νύχτα. Η αφηγήτρια, που έχουμε κάθε λόγο να θεωρούμε πως ταυτίζεται με τη συγγραφέα, περνούσε και εκείνη από το πάρκο αυτό. Μάλιστα, ένα βράδυ παραλίγο θα ήταν η Σοφία ή η Ιφιγένεια, εκείνη γλίτωσε, το κακό είναι και αυτό σχετικό. «Η Σοφία είναι πάντα μαζί μου. Με στοιχειώνει. Η ενοχή είναι φάντασμα».

Η ενοχή του ελάχιστου προνομίου, της απλής σύμπτωσης, του τυχαίου που γεννά τον τρόμο του μη ελέγχου. Η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από τη γέννησή της, σελίδα τη σελίδα θα πλησιάσει ως εκεί, μια ανάληψη από τον ταμιευτήρα του χρόνου, μια σειρά από συμπτώσεις, μια σειρά από αποφάσεις, μια σειρά από απλά γεγονότα, όπως η απλή επιλογή της διάσχισης ενός πάρκου μια συγκεκριμένη νύχτα. Η ενοχή εκλύεται από δύο παρεμφερή σημεία, θα μπορούσα να είμαι εγώ, μπορεί να είμαι εγώ, δεν ήμουν εγώ, όχι ακόμα, ήταν η Σοφία, ήταν η κάθε Σοφία, η κάθε ανώνυμη και αβιογράφητη περαστική ενός πάρκου.

Φέτος το καλοκαίρι διάβασα Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, ήταν μια από τις πιο δυνατές εμπειρίες. Η αφήγηση της αδερφής της Λιλιάνα ακόμα διευρύνεται μέσα μου. Κυρίως γιατί ήρθε να σπάσει το απόστημα της περαστικής ενός πάρκου, των αρχικών ενός ονόματος, τον αριθμό μιας ηλικίας, μια ακόμα προσθήκη σε ένα άθροισμα δολοφονημένων γυναικών. Η αδερφή της έρχεται να συγκρουστεί με αυτό. Η Λιλιάνα υπήρξε. Η Λιλιάνα υπήρξε και δολοφονήθηκε.

Υπήρχε μια περίοδος που το μόνο που ενδιέφερε την αφηγήτρια ήταν το διάβασμα και η γυμναστική, αδιαφορούσε για ό,τι άλλο, να δυναμώσει το μυαλό, να δυναμώσει το σώμα, να καταστεί πρώτα ένας άρτιος αμυντικός μηχανισμός, ύστερα επιθετικός, η απειλή ήταν παντού. Πιάνομαι από το σημείο αυτό για δύο λόγους, ο πρώτος, προσωπικός και υποκειμενικός, γιατί ένιωσα μια κάποιου είδους, ανεδαφική το παραδέχομαι, ταύτιση, ένιωσα να καταλαβαίνω την εμμονή αυτή, με την αδυναμία στον πυρήνα, αδυναμία που γεννοβολά διαρκώς τρόμο που θέτει επί κινδύνω την ίδια την ύπαρξη· ο δεύτερος είναι γιατί διακρίνω εδώ μια επιφάνεια επιθετικότητας από την πλευρά του προνομίου του να νιώθεις άτρωτος και ασφαλής, νιώθω να ακούω, συνοδεία ενός μειδιάματος, έναν ψίθυρο, ύφους αμέτρητων καρδιναλίων, προς τι τέτοια επιθετικότητα, προς τι τέτοια στάση, αρκεί να προσέχει, τι φοράει, με ποιον κυκλοφορεί, πού πηγαίνει, η υπερβολή δεν μου αρέσει, νιώθω να λέει αυτός ο ψίθυρος, για να καταλήξει, χωρίς πρωτοτυπία, σε θεωρητικές ριπές, αυτό εδώ δεν είναι λογοτεχνία.

Υπάρχει αυτή η μερίδα του πληθυσμού, διόλου αναπάντεχα διαθέτει προνόμιο, που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με όρους θεάματος, όταν βαρεθεί κάτι απλώς σταματάει να παρακολουθεί, διατυμπανίζει τη βαρεμάρα που του προκαλούν όλα αυτά, βαρέθηκα λέει με όλη αυτή την υπερβολή με τις γυναικοκτονίες, κούρασε όλο αυτό. Και κάπως έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, προστίθεται λίπασμα και κοπριά στο παρτέρι της ενοχοποίησης του θύματος και όσων προστρέχουν σε αλληλεγγύη. Πού είναι τα παλιά τα χρόνια που η λογοτεχνία, η τέχνη εν γένει, αφορούσε ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, ωραίες εποχές, ωραία χρόνια, η ομορφιά των εικόνων και των λέξεων, η συντήρηση σε χαμηλή θερμοκρασία.

Επιστρέφω στο μυθιστόρημα αυτό καθαυτό. Μετά τις πρώτες ποιητικές σελίδες, στις οποίες η αφηγήτρια μας μιλάει για εκείνο το βράδυ όταν η Σοφία βιάστηκε και δολοφονήθηκε, συνεχίζει με ένα πιο στακάτο, πιο θυμωμένο, πιο γυμνό βηματισμό, πιάνει την ιστορία της, της αφηγήτριας, από την αρχή. Η ποιητικότητα των πρώτων σελίδων, ίσως ξενίσει, ίσως φανεί κάπως γλυκερή, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τίτλο του μυθιστορήματος, δικαιολογείται ωστόσο, ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη Σοφία, στον οποίο η αφηγήτρια δεν κρύβει την αμηχανία που ένιωσε στο άκουσμα της είδησης, τις χαζές σκέψεις αναλογίας που της ήρθαν κατά νου, η πρωτεύουσα της Βουλγαρίας, το γιαούρτι, η Σοφία Λόρεν. Θα ήταν απάνθρωπη μια σοβαροφανής αντιμετώπιση, εκ των υστέρων σμιλεμένη, ανεξάρτητα από την όποια θεωρητική σκευή η χρονική απόσταση προσκόμισε. Ο τρόμος, ο θυμός, η οργή, η θλίψη, αρχικά προκαλούν μια αμηχανία, μια αποσύνδεση, μια συνθήκη εκτός πλαισίου, ένα κακό αστείο, ένα καθόλου αστείο λογοπαίγνιο, μια σκέψη βαλβίδα εκτόνωσης.

Στη συνέχεια, με την άνεση που η χωροχρονική απόσταση προσφέρει απλόχερα, η αφηγήτρια θα πιάσει το νήμα από την αρχή, θα φτάσει ως εκείνο το βράδυ, θα αναμετρηθεί με μια ενοχή άδικη αλλά υπαρκτή, όχι ενός στείρου ανθρωπισμού, κάτι του στυλ καλύτερα να είχαν βιάσει και δολοφονήσει εμένα, κροκοδείλια και υποκριτική στάση, αλλά μια ενοχή ανακούφισης, μια ενοχή σύμπτωσης, μια υπενθύμιση, ωστόσο, προς την ίδια την εαυτή της. Θυμός και οργή ακόλουθα της θλίψης και του φόβου.

Ας διευκρινίσουμε, ωστόσο. Το περιεχόμενο της αφήγησης από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η όποια αρχική δυναμική του σύντομα θα εξασθενούσε και επειδή δεν έχει τη μορφή θεωρίας ή δημοσιογραφικού λόγου δεν θα είχε το απαραίτητο καύσιμο. Η Κακιά διαβάζεται σε υψηλή ένταση. Συμβαίνει και εδώ, όπως ακόμα πιο εμφανώς μου συνέβη διαβάζοντας Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, να υπάρχει μια διαρκής αμφιθυμία, ο ζόφος και η αναγνωστική απόλαυση, τι ντούετο, η ενοχή του αναγνώστη που απολαμβάνει μια σκληρότητα, που αντί να αποστρέφει το βλέμμα βυθίζεται στην ανάγνωση. Η Γκούρμπα λεκτικοποιεί την οργή, τον φόβο, τον θυμό, τη θλίψη, αρνείται να διαπραγματευτεί τα αίτια, αρνείται να διδάξει, δεν επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα του προνομίου, εκείνο υπάρχει εκεί και κινείται παράλληλα, το θα μπορούσα να είμαι εγώ δεν είναι μια υποκριτική λούπα συναισθηματικού εκβιασμού και χειραγώγησης, θα μπορούσε να είναι εκείνη, θα μπορούσε να είναι όποια άλλη, θα μπορούσε να είναι εκείνη αλλού, μέρα μεσημέρι μέσα στο αυτοκίνητό της γυρίζοντας σπίτι της αρνούμενη να δεχτεί τον έλεγχο ενός ένστολου τέρατος, για παράδειγμα.

Η Γκούρμπα καταφέρνει και κάτι ακόμα σημαντικό, με έναν τρόπο φαινομενικά παράδοξο. Μιλάει για την εαυτή της, δεν επιχειρεί να μιλήσει στο όνομα της φυλής και του φύλου, όχι περισσότερο απ' όσο αυτά συνθέτουν μαζί με άλλα την ταυτότητά της. Και όμως, αντί αυτό να έχει ως αποτέλεσμα μια εγωκεντρική ιδιώτευση, μια αναχωρητικότητα με ρεαλιστικό μανδύα, η Κακιά πετυχαίνει να συμπεριλάβει, να ενσωματώσει, να αποτυπώσει το ζόφο. Το κάνει επειδή δεν το κάνει. Το κάνει γιατί δεν το εκβιάζει. Γιατί δεν το περιορίζει. Λέξεις κενές η ειλικρίνεια και η ρεαλιστική αποτύπωση. Δεν αρνούμαι, φλέρταρα μαζί τους, να τις προσθέσω στις αρετές. Είναι ωστόσο κενές. Είναι κενές γιατί δεν διακυβεύεται αυτό εδώ. Υπάρχει αυτή η παρεξήγηση, ηθελημένη σε μεγάλο βαθμό, η αυτομυθοπλασία να κρίνεται με βάση την ακρίβεια και την αλήθεια. Θυμάμαι και οργίζομαι με εκείνον τον γόνο που αμφισβήτησε τον βιασμό που διαπραγματεύεται ο Λουί στο δεύτερο βιβλίο του. Πρόσφατα έγραψα ένα κείμενο για τις Αδέσποτες σκύλες της Ντάλια ντε λα Σέρδα, διακρίνω ένα νήμα σύνδεσης μεταξύ των δύο βιβλίων, άσχετα που τις Αδέσποτες σκύλες τις περιβάλλει ένα (λεπτό) χαρτί μυθοπλασίας.

Η Κακιά είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο από ένταση, ένα παράδοξα τρυφερό και γεμάτο από οργή ανάθημα, μια αφήγηση γύρω από ένα εγώ που δημιουργεί ωστόσο έναν τόπο κοινό, που δεν ενισχύει απλώς την εικόνα μας για τον κόσμο, δεν επιβεβαιώνει ή σοκάρει, άραγε ποιους;, τα όσα γνωρίζαμε από πριν, δεν έρχεται με προγραμματικές θέσεις και προθέσειςκαι ίσως γι' αυτό τα καταφέρνει και σε αυτό το πεδίο, πέρα από εκείνο της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα περισσότερα μπορείτε να βρείτε εδώ, για τις Αδέσποτες σκύλες εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Ζωή Κόκκα
Εκδόσεις Yusra

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021

Βιβλία από τον τόπο σου


 (πρωτοδημοσιεύτηκε στο 9ο τεύχος του περιοδικού Yusra)

Μία απόπειρα να απαντηθεί το ερώτημα γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη να είναι ατελής. Όπως ατελής είναι καταδικασμένη να είναι και η απόπειρα να εξηγηθεί αυτή η αδυναμία συμπερίληψης όλων των πιθανών απαντήσεων, εκτός και αν καταφύγει κανείς σε κάποιο ψευδοφιλοσοφικό τσιτάτο του στυλ υπάρχουν τόσοι λόγοι όσοι και αναγνώστες. Λόγω ιδιοσυγκρασίας, μάλλον, η πρώτη απάντηση που μου έρχεται στο μυαλό στο άκουσμα της ερώτησης εσύ γιατί διαβάζεις είναι γιατί έτσι. Σπάνια φτάνει στα χείλη ωστόσο, πιθανότητα λόγω έλλειψης του απαραίτητου θάρρους. Εκείνο που συνήθως απαντώ, συνοδευόμενο από μια εσάνς μυστηρίου, επίσης λόγω ιδιοσυγκρασίας, είναι πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι μια ερώτηση που ακούς συχνά και είναι ίσως η μόνη ερώτηση σχετικά με το διάβασμα που έχει κάποιο ενδιαφέρον, αντίθετα με άλλες συνηθισμένες ερωτήσεις όπως: έχεις διαβάσει όλα τα βιβλία, πόσα βιβλία διαβάζεις σε χ χρονικό διάστημα, πότε προλαβαίνεις, πού βρίσκεις τα λεφτά, πού τα βάζεις, ποιος τα ξεσκονίζει κ.α. Η ανάγνωση λογοτεχνίας είναι από τις συνήθειες εκείνες που προκαλούν μια ιδιότυπη ανασφάλεια αλλά και ενοχή στον εκάστοτε συνομιλητή, που συνήθως σπεύδει να απολογηθεί πως δεν διαβάζει προσθέτοντας μια δικαιολογία για να διώξει από πάνω του την όποια ευθύνη νιώθει, θαρρείς, να τον βαραίνει. Στην, κατά τα άλλα πλούσια, ελληνική γλώσσα γίνεται κατάχρηση του ρήματος διαβάζω. Διαβάζω μαθηματικά, διαβάζω για εξετάσεις, διαβάζω τη μοίρα/το χέρι/τον καφέ/τα ζώδια, διαβάζω εφημερίδες/περιοδικά, διαβάζω λογοτεχνία. Η γκάμα των χρήσεων του ρήματος διαβάζω εκτείνεται έτσι από το άγχος της εξέτασης μέχρι τη χειρομαντία αφήνοντας κάπως μετέωρη την ανάγνωση λογοτεχνίας ανάμεσα στην υποχρέωση και την ανυποληψία. Η γλώσσα έχει συχνά τις απαντήσεις σε διάφορα στοιχεία κουλτούρας και ταυτότητας, συχνότερα σίγουρα από την καταφυγή στο δύσμοιρο dna.

Μία ακόμα παρανόηση σε σχέση με την ανάγνωση αποτελεί η πολυθρύλητη μοναξιά του αναγνώστη, η απομόνωση την οποία αναζητά. Η απομόνωση αυτή είναι τεχνικής φύσεως μάλλον παρά στοιχείο του χαρακτήρα. Με αυτό θέλω να πω πως ο αναγνώστης έχει την ανάγκη να απομονωθεί από το περιβάλλον ώστε να μπορέσει να διαβάσει, αποτελεί δηλαδή κάτι τέτοιο μια βασική προϋπόθεση, όμως η ανάγκη για ανάγνωση κάθε άλλο παρά σε μοναχικότητα προσιδιάζει. Ο αναγνώστης, και μπορεί εδώ να μιλάω με βάση τη δική μου ανάγκη αλλά και πώς αλλιώς μπορεί αλήθεια κανείς να μιλήσει, έχει την ανάγκη να νιώσει πως δεν είναι μόνος σε όλο αυτό, πως κάποιος άλλος, ένας άγνωστος, μοιράζεται τις ίδιες αγωνίες και σκέψεις, και μάλιστα καταφέρνει να τις αποτυπώσει στο χαρτί με τις κατάλληλες λέξεις, πως ανήκει σε μια κοινότητα που δημιουργείται γύρω από το κάθε βιβλίο.

Ανάμεσα στους ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια, αν και για διαφορετικούς λόγους και εντός πολλών εισαγωγικών, αγάπη για το διάβασμα, συναντάται συχνά μια απαξίωση για την εγχώρια λογοτεχνία: δεν διαβάζω Έλληνες/μα καλά διαβάζεις Έλληνες; Η λογοτεχνία δεν μονοπωλεί σε καμία περίπτωση αυτή την ενδοοικογενειακή αντιπαράθεση, που στη μέταλ κοινότητα φτάνει στα άκρα, αρκεί κανείς να θυμηθεί το Κάνω μια ευχή. Το πλέον παράδοξο της απαξίωσης αυτής έχει να κάνει με το γεγονός πως αρκετά συχνά βγαίνει από τα χείλη ανθρώπων που γράφουν ή φιλοδοξούν να το κάνουν. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, κάποιοι, κάπως κακοπροαίρετα η αλήθεια είναι, εξισώνουν τον αριθμό των αναγνωστών με εκείνον των συγγραφέων. Κάποιοι άλλοι δείχνουν πιο διαλλακτικοί τραβώντας μια γραμμή ανάμεσα στη σύγχρονη και την παλαιότερη ελληνική γραμματεία. Η μανία με το ξένο αποτελεί ανέκαθεν γνώρισμα της καθ' ημάς πραγματικότητας, η προσήλωση στο παρελθόν επίσης, για να μην αναφερθούμε στην αυτοαναίρεση και την αυτοϋπονόμευση. Κανείς δεν θα μπορούσε να αντικρούσει το κάπως αφελές, η αλήθεια είναι, επιχείρημα σχετικά με την ποσοτική υπεροχή της ποιοτικής μεταφρασμένης λογοτεχνίας έναντι της τοπικής. Δεν είναι μόνο τα αριθμητικά μεγέθη που καθιστούν μια τέτοιου είδους επιχειρηματολογία σαθρή, αλλά και τα φίλτρα μέσω των οποίων περνάει ένα βιβλίο μέχρι να μεταφραστεί και να κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία, φίλτρα που εν πολλοίς, και έτσι όπως είναι διαμορφωμένο το εκδοτικό σκηνικό, δεν υπάρχουν για την ελληνόφωνη λογοτεχνία, αφού, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ο καθένας, θαρρείς, μπορεί να δει το πόνημά του τυπωμένο και με λίγη τύχη στην προθήκη κάποιου εκδοτικού οίκου. 

Κατευθύνοντας όμως τη συζήτηση προς την αναλογία καλής και κακής λογοτεχνίας, και παρότι θέτει όμορφα και ύπουλα ως δεδομένη την ύπαρξη καλής εγχώριας λογοτεχνίας, νιώθω πως χάνουμε το βασικό διακύβευμα μιας τέτοιας κουβέντας, το οποίο αργά ή γρήγορα έχει την τάση να επιστρέφει στο αρχικό ερώτημα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους διαβάζει κανείς λογοτεχνία, υποερώτημα του οποίου είναι και το πιο εξειδικευμένο: γιατί έχουμε ανάγκη να διαβάζουμε σύγχρονη λογοτεχνία του τόπου μας; Και μπορεί οι άμεσες απαντήσεις Γιατί έτσι/γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς να κλείνουν απότομα ή ευγενικά την πόρτα, όμως δεν είναι οι μόνες. Και οι πιθανές αυτές απαντήσεις δεν χρησιμεύουν μόνο στην κάλυψη ενός εξωτερικού ερωτήματος. Η περιήγηση εντός ενός χόμπι, όπως η ανάγνωση λογοτεχνίας στην προκειμένη περίπτωση, αργά ή γρήγορα δημιουργεί ένα εγχειρίδιο πλοήγησης με αύξοντα βαθμό συνειδητότητας ως απόρροια του χρόνου και της τριβής, μαθαίνει έτσι κανείς να εντοπίζει ευκολότερα εκείνο που πραγματικά τον ενδιαφέρει, να αποφεύγει κακοτοπιές, να εμπιστεύεται το ένστικτό του, να χαράσσει ένα μονοπάτι. Κάπως έτσι προέκυψε για μένα η έννοια της συγχρονίας ως αναγνωστικό ζητούμενο, ως μια ανάγκη που η συγκαιρινή εγχώρια πεζογραφία δύναται να καλύψει σε μεγαλύτερο, τουλάχιστον, βαθμό από ό,τι η παλαιότερη ή εισαγώμενη.

Όλα, θεωρώ, πως ξεκινούν από την ανάγκη μας να διαβάζουμε κάτι που έχει πρωτότυπα γραφτεί στη γλώσσα με την οποία νιώθουμε και σκεφτόμαστε, με τις ίδιες λέξεις με τις οποίες δοκιμάζουμε να εκφραστούμε και να γίνουμε κατανοητοί στους άλλους, χωρίς τη διαμεσολάβηση της μετάφρασης. Ανάγκη που φτάνει ως την πεζογραφία έχοντας τις ρίζες της στην ποίηση, εκεί που το νόημα στέκει κάπως απόμερα και που η επιλογή της κάθε λέξης αποτελεί πράξη ζωτικής σημασίας. Η γλώσσα όμως διαθέτει έναν χαρακτήρα δυναμικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο, έτσι στην εξίσωση μπαίνει κάποια στιγμή αναπόφευκτα και ο χρόνος. Ως συγχρονία, λοιπόν, θα μπορούσε να περιγραφεί η αίσθηση πως στέκεσαι και παρατηρείς από την ίδια πλευρά με τον συγγραφέα, πως ο κόσμος που περιγράφεται είναι και δικός σου κόσμος, πως οι ήρωες είναι γνώριμοι και οικείοι, πως έχουν κάτι από σένα τον ίδιο, οι συνθήκες και οι αναπολήσεις επίσης, ένας ιδιότυπος ρεαλισμός που υπάγεται σε γεωγραφικό περιορισμό παρά τις ολοένα αυξανόμενες συνθήκες παγκοσμιοποίησης που κάνουν τον κόσμο να φαντάζει ένα ομογενοποιημένο μείγμα. Δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί. Η συγχρονία, ανάμεσα στη γραφή και την εποχή της απαιτεί ένα ξεχωριστό ταλέντο, μια ικανότητα διάκρισης και ξεκαθαρίσματος τη στιγμή που ο συγγραφέας, όπως και ο αναγνώστης άλλωστε, αποτελεί μέρος αυτής, έτσι ώστε το αποτέλεσμα πραγματικά να αποτυπώνει και να αντανακλά την εποχή και να μην ξενίζει. Σημαντικός παράγοντας για την επιτυχία της συγχρονίας είναι επίσης ο συγγραφέας, αλλά και ο αναγνώστης ταυτόχρονα, να κινείται εντός του κόσμου που περιγράφει και όχι να υποθέτει περί αυτού εκ του μακρόθεν, φροντίζοντας ωστόσο να αφήσει απέξω την περιττή αυτοαναφορικότητα.

Δεν υπάρχει πολλή τέτοια συγκαιρινή και ντόπια λογοτεχνία. Αλήθεια είναι αυτό. Υπάρχει όμως περισσότερη απ' όση πιστεύεται, και αυτό είναι μια πρόκληση. Ξεκινώντας να γράψω το κείμενο αυτό, μία από τις προθέσεις μου ήταν να αναφέρω κάποια παραδείγματα, δεν θα το κάνω όμως, όχι γιατί φοβάμαι μήπως αμελήσω να αναφερθώ στον έναν ή τον άλλο συγγραφέα, αλλά γιατί η αναζήτηση του επόμενου βιβλίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος όχι μόνο τής αναγνωστικής εμπειρίας αλλά και της ζητούμενης συγχρονίας, όσο και αν μια τέτοια δήλωση υπονομεύει εμάς που έχουμε το συνήθειο να μιλάμε και να γράφουμε με περίσσιο πάθος για τα βιβλία που διαβάζουμε.        

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

Οι κορυφές της ζωής - Richard Powers


 

Ακόμα και τα καλύτερα επιχειρήματα στον κόσμο δεν αλλάζουν τη γνώμη κάποιου. Μόνο μια καλή ιστορία μπορεί να το πετύχει αυτό.
Από παιδιά, μια καλή ιστορία μάς έκανε ατρόμητους απέναντι στο σκοτάδι. Μεγαλώνοντας, το μόνο που άλλαξε είναι πως το σκοτάδι δεν φεύγει με το πάτημα ενός διακόπτη, ενίοτε ούτε με την ανατολή. Όταν τα πράγματα ζορίζουν, κάνω κάτι που ξέρω από παλιά, ανοίγω ένα βιβλίο. Όταν τα πράγματα ζορίζουν πολύ, τότε θυμάμαι κάτι ακόμα: μια καλή ιστορία μπορεί να σώσει την παρτίδα. Εκεί ποντάρω τις ελπίδες κόντρα στους φόβους μου. Σε κάποια παρουσίαση η Σ. μου μίλησε με ενθουσιασμό για τον Ρίτσαρντ Πάουερς. Το πρόσωπό της έλαμπε. Εγώ δεν τον είχα καν ακουστά. Η φωνή της αντήχησε όταν το δάκτυλο διέτρεξε τη ράχη του βιβλίου. Υπάκουσα και τράβηξα απ' το ράφι το τελευταίο του μυθιστόρημα: Οι κορυφές της ζωής. Ξεκινώντας να διαβάζω, δεν είχα συγκεκριμένες προσδοκίες. Τη στιγμή εκείνη έψαχνα ένα πολυσέλιδο βιβλίο για να βυθιστώ στον κόσμο του. Περισσότερες απαιτήσεις δεν είχα. Εκείνος που φοβάται, άλλωστε, δεν έχει ποτέ ιδιαίτερες απαιτήσεις.  Ίσως, μάλιστα, να είχα και περισσότερες επιφυλάξεις.
 
Ένας λοχίας στον πόλεμο του Βιετνάμ πέφτει απ' το φλεγόμενο μεταγωγικό του πάνω σε μια πελώρια συστάδα δέντρων και σώζεται. Ένας καλλιτέχνης κληρονομεί ένα πάκο φωτογραφίες που απεικονίζουν την ίδια αμερικανική καστανιά σε διάστημα εκατό χρόνων. Μια φοιτήτρια, που ξεσαλώνει, παθαίνει ηλεκτροπληξία και πεθαίνει, την επαναφέρουν όμως στη ζωή πλάσματα από αέρα και φωτιά. Μια επιστήμονας με διαταραχές ακοής και ομιλίας ανακαλύπτει ότι τα δέντρα επικοινωνούν μεταξύ τους. Ένας νεαρός με κινητικά προβλήματα θα σχεδιάσει ένα παιχνίδι για υπολογιστές, στο οποίο οι χρήστες δημιουργούν καινούριους κόσμους. Οι ιστορίες τους θα μπλεχτούν, όπως οι ρίζες των δέντρων, θα βρεθούν μαζί με άλλους αγνώστους να αγωνίζονται για τη διάσωση των τελευταίων στρεμμάτων παρθένου δάσους της χώρας.
 
Για να είμαι ειλικρινής, οι επιφυλάξεις μου απέναντι στο οπισθόφυλλο του βιβλίου εντοπίζονταν στο οικολογικό διακύβευμα της ιστορίας. Ξεκαθαρίζω: η οικολογία, η μάχη για έναν βιώσιμο πλανήτη, για τη ριζική αλλαγή του τρόπου ζωής, είναι υψίστης σημασίας. Η επιφύλαξη εμφανίζεται όταν η οικολογία μετατρέπεται σε Δούρειο Ίππο, όταν γίνεται της μόδας. Και όπως είχε πει και ο Όσκαρ Γουάιλντ, η μόδα είναι κάτι το τόσο φρικτό, που αναγκαζόμαστε να το αλλάζουμε κάθε έξι μήνες. Μόνο που τώρα πια, στην εποχή μας, μόδα δεν είναι οι καταστάσεις, αλλά η ενασχόληση με αυτές, τα προβλήματα μένουν και κακοφορμίζουν, παρότι εμείς παύουμε να τα κοιτάμε. Κάτι ακόμα που με έκανε επιφυλακτικό ήταν το ετερόκλητο αυτό μείγμα χαρακτήρων, αν θα μπορούσε κάτι τόσο φιλόδοξο να λειτουργήσει, αν οι χαρακτήρες θα είχαν βάθος και αλήθεια, ενώ και η μεταφυσική υπόνοια ενίσχυσε την καχυποψία μου. Είπαμε όμως, έπρεπε να ποντάρω τις ελπίδες κόντρα στους φόβους μου σε ένα πολυσέλιδο βιβλίο.         

Ο Πάουερς επιχειρεί κάτι φιλόδοξο και τα καταφέρνει περίφημα. Ξεκινάει αφηγούμενος οκτώ διαφορετικές ιστορίες με λεπτομέρειες, ιστορίες που θα μπορούσαν να σταθούν ανεξάρτητα και να αποτελέσουν τη βάση για ισάριθμα μυθιστορήματα, τα οποία όμως δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης. Ξέρω πως ακούγεται κάπως αφοριστικό και απόλυτο αυτό που γράφω, όμως ισχύει. Εκεί έγκειται και η μαεστρία του δημιουργού, να μετατρέπει τις απλές ιστορίες σε μυθιστόρημα. Κι ενώ ξεκινάει με την κάθε μια ιστορία χωριστά, καθώς προχωρά από τις ρίζες στον κορμό, η εναλλαγή ανάμεσα σε αυτές γίνεται πιο γρήγορα, καθώς ο ρυθμός της αφήγησης επιταχύνεται, για να φτάσει στην κόμη του δέντρου, όπου η κάθε ιστορία είναι μέρος της άλλης, εκεί που το ζητούμενο είναι να πέσει δυνατός ο σπόρος σε γόνιμο έδαφος.
 
Κάπως έτσι ο Πάουερς παραδίδει ένα μυθιστόρημα μαγικό, ρεαλιστικό, πολιτικό, παραμυθένιο, συγκινητικό, επαναστατικό. Ο Πάουερς ελέγχει πλήρως το τεράστιο υλικό του, ξέρει ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται ο κάθε ήρωάς του, από πού έρχεται και πού θα πάει. Τίποτα δεν είναι τοποθετημένο χωρίς λόγο, δεν υπάρχει ούτε μια περιττή γραμμή σε όλα το βιβλίο -υπό τη σύμβαση πάντοτε πως πρόκειται για μυθιστόρημα. Η ευρυμάθεια του συγγραφέα είναι συγκλονιστική, η πειστικότητα με την οποία περνά από τη σχεδίαση λογισμικού στη μικροβιολογία του εδάφους και από την ιστορία των δέντρων της Αμερικής στην ολοένα και πιο αυστηρή νομοθεσία για τον ακτιβισμό και από εκεί στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου χαρίζει στο μυθιστόρημα την απαραίτητη αληθοφάνεια. Αληθοφάνεια απαραίτητη για να ακουστεί ευκρινώς η κραυγή αγωνίας. Και είναι η ευρυμάθεια αυτό που ολοένα και εκλείπει στην εποχή αυτή της εξειδίκευσης, η έλλειψη της οποίας αντανακλάται αναπόφευκτα και στη λογοτεχνία. Θυμήθηκα πόσο με είχε εντυπωσιάσει αυτό όταν διάβαζα πριν δυο δεκαετίες το Άρωμα, εκεί που ο Ζίσκιντ έμοιαζε να ξέρει τόσα πολλά για τα αρώματα, και αυτό από μόνο του έμοιαζε να είναι αρκετό για τη μαγεία.
Πλησιάζει για να παρατηρήσει τα σημάδια από τα εργαλεία. Τι είδους γλύπτης θα έβαζε τόση τέχνη και προσπάθεια για να φτιάξει κάτι τόσο απομονωμένο που μπορεί να μην το ανακάλυπτε ποτέ κανείς; Αυτό όμως δεν είναι γλυπτό. Δεν υπάρχει κανένα ίχνος από γυαλόχαρτο ή σμίλη. Μόνο τα σχήματα του δέντρου. Οι άντρες φωνάζουν γρήγορες, καυτές λέξεις σε τρεις γλώσσες. Ένας από τους δενδρολόγους ισχυρίζεται, με πάρα πολλές χειρονομίες, ότι το ξύλο έχει με κάποιον τρόπο κλαδευτεί για να μοιάζει με γυναίκα. Οι συλλέκτες καουτσούκ χασκογελάνε. Είναι η Παναγία, που κοιτάζει με φρίκη τον κόσμο που αργοπεθαίνει. Παρειδωλία, λέει η Πατρίσια. Ο μεταφραστής δεν γνωρίζει τη λέξη. Η Πατρίσια εξηγεί: η προσαρμογή που κάνει τους ανθρώπους να βλέπουν ανθρώπους σε όλα τα πράγματα. Η τάση να βλέπεις ένα πρόσωπο σε δυο ρόζους και μια σχισμή. 
Η ανάγνωση του μυθιστορήματος αναγκάζει και τον πλέον καχύποπτο να παραδεχθεί πως τα κίνητρα του συγγραφέα δεν είναι καιροσκοπικά αλλά ειλικρινή. Ο Πάουερς εκτός από ευρυμαθής είναι και καλός παραμυθάς, ένα μυαλό που γεννά διαρκώς ιστορίες. Και ο καλός παραμυθάς δεν υποτιμά ποτέ την ιστορία του, γιατί χωρίς εκείνη είναι χαμένος, η ανάγκη ενός παραμυθά να αφηγηθεί την ιστορία του είναι ανάλογη της δικής μας να την ακούσουμε. Η αγωνία του για το μέλλον του πλανήτη δεν τον τυφλώνει, δεν τον μετατρέπει σε φωνακλά. Η πίστη του στον άνθρωπο δεν τον αφήνει να εφησυχάσει, δεν τον ακινητοποιεί. Στο κατώφλι της απελπισίας και του φόβου διηγείται τις ιστορίες αυτές, ιστορίες ανθρώπων που δεν είχαν σκεφτεί ποτέ την αξία ενός δέντρου, και αυτό γιατί δεν είχαν ποτέ διακρίνει την ομορφιά του, γιατί ποτέ δεν είχαν θαυμάσει την ευφυΐα του. Στιγμές στιγμές αναλογιζόμουν τον Θορώ και τη λίμνη του, το ημερολόγιο αυτό που θεωρείται το πρώτο οικολογικό μανιφέστο, εκείνες τις μαγικές σελίδες όπου άφηνε στην άκρη τους υπολογισμούς για τη σπορά της πατάτας για να πέσει στη λίμνη και επέπλεε κοιτάζοντας τον γαλάζιο ουρανό.   
  
Μακάρι αυτό το κείμενο να αποτελέσει αφορμή να διαβάσετε αυτό το βιβλίο, μακάρι. 
 
(Καρλόβασι 17.3.2020, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Yusra)


Μετάφραση Βασιλική Πολίτη
Εκδόσεις Διάπλαση

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Τρυποκάρυδος - Tom Robbins




Το κατά Τομ ημερολόγιο

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Yusra)


Κάποτε πίστευα πως τα βιβλία τελειώνουν. Θα μπω, φοβόμουν, μια μέρα στο βιβλιοπωλείο, θα κατεβώ τα σκαλιά, θα περπατήσω στους διαδρόμους ανάμεσα σε εκατοντάδες βιβλία, για να διαπιστώσω πως κανένα απ' όλ' αυτά δεν είναι το ποθητό, πως κανένα δεν είναι εκείνο που πρέπει να διαβάσω. Ήμουν μικρός και δεν ήξερα ακόμα πως, αντίθετα με τον χρόνο, τα βιβλία δεν τελειώνουν ποτέ. Ο Ρόμπινς ήταν για καιρό το αντίδοτο στη φοβία αυτή. Έχοντας αφήσει αδιάβαστο ένα μυθιστόρημα δικό του είχα επινοήσει το δικό μου ξόρκι· όταν δεν θα υπήρχε κανένα βιβλίο πια να διαβάσω, απλώς θα άπλωνα το χέρι και θα κατέβαζα απ' το ράφι τον Χορό των επτά πέπλων, και έτσι θα κέρδιζα χρόνο στη μάχη του τέλους των βιβλίων. Κάπως έτσι βάδιζα ατρόμητος προς τα βιβλιοπωλεία τότε, που η ζωή ήταν απλή, κι ας μην μας φαινόταν πάντα.

Η λογική δεν καθησυχάζει το συναίσθημα όμως. Και παρότι εντωμεταξύ μεγάλωσα και δεν φοβόμουν πια το τέλος των βιβλίων, όχι συνειδητά τουλάχιστον, και είχα αρχίσει κι εγώ με τη σειρά μου να παραπονιέμαι λίγο λίγο για τον χρόνο που ποτέ δεν θα ήταν αρκετός για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες μου, γενικότερα και όχι μόνο τις αναγνωστικές, το χέρι στο ράφι για να κατεβάσω τον Χορό των επτά πέπλων δεν το άπλωνα. Ολοένα ανέβαλα το κλείσιμο των λογαριασμών με τον αγαπημένο μου παραμυθά, ίσως γιατί μεγαλώνοντας φοβάσαι περισσότερο τις ανέφελες μέρες και αποκτάς τη σύνεση να μην ξοδεύεις τα φυλακτά σου.

Και όταν άπλωσα τελικά το χέρι, ήξερα πως δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Μπορούσα δηλαδή, αλλά δεν είχα άλλο κουράγιο, ήθελα απλώς ν' αφήσω έξω απ' το δωμάτιο τα πάντα, ν' αποστρέψω το βλέμμα από την πραγματικότητα, να μείνω μόνος με τον Τομ, ν' αποκοιμηθώ από το παραμύθι και να μαγευτώ από τις παρομοιώσεις. Και το αντίδοτο στη φρίκη λειτούργησε, παρά τη σκόνη ανάμεσα στις σελίδες και την ταλαιπωρία από τις απανωτές μετακομίσεις. Νεαροί νευρώνες ξεμύτισαν στη θέα του χορού της, ανυπόμονοι να εκπέμψουν το σήμα τους σε όλη την επικράτεια του κορμιού, απαιτώντας νέα και δυνατά ερεθίσματα καθώς άπλωναν τα κλαδιά τους. Άρχισα να νιώθω ασφυκτικά στους τέσσερις τοίχους του δωματίου, ήταν η στιγμή ν' ανοίξω την πόρτα ξανά.

Σε εκείνη την ανάγνωση συνειδητοποίησα πως το χιούμορ του Ρόμπινς είναι ένα χιούμορ πικρό, βαθιά πολιτικό και καθόλου ανάλαφρο. Μια άμυνα απέναντι στη φρίκη της πραγματικότητας. Είχα μεγαλώσει πια και ήξερα πως το χιούμορ έχει το κόστος του, πως όταν πια δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα, τότε επιστρατεύεις το χιούμορ για να ξορκίσεις το κακό, για να την παλέψεις. Ένιωσα τη ζοφερή ατμόσφαιρα των μεσοδυτικών πολιτειών, τη συντήρηση, τη θρησκοληψία και τον ρατσισμό. Οι παρομοιώσεις δεν ήταν πια τίποτα άλλο παρά ευφάνταστες κρυψώνες από τον ρεαλισμό της σκληρής καθημερινότητας. Ο Ρόμπινς έπαψε να είναι για μένα ένας κωμικός συγγραφέας, παρότι και σε αυτό το μυθιστόρημα υπήρξαν σημεία αβίαστου, λυτρωτικού γέλιου. Η ανάγνωση εκείνη ήταν μια τελετή ενηλικίωσης, μία από τις πολλές.  

Η κυκλοφορία της Θιβετιανής ροδακινόπιτας έριξε την αυλαία της βιβλιογραφίας του Ρόμπινς, τουλάχιστον σύμφωνα με τον ίδιο. Απ' όποια πλευρά και αν εξετάσει κάποιος την είδηση αυτή δεν μπορεί παρά να τη χαρακτηρίσει αναμενόμενη. Είπαμε όμως: η λογική δεν καθησυχάζει πάντα το συναίσθημα. Και το παράλογο παιδικό αίτημα διατυπώνεται: δεν θέλω να είναι το τελευταίο σου βιβλίο αυτό, Τομ.

Και σαν να μην έφτανε η συνειδητοποίηση πως τα βιβλία δεν τελειώνουν, εμφανίζεται και η ανάγκη με τα χρόνια να επιστρέψεις, να διαβάσεις ξανά και ξανά κάποια απ' αυτά. Μια λίστα υπό διαρκή διαμόρφωση αποτελείται ακριβώς απ' τα βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω κάποια στιγμή ξανά. Τα περισσότερα απ' αυτά διατηρούν τη θέση τους στη λίστα και μετά την επανανάγνωσή τους, γεγονός διόλου παράξενο. Η εξήγηση της επιθυμίας για αναγνωστική επιστροφή δεν είναι μονοδιάστατη, ούτε απλή. Συχνά εμφανίζεται ως μια απλή σκέψη, για να μετατραπεί αργά ή γρήγορα σε έμμονη ιδέα, την ώρα που, συνήθως μάταια, επιχειρείς να θυμηθείς λεπτομέρειες του βιβλίου αυτού, την ώρα που αναζητάς απεγνωσμένα επιχειρήματα για να εξηγήσεις -συχνά απλά στον ίδιο σου τον εαυτό- γιατί αυτό το βιβλίο ήταν τόσο φοβερό, και όσο αναζητάς στοιχεία, φύεται ο σπόρος της αμφιβολίας.

Η αναμέτρηση με το παρελθόν διαθέτει τη δική της ξεχωριστή γοητεία, ο τότε εαυτός απέναντι στον τωρινό. Και ας χρησιμοποιείται συχνά η λέξη επιστροφή, τίποτα άλλο δεν είναι παρά ένας ευφημισμός. Λέξεις κλειδιά της αναμέτρησης: εξέλιξη, ωρίμανση, απομάγευση, αφέλεια, ρεαλισμός, λήθη, νοσταλγία. Τρεις μετακομίσεις μετά, τα βιβλία του Ρόμπινς βρίσκονται στο ράφι τοποθετημένα με χρονολογική σειρά ανάγνωσης. Το κατά Τομ ημερολόγιο. Ο Τρυποκάρυδος στέκει πρώτος από τα αριστερά.

Ένα στερεοσκοπικό πακέτο Κάμελ. Αυτό θα απαντούσα αν κάποιος με ρωτούσε τι θυμάσαι από τον Τρυποκάρυδο. Την εικόνα του πακέτου να ξεκολλάει και να αποκτάει ξαφνικά βάθος, τα φοινικόφυλλα να κουνιούνται, το φως του ήλιου εκτυφλωτικό από την αντανάκλαση στην έρημο, τη δροσιά της όασης, το πάτωμα στρωμένο με κιλίμια, τις καμήλες να ξεκουράζονται, τους εραστές να κοιμούνται αγκαλιά και στο βάθος τις πυραμίδες. Δεν το περίμενα να συμβεί, δεν ήξερα καν πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μου συμβεί. Ήμουν δεν ήμουν είκοσι χρονών.

Βαθιά μέσα μου ήλπιζα πως θα μπορούσε κάτι τέτοιο να επαναληφθεί, δεν το φώναζα, δεν το παραδεχόμουν ανοιχτά αλλά βαθιά μέσα μου το ήλπιζα. Ήθελα να βρεθώ ξανά στην όαση με τον ξηρό αέρα, έστω και για μια στιγμή. Ίσως και μόνο γι' αυτή την ελάχιστη πιθανότητα να διάβασα ξανά τον Τρυποκάρυδο φέτος το καλοκαίρι, απόφαση που πήρα τη στιγμή που εκείνη έβγαλε τον καπνό από την τσάντα της· εγώ ένιωθα αμήχανα από το πρωί ήδη, ζήλεψα την ευκολία του καπνίσματος, το παραπέτασμα καπνού· θα σου πω μια ιστορία, της είπα με ανέλπιστα σταθερή φωνή· της μίλησα για τον Τρυποκάρυδο, για την στερεοσκοπική όαση, και εκείνη γέλασε με την αφέλειά μου· τα μάγια πιάνουν μόνο την πρώτη φορά και κάτι τέτοιο είναι γνωστόν τοις πάσι.

Η μνήμη, παρότι ανίκανη για ανασύνθεση, προσφέρει οικειότητα στην επανάγνωση. Η αναμέτρηση με άφησε με ανάμεικτα συναισθήματα. Στις λέξεις κλειδιά θα πρόσθετα τη συντήρηση. Η εγκιβωτισμένη διαδικασία συγγραφής του βιβλίου είχε σαφέστατα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον τωρινό μου εαυτό, ο διάλογος συγγραφέα-γραφομηχανής λειτουργεί οργανικά στη δομή του μυθιστορήματος. Το συνέδριο στη Χαβάη για τη σωτηρία του πλανήτη από την περιβαλλοντική καταστροφή τόσο επίκαιρο, ιδιαίτερα λόγω της υπονομευτικής οπτικής του συγγραφέα. Το χιούμορ πικρό, αυτό όμως το ήξερα ήδη. Η φαντασία του Ρόμπινς αχαλίνωτη, οι παρομοιώσεις του ευφάνταστες, οι ευκολίες στις οποίες καταφεύγει είναι μάλλον αναπόφευκτες για τη λογοτεχνία που επιθυμεί να κάνει. Η ερωτική ιστορία είναι κάπως αφελής τελικά, ρε γαμώτο, μια απλή πρόφαση για να ειπωθούν τα υπόλοιπα, ίσως να εντάσσεται και στη συντήρηση η αίσθηση αυτή βέβαια..

Ο Ρόμπινς είναι ένας παραμυθοποιητής της πραγματικότητας. Και γι' αυτό διχάζει τόσο πολύ τους αναγνώστες, γι' αυτό ίσως να ενοχλεί τους αυτοαποκαλούμενους σοβαρούς αναγνώστες, εκείνους που περισσότερο απ' όλους έχουν απομακρυνθεί από τους αναγνώστες που κάποτε υπήρξαν. Και αυτή η απομάκρυνση δεν είναι συνώνυμη της εξέλιξης, καθώς εμπεριέχει ένα αγεφύρωτο κενό, μια άρνηση ενός μέρους του εαυτού. Θα με μάλωνε σίγουρα ο Τομ για τα λόγια αυτά, μίλα για τον εαυτό σου, θα συμπλήρωνε, όχι γιατί είναι δείγμα κακής ανατροφής να μιλάμε για τους άλλους, αλλά γιατί τις περισσότερες φορές είναι χάσιμο χρόνου. Ο Ρόμπινς είναι ένας παραμυθοποιητής της πραγματικότητας. Και γι' αυτό με διχάζει τόσο πολύ. Γιατί δεν θα γινόταν να λείπει ο Τρυποκάρυδος από τη λίστα με τα αγαπημένα μου βιβλία, γιατί ταυτόχρονα δεν θα γινόταν να είναι στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει, γιατί ο Ρόμπινς μου άλλαξε τη ζωή και ας μην άλλαξε τον ρου της λογοτεχνίας. Ο Ρόμπινς είναι ο αγαπημένος μου παραμυθοποιητής και θα ήταν ψέμα να ισχυριστώ πως είμαι μεγάλος πια για παραμύθια.  

Μετάφραση Ντίνος Γαρουφαλιάς
Εκδόσεις Αίολος         
  

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Ζωή οδηγίες χρήσεως - Georges Perec




Σώζοντας την παρτίδα

Είναι κάποια βιβλία που στο πέρασμα του χρόνου αποκτούν θρυλικές διαστάσεις στο μυαλό του αναγνώστη. Στην αρχική εκδοχή της εναρκτήριας αυτής πρότασης υπήρχαν κάποιες επιπλέον λέξεις που η παρουσία τους σκοπό είχε να διευκρινίσει ότι τα βιβλία εκείνα που με το πέρασμα του χρόνου αποκτούν θρυλικές διαστάσεις στο μυαλό του αναγνώστη είναι βιβλία που την ανάγνωσή τους για κάποιον λόγο διαρκώς αναβάλλει ο αναγνώστης, παρότι έχει κατά καιρούς ακούσει τόσα και τόσα γι' αυτά. Και οι λέξεις αυτές αφαιρέθηκαν γιατί τελικά απέκλειαν όλα εκείνα τα βιβλία, όπως το Ζωή οδηγίες χρήσεως πλέον, που παρότι διαβάστηκαν, εντούτοις το πέρασμα του χρόνου εξακολουθεί να τους προσδίδει θρυλικές διαστάσεις στο μυαλό του αναγνώστη, μεγαλύτερες ίσως αυτών που προηγήθηκαν της ανάγνωσης, γιατί ναι, συμβαίνει και αυτό καμιά φορά, η πραγματικότητα να ξεπερνά τη φαντασία. Και είναι άδικο να μην αναφερθεί κανείς στα βιβλία αυτά.

Η πρόταση αυτή, για να είμαι ειλικρινής, προϋπήρχε τόσο της ανάγνωσης όσο και του παρόντος κειμένου, προϋπήρχε και περιέγραφε με σχετική ακρίβεια την περίοδο που προηγήθηκε της ανάγνωσης, προϋπήρχε πότε ως δικαιολογία για την παράταση της μη ανάγνωσης, και πότε ως ονειροπόληση σε θαυμαστούς αναγνωστικούς ορίζοντες, που το μέλλον επιφύλασσε, σε αυτό το αγαπημένο παιχνίδι υποθέσεων και προσδοκιών πριν από την ανάγνωση, συνήθως με ελάχιστα στοιχεία, όπως: τη φωτογραφία του συγγραφέα, το εξώφυλλο, το οπισθόφυλλο, τον χαρακτήρα εκείνου που μας μίλησε γι' αυτό, την εποχή του χρόνου, τη διάθεσή και την ανάγκη μας -κυρίως αυτά τα δύο. Η πρόταση αυτή, με την απαραίτητη διόρθωση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το βιβλίο του Περέκ. Θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει το φίλτρο μιας ενδιαφέρουσας λίστας, που δεν θα απέκλειε τα βιβλία που απεγνωσμένα -ισχυριζόμαστε πως- θέλουμε να διαβάσουμε, και ταυτόχρονα θα άφηνε χώρο για εκείνα τα λίγα -ελάχιστα- που ξεφεύγουν από το απλό μου άρεσε και υπάγονται στην κατηγορία με στοίχειωσε.

Συνθήκη απαραίτητη, πριν τολμήσω την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος που ανήκει -πριν την ανάγνωση- στην κατηγορία εκείνη των μυθιστορημάτων για τα οποία οι προσδοκίες -μου από αυτά- και οι απαιτήσεις -τους από μένα- φαντάζουν τεράστιες, είναι η ψευδαίσθηση -ας μην κρυβόμαστε- της ύπαρξης ελεύθερου χρόνου στον ορίζοντα των επόμενων ημερών. Και είναι ψευδαίσθηση γιατί για ένα εκατομμύριο λόγους ελεύθερος χρόνος τελικά δεν υπάρχει, τουλάχιστον όχι αυτοφυής. Η ψευδαίσθηση αυτή όμως είναι σημαντική, γιατί δίνει ξανά και ξανά την ευκαιρία σε έναν φοβισμένο αναγνώστη -σ' εμένα στην προκειμένη περίπτωση- να κάνει το πρώτο βήμα, να διαβάσει τις πρώτες σελίδες, και τότε -συνήθως- να μαγευτεί, να ξεμυαλιστεί και ν' αναζητήσει τον ελεύθερο χρόνο, να τον δημιουργήσει εις βάρος κάποιας άλλης υποχρέωσης ή του ύπνου. Έτσι συνέβη και αυτή τη φορά.

Το απόγευμα εκείνο -που οι υποχρεώσεις έμοιαζαν περατωμένες και η ζωή πιο εύκολη- διάβασα πενήντα σελίδες. Ήδη από τις πρώτες δέκα, στο τέλος κάθε κεφαλαίου, αναφωνούσα: είναι τρελός, είναι τελείως τρελός. Και ακόμα δεν είχα δει τίποτα. Κάπως έτσι κύλησαν οι μέρες της ανάγνωσης και η ζωή, που δεν ήταν και τόσο εύκολη τελικά -και γιατί να είναι δηλαδή;- χωρίστηκε στα δύο, το αντίβαρο ήταν εκεί, έτοιμο να γλείψει τις πληγές, να φορτώσει με υλικό το υποσυνείδητο εν όψει της νυχτερινής κατάκλισης, ν' αφήσει στην πορεία του νάρκες για τις ημέρες που θα 'ρθουν, να περιορίσει τη θέα προς το άλλο μισό, να χαρίσει την ηδονή αυτή που μόνο ένα μυαλό που συνεχώς γεννάει ιστορίες μπορεί, να επαναφέρει στο τέλος της ημέρας την πίστη στην ανθρωπότητα, την αίσθηση πως μοιράζεσαι το όραμα κάποιου, το αίσθημα ευγνωμοσύνης πως κάποιος που δεν σε γνωρίζει σε βοηθάει να σώσεις την παρτίδα -έστω και οριακά, έστω και την ύστατη στιγμή. Άλλωστε ποιος θα διαφωνήσει πως η  συναναστροφή με έξυπνους ανθρώπους είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη, σε μια καθημερινότητα που σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζεται από τη βλακεία;
              
Ναι, θα αρχίσει εδώ: οδός Σιμόν-Κρυμπελλιέ 11, μεταξύ τρίτου και τετάρτου ορόφου

Μια απλοποιημένη σύνοψη του Ζωή οδηγίες χρήσεως θα ήταν η εξής: είναι οι ιστορίες των ενοίκων, των επισκεπτών και των διαμερισμάτων της οδού Σιμόν-Κρυμπελλιέ 11. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όταν τη μπαγκέτα την κρατά ο Περέκ. Ανάμεσα στις τόσες ιστορίες που συνθέτουν το μυθιστόρημα αυτό συναντάμε ενδεικτικά και τις ακόλουθες: Η ιστορία της γυναίκας του κατασκευαστή παζλ. Η ιστορία του ηθοποιού που υποκρίθηκε ότι είχε πεθάνει. Η ιστορία του Γερμανού βιομηχάνου που λάτρευε τη μαγειρική. Η ιστορία του Μαρκ Τουέην. Η ιστορία του Λόρδου που έκρυβε τα πάθη του κάτω από επίπλαστες μανίες. Η ιστορία των πρώην θυρωρών. Η ιστορία του σκελετού με το ένα χέρι. Η ιστορία του χάμστερ που του στέρησαν το αγαπημένο του παιχνίδι. Η ιστορία των τεσσάρων νέων που κλείστηκαν στο ασανσέρ. Η ιστορία του τζαζίστα που δεν έμενε ποτέ ευχαριστημένος. Η ιστορία του κατασκευαστή των παζλ.
   
Οι ιστορίες διαδέχονται η μια την άλλη, αντηχούν στους διαδρόμους και τις σκάλες της πολυκατοικίας, συναντιούνται στα πάρτι και στις συνελεύσεις των ενοίκων, κάποιες περνούν από την έγκριση του εκάστοτε διαχειριστή σύμφωνα με τον κανονισμό, σε άλλες κάνει την εμφάνισή της η αστυνομία, ενώ το κουτσομπολιό προσδίδει έξτρα λάμψη και μυστήριο. Ιστορίες που έρχονται από παλιά αλλά και ιστορίες που συμβαίνουν τώρα, ιστορίες νυχτερινές και ηλιόλουστες, ιστορίες παριζιάνικες και εξωτικές. Αποσπάσματα από αστυνομικά μυθιστορήματα και λίστες με έπιπλα προς πώληση. Πίνακες με παραθαλάσσια τοπία που θα μετατραπούν σε παζλ πριν καταστραφούν. Ιστορίες. Αυτή είναι η λέξη κλειδί. Αυτή είναι η τροφή για τον αχόρταγο αναγνώστη και ο Περέκ την προσφέρει άφθονη. Ασίγαστη φαντασία. Αυτή είναι η συνθήκη. Ο αναγνώστης εκείνος που θέλει αιτιολόγηση των συγγραφικών επιλογών και ξεκάθαρο προορισμό πλεύσης είναι πιθανόν να απογοητευτεί και να βαρεθεί. Εδώ ταιριάζει η αρχή του μυθιστορήματος Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, εκεί που ο Καλβίνο καλεί τον αναγνώστη να βολευτεί και να απολαύσει την ανάγνωση, να αφεθεί -θα συμπλήρωνα εγώ- στην οργιώδη φαντασία συγγραφέων όπως ο Καλβίνο ή ο Περέκ, να βιώσει την απουσία προφανούς σκοπού που διακρίνει την εξιστόρηση των ιστοριών και τη σχέση τους με τον χρόνο, ν' αναζητήσει τα μαθηματικά μοντέλα που λειτουργούν ταυτόχρονα ως περιορισμοί και ως βατήρες για την έμπνευση, να αντικρίσει την πραγματικότητα μέσα από μια λοξή ματιά που πετυχαίνει να αναδείξει το προφανές με έναν τρόπο μοναδικό και στη συγκεκριμένη περίπτωση τη λεπτοδουλειά, το μεράκι, το πάθος και την έμπνευση του μεταφραστή.

Ο Περέκ αφιερώνει το βιβλίο στη μνήμη του σπουδαίου Ραιμόν Κενώ. Με τις διακειμενικές αναφορές που κατακλύζουν, πότε φανερά και πότε συγκαλυμμένα, το μυθιστόρημα, το αφιερώνει τελικά σ' ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας λογοτεχνίας, της σπουδαίας κατ' εκείνον λογοτεχνίας, γιατί συγγραφείς όπως ο Περέκ υπήρξαν πρωτίστως παθιασμένοι αναγνώστες, τουλάχιστον σε μια εποχή που το πλήθος των συγγραφέων ήταν μικρότερο ή έστω ίσο των αναγνωστών. Γιατί η φαντασία τρέφεται από τις εικόνες του κόσμου, φωλιάζει ανάμεσα στις γραμμές των βιβλίων, κρύβεται στο βάθος του πεδίου, η φαντασία όμως για να σταθεί απαιτεί γνώσεις για τον κόσμο που περιγράφει, για τον κόσμο που μεταμορφώνει.       

Τελειώνοντας την ανάγνωση συνειδητοποίησα πως τα κομμάτια του παζλ από μακριά μοιάζουν πολλές φορές ίδια, ταιριάζουν όμως σε μία και μόνη θέση τελικά, και ο εντοπισμός της δυσδιάκριτης αυτής διαφοράς ανάμεσα στο ένα και το άλλο είναι που ικανοποιεί τον σκυμμένο επί μέρες πάνω από το τραπέζι παίχτη.

Κάποιες ιστορίες του μυθιστορήματος τις ολοκληρώνει ο Περέκ, κάποιες ο αναγνώστης και κάποιες η ίδια η ζωή, ενώ δεν ήταν λίγες εκείνες που έμειναν ανοιχτές για μια επόμενη ανάγνωση ίσως.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Yusra)

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ύψιλον

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

εκεί που ζούμε - Χρίστος Κυθρεώτης





Είμαι ο συνεργάτης (βλέπε υπάλληλος) δικηγορικού γραφείου που μένει στα Εξάρχεια γιατί τον βολεύει από κάθε άποψη και δεν θέλει ούτε μπορεί να πάρει δάνειο πρώτης κατοικίας για να μετακομίσει σε μια πιο "ήσυχη" περιοχή με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τα οποία δεν έχει ούτε διαφαίνεται στον ορίζοντα ότι θα αποκτήσει. Αυτή είναι η ζωή μου και, παρόλο που δεν με ξετρελαίνει, σε γενικές γραμμές είναι οκέι -και το οκέι δεν είναι λίγο, όπως απαντώ από μέσα μου κάθε φορά που περνάω τη Ζωοδόχου Πηγής στον δρόμο για τα δικαστήρια και, όπως τώρα, αντικρίζω το ερώτημα που θέτει ο ανώνυμος φιλόσοφος στον τοίχο δίπλα απ' το ψιλικατζίδικο: Ναι, αλλά με τον εαυτό σου τι γίνεται;
Είσαι τριάντα πέντε και γύρω σου επικρατεί ένα κλίμα σταθεροποίησης μέσα στο γενικότερο περιβάλλον αστάθειας. Εσύ παρατηρείς τους ανθρώπους του κύκλου σου, τους δικούς σου ανθρώπους να παίρνουν αποφάσεις ζωής, αποφάσεις συναισθηματικές, επαγγελματικές, αποφάσεις που μοιάζουν κατά έναν παράξενο τρόπο λογικές και αναμενόμενες ή, ας μην κρυβόμαστε, μεσήλικες, αποφάσεις που μοιάζουν μακρινές από σένα, για έναν σωρό λόγους, που μάλλον θα καταπέσουν στην πρώτη κιόλας απόπειρα εξωτερίκευσης της επιχειρηματολογίας αυτής, των δικαιολογιών όπως αρκετοί έως τώρα τις έχουν κιόλας ονομάσει, πετάξει και εν τέλει ποδοπατήσει μπροστά στα μάτια σου. Βλέπεις τους ανθρώπους γύρω σου να προχωράνε, να αλλάζουν, να μεταμορφώνονται, να δρέπουν τους καρπούς των προσπαθειών τους, να βαδίζουν σε ένα μονοπάτι χωρίς ιδιαίτερες εκτροπές με κατεύθυνση το μέλλον, να πετούν από πάνω τους το δέρμα του νεαρού ενήλικα. Και εσύ νιώθεις αμήχανα, άβολα, νιώθεις μόνος, ίσως άτυχος, κάπου στα χαμένα, επιμένεις στη φράση περί στραβού γιαλού και στραβού αρμενίσματος, όμως σιγά σιγά η βεβαιότητα πως πρόκειται σίγουρα για ατέλεια του γιαλού υποχωρεί, αμφιβάλλεις πια ευθέως για το αρμένισμα, έτσι καθώς στέκεσαι στην πόρτα του διαμερίσματος που με κόπο συντηρείς και ακούς τη διαχειρίστρια να σου λέει ακόμα μία ιστορία. 

Είναι η εποχή τέτοια, θα πουν αρκετοί. Πάντα έτσι ήταν τα πράγματα, θα απαντήσουν οι πιο οξυδερκείς. Δεν αλλάζουν αυτά τα πράγματα, κάπως έτσι ο κόσμος προχωράει μπροστά, χρονικά τουλάχιστον. Ξεκίνησα να διαβάσω αυτό το μυθιστόρημα έχοντας υπόψιν μου δύο πράγματα, πάνω στα οποία στήριζα τις προσδοκίες μου σχετικά με την ανάγνωση. Πρώτον, την ικανότητα του Κυθρεώτη στην πρόζα, στη δυνατότητά του να παράγει μυθοπλασία με φαινομενική ευκολία, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την πραγματικότητα χωρίς να του λείπει η απαραίτητη για τη λογοτεχνία λοξή ματιά, κάτι το οποίο ήταν φανερό στη συλλογή διηγημάτων μια χαρά με την οποία συστήθηκε λίγα χρόνια πριν. Και δεύτερον, τη χαρμολύπη, αυτή την ακραία εναλλαγή συναισθημάτων κατά την ανάγνωση, από το άκρατο νευρικό γέλιο στη βαθιά και αβίαστη συγκίνηση, αυτό το υποτιμημένο στη λογοτεχνία στοιχείο ρεαλισμού, αυτή την ποικιλία της κάθε στιγμής, την ελάχιστη απόσταση από δάκρυ σε δάκρυ. Αυτά τα δύο είχα υπόψιν μου και νόμιζα πως βάδιζα εκ του ασφαλούς. Και ήμουν χαλαρός. Και ξεκίνησα την ανάγνωση. Και με πήρε και με σήκωσε, και δεν μπόρεσα να σηκώσω κεφάλι, και σε δυο μέρες διάβασα τετρακόσιες σαράντα σελίδες, και ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι τελικά κάποιος που ξέρω καλά, αν και δεν τον λένε έτσι, αν και δεν είναι δικηγόρος, αν και δεν μένει πια στα Εξάρχεια. Και το βράδυ, αφού τελείωσα την ανάγνωση, δεν ήταν ευχάριστο το πλύσιμο των δοντιών πριν τον ύπνο, έτσι όπως έστεκε ο καθρέφτης απέναντι.  

Η υψηλού βαθμού αληθοφάνεια αποτελεί πάντοτε ένα τεράστιο αβαντάζ για τη λογοτεχνία, και τέτοια περίπτωση είναι το εκεί που ζούμε. Αληθοφάνεια είτε πρόκειται για το πώς μιλάει ο αφηγητής, είτε για την Αθήνα, είτε για τον κόσμο των δικαστηρίων, είτε για τα συναισθήματα απέναντι σε μια παλιά αγαπημένη. Και είναι αυτή η αληθοφάνεια που εντείνει την αίσθηση συγγένειας μεταξύ συγγραφέα, ήρωα και αναγνώστη, ενώ η ταύτιση του αναγνώστη με τον ήρωα ή το περιβάλλον του μυθιστορήματος παραμονεύει λίγο πιο πέρα. Γιατί υπάρχουν ένα σωρό αντικειμενικά κριτήρια για να προσεγγίσει κανείς ένα μυθιστόρημα, αλλά, ας μη γελιόμαστε, η λογοτεχνία άλλο δεν είναι παρά μια πράξη πρωτίστως συναισθηματική, ένα μέρος στο οποίο αρκετοί γυρεύουμε απαντήσεις, συγκατάνευση, επιβεβαίωση πως δεν είμαστε τόσο μόνοι στον κόσμο αυτόν, πως ανήκουμε κάπου χωρίς ποτέ να χάνουμε την ανεξαρτησία μας.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιχείρησαν, ομολογώντας το ή όχι, να γράψουν το μυθιστόρημα της γενιάς τους, και ίσως κάποτε, με την απαραίτητη παρέλευση του χρόνου, να μάθουμε πόσοι τελικά τα κατάφεραν. Η γενιά βέβαια δεν είναι ένα σύνολο ομοιογενές και αδιαίρετο, κάθε άλλο. Έτσι, το βιβλίο εκείνο που περιγράφει για σένα τη γενιά σου, για έναν άλλον δεν είναι παρά ένα απλό μυθιστόρημα και μάλιστα εκτός πραγματικότητας, γεμάτο από υπερβολές και φαντασία του συγγραφέα. Γι' αυτό οι γενικεύσεις σε τέτοιες συζητήσεις καλό είναι να αποφεύγονται, ειδικότερα όταν απέναντί σου έχεις ανθρώπους σίγουρους για τον εαυτό τους, για τις αποφάσεις τους, για τα βήματά τους, για τη ζωή εν γένει, ανθρώπους με ξεκάθαρη άποψη για τα πάντα, που δεν αμφιβάλλουν, που νιώθουν πως ο κόσμος φτιάχτηκε για να τον περπατήσουν εκείνοι και καλό θα ήταν οι υπόλοιποι, αν δεν σκοπεύουμε να  υψώσουμε βάγια, απλώς να παραμερίσουμε. 

Αυτά που περίμενα να κάνει ο Κυθρεώτης τα έκανε. Ζηλευτή πρόζα και εναλλαγή συναισθημάτων. Έκανε όμως και αρκετά ακόμα. Πρώτο και κύριο: σε ένα βιβλίο που περιγράφει μία και μόνο μέρα, και που προφανώς η συγγραφή του διήρκεσε πολύ παραπάνω, πέτυχε την ομοιομορφία της πρωτοπρόσωπης αφήγησης σε απόλυτο βαθμό. Εκείνο που δίνει αξία στο επίτευγμα είναι πως πάνω σε αυτό στηρίζεται τελικά όλο το μυθιστόρημα. Και αν ο Σπετσιώτης είναι ένας ολοκληρωμένος ήρωας, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας παραμέλησε τους υπόλοιπους, κάθε άλλο, καλοδουλεμένοι και ζωντανοί χαρακτήρες, απαραίτητοι για την πλοκή, σημαντικοί, ο καθένας με τον τρόπο του, στη ζωή του αφηγητή, που τους δόθηκε ο απαραίτητος χώρος ώστε να γνωρίσουμε την ιστορία τους και να κοιτάξουμε εν τέλει και από τη δική τους πλευρά τον Σπετσιώτη.

Έχοντας διαβάσει μόνο διηγήματα ως δείγμα δουλειάς του Κυθρεώτη, λογικό ήταν να έχω κάποιες επιφυλάξεις σχετικά με τη μετάβασή του στη μεγάλη φόρμα, και μάλιστα όχι σε ένα μεσαίου μεγέθους μυθιστόρημα της τάξης των διακοσίων σελίδων αλλά σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Οι όποιες επιφυλάξεις υποχώρησαν σύντομα για να εξαφανιστούν εντελώς στη συνέχεια. Στη μετάβαση αυτή αποκαλύπτεται ένα σημαντικό μέρος της ικανότητας του συγγραφέα, τόσο από πλευρά τεχνικής, όσο και μυθοπλαστικής. Ο Κυθρεώτης αποφασίζει να μην χρησιμοποιήσει πυροτεχνήματα και να αποφύγει τις ευφάνταστες ανατροπές, αλλά να διηγηθεί μια δυνατή ιστορία, μια ιστορία που του είναι οικεία, που ίσως έως ένα βαθμό να είναι πραγματική, ενισχυμένη με ευρήματα, με συμπυκνωμένη δράση, με τις απαραίτητες αναλήψεις στο παρελθόν, διατηρώντας έναν σταθερό αφηγηματικό ρυθμό, σκορπίζοντας στοιχεία η χρησιμότητα των οποίων αποκαλύπτεται στην πορεία της αφήγησης, καθώς οι κύκλοι κλείνουν και τα κομμάτια του παζλ μπαίνουν στη θέση τους.

Ο Αντώνης Σπετσιώτης θα μπορούσε να είναι η ελληνική εκδοχή του Φρανκ Μπάσκομπ. Ίσως για αυτή τη σύνδεση να ευθύνεται η διάθεση στοχασμού της ζωής, κοινός τόπος για τους δύο ήρωες, αυτό το μείγμα σκεπτικισμού, ματαιότητας, χιούμορ, ελαφρότητας και αδικαιολόγητης ενστικτώδους αισιοδοξίας. Το εκεί που ζούμε όμως δεν θα μπορούσε να είναι ένα μεταφρασμένο μυθιστόρημα, παρά τις ολοφάνερες επιρροές, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι κάτι τέτοιο, και αυτό εξαιτίας της ακρίβειας με την οποία αποτυπώνεται σε αυτό η ελληνική πραγματικότητα, από τις σπάνιες φορές που αποτελεί κομπλιμέντο αυτό, μια ξεκάθαρη απάντηση στην ερώτηση: γιατί να διαβάσω ελληνική λογοτεχνία;
Κάποτε, όταν έπρεπε να γράψω μια βαρετή αγωγή και το ανέβαλλα διαρκώς, με αποτέλεσμα να ασχολούμαι με οτιδήποτε άλλο προκειμένου να μην τη γράψω, είχα κάνει μια μικρή έρευνα για τις δημοφιλέστερες αναζητήσεις σε κάθε γράμμα. Είχα διαπιστώσει πως σταθερά την πιο συχνή εμφάνιση στο βήτα έκανε το βαριέμαι και στο πι το πουτάνες ενώ υπήρξαν και ευρήματα έκπληξη, από αυτά που σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι ακριβώς συμβαίνει στο κεφάλι του διπλανού σου κι αν τελικά είσαι ασφαλής οπουδήποτε, όπως το κυνομαχίες παράνομες στην Ελλάδα, το γαμιέται η πεθερά μου βίντεο ή το Μποφίλιου Νατάσα τραγούδια.          
(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Yusra)

Εκδόσεις Πατάκη