Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Μια φράση

Οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, έτσι όπως αναπολείς το παρελθόν και τι άλλο να το κάνεις δηλαδή το παρελθόν, αν όχι να το κοιτάς έτσι όπως ολοένα και ξεμακραίνει, εκείνα τα νησιά, πότε συμπλέγματα, πότε ελάχιστες επιφάνειες στεριάς, που, αργά ή γρήγορα, το ξέρεις, το έχεις καταλάβει, θα τις καλύψει ολοκληρωτικά η άνοδος της στάθμης της λήθης, οι νέες καταχωρήσεις, τα νερά που κατεβάζει ο χείμαρρος του παρόντος, φουσκωμένα ακόμα και όταν όλα μοιάζει να λιμνάζουν ενοχλητικά, ίσως μια κορυφή να διακρίνεται πού και πού, αλλά και πάλι, σκέφτεσαι, πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες πως βαριέσαι, σαν παιδί συνέβαινε συνέχεια, εκείνο το απόγευμα, ο δείκτης είχε μετακινηθεί εποχικά, πήγαινες και ερχόσουν από το τσιμεντένιο γήπεδο στο σπίτι, με τα πόδια ή με το ποδήλατο, δεν περνούσε η ώρα, δεν νύχτωνε, η ενόχληση σε διέλυε, η βαρεμάρα ή, μάλλον, η απουσία της να είναι άραγε ο πυρήνας της ενηλικίωσης, ο χρόνος που τρέχει καταπάνω σου, όλο λες να θα τον δαμάσω, θα τον πιάσω από τα κέρατα, όλο ξεγλιστρά αυτός.

Δεν έχεις άλλο τρόπο να γράψεις παρά μόνο αυτόν, μια φράση σου έρχεται στο μυαλό, οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, κάθεσαι εδώ στην κουζίνα, πληκτρολογείς και η στιγμή έχει παρέλθει, η φράση μένει χτυπημένη στην οθόνη, ο κέρσορας αναβοσβήνει, οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, βλέπεις, εκ των υστέρων θα μετανιώσεις, τότε ήταν η κατάλληλη στιγμή, εκείνη κοιμάται, το κινητό είναι ακόμα στο αθόρυβο, ο καφές δεν είχε τελειώσει, το φλιτζάνι σου ήταν πλυμένο και έτοιμο, ανακάτεψες κάποιους κόκκους ζάχαρης, έκαιγε πολύ, εσύ λαχταρούσες, πήρες στα χέρια σου το βιβλίο που το βράδυ στενάχωρα εγκατέλειψες για χάρη του ύπνου, του κακού ύπνου, να σηκώνεσαι ξανά και ξανά να γυρεύεις κάτι με γεύση, ο εγκέφαλος, είπε μια ειδικός, έχει εκπαιδευτεί να γουστάρει όποτε γουστάρει και να απαιτεί ενέργεια, τα μωρά, συνέχισε, τα ξεγελάνε με χαμομήλι, το στομάχι γεμίζει και στέλνει σήμα πληρότητας, ο εγκέφαλος, ωστόσο δεν παίρνει την ενέργεια που λαχταρούσε, σιγά σιγά παραδίδεται σε έναν ύπνο συνεχόμενο, ο καφές κρυώνει, ενώ εσύ διαβάζεις, ο καφές τελειώνει, ενώ εσύ πασχίζεις να διατηρήσεις τη στιγμή, αυτή η ιδέα, έμμονη ή περιοδικά μόνο επαναλαμβανόμενη, πως αυτό σου αρέσει να κάνεις τα πρωινά.

Η αντανάκλαση της μυρωδιάς σου στην επιφάνεια του απέναντι ήχου είναι μια φράση που δεν λέει τίποτα παρά μόνο πως σε αναζητούσα, την ώρα που σκέφτεσαι πως ζούμε σ' έναν κόσμο όπου ο άνεμος ονομάζεται από πού έρχεται και όχι πού μας πηγαίνει, αν μας πηγαίνει, μια θεώρηση παθητική, στατική, πεισματική, ο άνεμος ως κάτι κακό και όχι ως μια μεταφορά, την ώρα που σκέφτεσαι πως το πρόβλημα με το τσάι είναι πως η μυρωδιά του υπόσχεται περισσότερα απ' όσα η γεύση του προσφέρει, ο καφές τελείωσε και η φράση οι συνθήκες δεν θα είναι ποτέ οι κατάλληλες, τουλάχιστον όχι εκ των προτέρων, εκ των υστέρων μπορεί, σκέφτεσαι/θυμάσαι πως ήρθε μαζί με την εικόνα σας να περπατάτε στην ολοένα και πιο άδεια πόλη, είχε πια βραδιάσει, σε κάποια κόκκινη αναμονή εκείνη το είπε, όχι ακριβώς έτσι αλλά αυτό ήταν το νόημα, θα μπορούσε να πει μην χάνεις τον χρόνο περιμένοντας κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που ποτέ δεν υπάρχει παρά μόνο εκ των υστέρων μπορεί, παρά μόνο ως αντικεμενικοποίηση ενός παρατηρητή εξωτερικού, του ίδιου σου του εαυτού πιθανότατα, οι τότε συνθήκες, άψογες και ιδανικές, επιτείνουν την ακαταλληλότητα των τωρινών, η ανακαίνιση στο πάνω διαμέρισμα, ο πονοκέφαλος, η μη έμπνευση, η μη επιθυμία να κάτσεις στο τραπέζι της κουζίνας, η αναμονή, η αναστάτωση, τα καρπούζια του Βαγγέλη, εκείνη που από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσει, το ρεπό που θα μεσημεριάσει, η κόπωση της εβδομάδας, η διαταραχή του ελεύθερου χρόνου, οι δυνατότητες άπειρες, η ματαιότητα τα σκήπτρα.

Ξανά τον Σεπτέμβρη.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι - Γιάννης Καρκανέβατος

Μια γυναίκα αποφασίζει να αναλάβει μόνιμα τη βραδινή βάρδια στην εργασία της, κάτι που κανείς άλλος από τους συναδέλφους της δεν προτιμά, βγάζοντας από τη δύσκολη θέση την προϊσταμένη της και υπεύθυνη κατάρτισης του εβδομαδιαίου προγράμματος, χωρίς να πει γιατί, απλά το ζητά, η προϊσταμένη της ανακουφίζεται, εκείνη της αποκρύπτει, μήπως φανεί ή δείξει αφελής, πως το πραγματικό διακύβευμα είναι να κοιμάται χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη του ξυπνητηριού που έρχεται και καρατομεί τα όνειρά της.

Υπάρχουν κάποιες ιδέες γέννησης ή περιστροφής ενός λογοτεχνικού κειμένου ταυτόχρονα πρωτότυπες και προφανείς, που οδηγούν τον αναγνώστη, άσχετα αν είναι ή όχι επίδοξος γραφιάς, να αμφιταλαντευτεί, ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα πρωτότυπη και προφανής στην περίπτωσή μας η ιδέα/επιθυμία/ανάγκη ενός ατόμου να πάψει να ζει υπό την απειλή του πρωινού ξυπνητηριού διεκδικώντας τα όνειρά του, να αμφιταλαντευτεί για το αν είναι απλώς μια καλή ιδέα για ένα διήγημα ή αν είναι μια δική του ανάγκη, και επειδή μιλάμε για όνειρα, λέξη λάστιχο που τραβιέται τεντώνεται ξεχειλώνει ή σπάει, αυτή η αμφιταλάντευση επιτείνεται ακόμα περισσότερο, εσύ τι ονειρεύεσαι, με ρωτάει εκείνη η κοπέλα, και εγώ της απαντώ πως δεν ξέρω, χωρίς να είμαι σίγουρος σε ποια όνειρα αναφέρεται, του ύπνου ή του ξύπνιου, της λογικής σκέψης ή της συναισθηματικής φαντασίας, του ρεαλιστικού ή του ρομαντικού βασιλείου, του βυθού ή του ορίζοντα, όπως και να έχει δεν ξέρω, αυτό της λέω ενώ περπατάμε στην άδεια Πατησίων.

Και αυτή η γυναίκα και η διεκδίκηση των ονείρων της, παρόλο που κανείς δεν της στέκεται εμπόδιο, το αντίθετο συμβαίνει, το ξεφύσημα ανακούφισης της προϊσταμένης της το δείχνει, με κάποιο τρόπο έρχεται να συνοψίσει εν πολλοίς αυτή τη συλλογή διηγημάτων, το δεύτερο λογοτεχνικό έργο του Γιάννη Καρκανέβατου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Μια ιδέα ταυτόχρονα ορθή και λοξή, προφανής και πρωτότυπη με τον τρόπο της, ο καμβάς, ο μετασχηματιστής που θέτει το υπό διαμόρφωση σε κίνηση. Όπως και ο συγκάτοικός της, λίγα διηγήματα νωρίτερα, που παλεύει να βρει σπίτι στο Παρίσι και η μία κακοτεχνία διαδέχεται την επόμενη, τώρα εκείνος κρατάει μια γυάλινη σφαίρα, ένα σουβενίρ της πόλης, την αναποδογυρίζει και τότε χιονίζει, όποτε θέλει εκείνος χιονίζει στο Παρίσι, η αναζήτηση σπιτιού, σχέσεις τιμής και απόδοσης, επιθυμίας και συμβιβασμού, αποκτά κάτι το γκροτέσκο, δεν μπορείς παρά να γελάσεις με την αρχιτεκτονική ταχυδακτυλουργία, δεν μπορείς, ταυτόχρονα, να μη διακρίνεις το ζοφερό της συνθήκης, παρότι η ανάληψη αντλεί από τον παρελθοντικό ταμιευτήρα, όσα έγιναν έγιναν, τώρα ο αφηγητής κρατάει μια γυάλινη μπάλα στα χέρια του, αναθυμάται και εξιστορεί, ένας μικρός χιονοθεός.

Μικρού σχετικά μεγέθους, τα διηγήματα της συλλογής διαπνέονται από μια συνοχή, πότε χειροπιαστή και πότε διαισθητική, πότε ανά ζεύγη και πότε εν συνόλω, πότε τεχνικά και πότε στη σύστασή τους. Η συνοχή του συνόλου, ανάμεσα σε άλλα, λειτουργεί και ως ένα επόμενο δωμάτιο, εκεί διαδραματίζεται κάποια άλλη ιστορία, ταυτόχρονα όμως υπάρχει και ο απαραίτητος χώρος ώστε η προηγούμενη να συνεχίσει να επιδρά, η ουρά της καταφέρνει να ακολουθήσει τον αναγνώστη στο γύρισμα της σελίδας και στον επόμενο τίτλο, η βραδεία καύση εκτονώνεται, πυροδοτεί την ανάγνωση του επόμενου διηγήματος, μια αλυσίδα διαδοχικής αντίδρασης. Η βραδεία καύση, επί τούτου ή εκ της φύσεως της γραφής, διχοτομεί την ανάγνωση, μετά τα δύο τρία πρώτα διηγήματα, μέχρι ο καυστήρας να λειτουργήσει, μια αμηχανία κυριαρχεί, ακολούθως αυτή παύει, το τώρα της ανάγνωσης (το διήγημα που διαβάζεις) αναπτύσσεται με το τώρα της πυροδότησης (τα διηγήματα που διάβασες προηγουμένως). Η διχοτόμηση, συχνά και σε περισσότερα των δύο μερών, που στην πλειοψηφία της λογοτεχνίας υπάρχει από καταβολής της, το τότε και το τώρα, το αφηγηματικό υποκείμενο, η συγγραφική σκιά, η πραγματικότητα και η μυθοπλασία, το εσωτερικό και το εξωτερικό, μεταξύ άλλων, εμπλουτίζεται περαιτέρω.

Η απλότητα είναι ποθητή, σίγουρα. Ωστόσο, δεν είναι απλή στην αναγνωστική πρόσληψη, απαιτεί με έναν τρόπο χαμηλότονο, ήπιο, ευγενή, παίρνει όλο το ρίσκο να μην λειτουργήσει, έτσι είναι πλασμένη, αυτή είναι, διατεθειμένη να πεθάνει για τις ιδέες της. Η απλότητα είναι ένα ακόμα συστατικό συνοχής της παρούσας συλλογής. Η απουσία απόπειρας εντυπωσιασμού, επίσης, αν και η ίδια η απλότητα μπορεί να υπάρξει εργαλείο στα χέρια ενός εντυπωσιαστή, ας το θυμάμαι αυτό. Διάφορα ζεύγη χορεύουν στο κεφάλι μου αυτή τη στιγμή. Τυχαία τα φωτογραφίζω, αρμονικά και ετερόκλητα καθώς περιστρέφονται, σίγουρα εξισορροπιστικά, το κάθε μέλος αναδεικνύει τις αρετές του παρτενέρ του, την ώρα που τις δικές του δεν τις λαμβάνει περί πολλού. Ο συγγραφέας και τα διηγήματα, να ένα ζευγάρι, να ένα καλό (παρά)δειγμα. Ο γραφιάς και ο αναγνώστης, δύο εκφάνσεις μιας φύσης, να ακόμα ένα ζευγάρι.

Αυτό το ζευγάρι ίσως μπορεί να αποδειχτεί πεδίο γόνιμο για τον συλλογισμό, αλλά και για το συναίσθημά, μου. Ο αναγνώστης έχει διαβάσει επαρκώς, με τη δίψα ακόρεστη, τον ενθουσιασμό παρόντα, την απογοήτευση οδυνηρή όταν συμβαίνει, την απόπειρα να διακρίνει τα συστατικά της εκάστοτε κατασκευής, φιλόδοξος να απαντήσει ακόμα και στο γιατί του άρεσε τόσο πολύ, γιατί το θεωρεί υποδειγματικό ή σπουδαίο δείγμα γραφής, η ζήλια, εκείνο το συναίσθημα που σηκώνοντας το βλέμμα από μια σελίδα κοιτάζοντας ξανά εκείνο που έχεις κάθε λόγο να υποθέσεις πως σε περιμένει να το αντικρίσεις να μην είναι πια το ίδιο, σκέφτεται πως η συγγραφή είναι άλλο πράγμα, πιο σύνθετο, πιο απαιτητικό στον χώρο και τον χρόνο που γυρεύει αχόρταγα. Ο γραφιάς τρέφεται από την ανάγνωση, το ξέρει και γι' αυτό ποθεί υπό απειλή του δικού του αφανισμού τον αναγνώστη εαυτό του, συγκρίνεται αναπόφευκτα μαζί του, τι είναι εκείνο που αξίζει εδώ, αν όλα έχουν πια ειπωθεί, τι μένει ακόμα, αμφισβητεί ακόμα και την ίδια του τη φύση, την απόφαση, τη μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας, από ποιο ταμιευτήρα θα αντλήσει το απαραίτητο νερό ενός υδροφόρου ορίζοντα αγνώστου ποσότητας και ποιότητας κοιτάσματος, αν είναι ο γραφιάς ή ο αναγνώστης εκείνος που κοιτάζει, θυμάται, επιθυμεί να αφηγηθεί, αν ο τρόπος είναι ο δικός του ή αν πια τα δάνεια είναι τόσα πολλά που το αποταμιευτικό κεφάλαιο πια χάνεται πίσω από δεκάδες γραφειοκρατικές διεργασίες μέσα στα χρόνια, για να μην αναφερθούμε στο τι, ποιες από τις αναμνήσεις/ιδέες είναι δικές του χωρίς να παρεμβάλλεται ο αναγνώστης εαυτός. Οι δυο τους χορεύουν, δεν είναι πως υποτιμούν τον εαυτό τους, είναι πως νιώθουν πως χρειάζονται τον άλλον, πως μόνο μαζί του ο χορός μπορεί να έχει κάποιο νόημα, όποιο και αν είναι αυτό, κάποια ευχαρίστηση.

Σε πλάγια γράμματα παραπάνω χρησιμοποίησα τον τίτλο του καταληκτικού διηγήματος Επίλογος ή Η μέρα που κατάλαβα σε πλήρες ανάπτυγμα, μια εγκιβωτισμένη συλλογή μικροδιηγημάτων ή συμπυκνωμένων διηγημάτων εν σπέρματι, αποτελούμενη από δώδεκα καρέ, που απαντάνε στο ερώτημα ποια ήταν η μέρα που κατάλαβε ότι θέλει να γίνει συγγραφέας, και τώρα που είναι συγγραφέας τα αναπολεί, τώρα μπορεί να τα διακρίνει, ένα ακόμα ζευγάρι που χορεύει. Αλλά και το παιχνίδι που φλερτάρει με την αναξιοπιστία, η μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας δεν είναι μία. Αυτό το υβριδικό διήγημα δεν εξαντλείται στην ποιητική του συγγραφέα, δεν απαντά απλώς σε ερωτήματα, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε θα είχε αξία απλώς αυτοδοκιμιακή ή θα ήταν μια καταχώρηση ημερολογιακού ενδιαφέροντος, αντίθετα καταφέρνει να λειτουργήσει τόσο αυτόνομα, όπως η ίδια η συλλογή στην οποία ανήκει, όσο και ως μια μινιατούρα, ένα κατασκευαστικό μοντέλο, ένα προσχέδιο που συνοψίζει προθέσεις, επιθυμίες και ιδιότητες του συγγραφικού πια υποκειμένου, αυτό που θα γινόταν τελικά.

Τελευταίο ζευγάρι: η κατασκευή και η ψίχα κάθε ιστορίας, η κατασκευή και η ψίχα τής συλλογής αυτής, το περιβόητο πώς και το απαραίτητο τι, και τα δύο τόσο δημοφιλή, εδώ συνυπάρχουν αντιστικτικά και ασύγχρονα, ιδανικά αλληλοτροφοδοτούμενα, πιάνονται και αφήνονται, κάθε ένα έτοιμο να ακολουθήσει το βήμα του άλλου, να θυσιάσει κάτι δικό του για να αναδείξει κάτι του παρτενέρ, ο οποίος με τη σειρά του θυσιάζεται για να αναδείξει κάτι από τη δεξιότητα του άλλου, και ξανά και ξανά και διαρκώς, ακόμα και όταν η τελευταία σελίδα γυρίσει, αυτό το ζευγάρι έχοντας απεκδυθεί των διαφορετικών κοστουμιών και σκηνικών τού εκάστοτε καρέ συνεχίζει να χορεύει, το βιβλίο είναι πια στο ράφι της καλής λογοτεχνίας.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Το βιβλιοπωλείο της εστίας 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Σατόρ - Στεφανία Κερκή

Μικρός τόπος, πότε ασφυκτικός, πότε ανακουφιστικός, η λογοτεχνική κοινότητα. Τον Μάρτη κυκλοφόρησε το Σατόρ, το πρωτόλειο της Στεφανίας Κερκή από τις εκδόσεις Σμίλη, ανάμεσα σε τόσα άλλα, το αδύνατο του πανοπτικού, τα έχουμε πει. Αντίτυπα έρχονταν και αντίτυπα έφευγαν, με ρυθμό σταθερό. Παρέα και τα πρώτα καλά λόγια. Τη σκυτάλη πήρε σύντομα ο ψηφιακός κόσμος, τα καλά λόγια ήρθαν και αθροίστηκαν. Πέρασα μια περίοδο που διάβαζα αποκλειστικά και μόνο ελληνική λογοτεχνία, λογοτεχνία γραμμένη πρωτότυπα στα ελληνικά, ίσως καλύτερα έτσι διατυπωμένο, το Σατόρ πήρε τη θέση του ανάμεσά τους.

Η λεπτομέρεια στο όμορφο εξώφυλλο από το έργο I AM-AIM, ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο, του Ευριπίδη Παπαδοπετράκη. Το βιογραφικό κάτω από τη φωτογραφία, η Στεφανία Κερκή γεννήθηκε στην Αθήνα. Εννέα διηγήματα που απλώνονται σε διακόσιες σελίδες και χωρίζονται σε τέσσερις υποομάδες, Οι αισθηματίες (LeidenschaftLimboLimerenceLacuna), Intermezzo (Το στοχαστικό σταχτοδοχείο), Οι ακτήμονες (LumpenΛαίτμαLares) και Reprise (Σατόρ). Διηγήματα μεσαίου προς μεγάλου μεγέθους.

Οι πρώτες προτάσεις κάθε διηγήματος εν είδει εισαγωγής· Είχα παράσταση τα βράδια της Πέμπτης κι εκείνος δούλευε στο θέατρο τα απογεύματα του Σαββάτου, οπότε ήταν σίγουρο ότι δεν θα συναντιόμασταν, παρά μόνο από κάποιο στραβοπάτημα της τύχης/Ο δρόμος χωριζόταν στα δύο/Δεν είχε καμία αμφιβολία/Αν με ρωτάς, αν αυτό είναι ένα ερωτικό γράμμα, δεν ξέρω να σου απαντήσω/Εκεί, εκεί μπροστά σας/Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουν οι φτωχοί είναι η υπομονή/Το Πύθιον ήταν στην άκρη του θεού/Η γεύση του αίματος ήταν ζάχαρη και σκουριά/η Καλλιδρομίου.

Ξανά και ξανά. Η μικρή φόρμα δεν είναι του γούστου μου. Ο τρόπος να πεις μια ιστορία > τι θα αφηγηθείς. Ο συνδετικός ιστός ανάμεσα στα διηγήματα μιας συλλογής. Η δυσκολία της μικρής φόρμας. Η συγχρονία ως παράπλευρο ζητούμενο. Το παγόβουνο, ένα μικρό μέρος ορατό, ένα άλλο, τεράστιο, κάτω από την επιφάνεια. Τέτοια πράγματα σκέφτομαι κατασκευάζοντας αυτό τον ορίζοντα προσδοκιών. Δίπλα στο καθένα βάζω και ένα κουτάκι που ελπίζει να φιλοξενήσει το τικ, σε όλα εκτός από το πρώτο, εκεί η ελπίδα έχει να κάνει με τη χρήση τού παρότι. Τα τικ μπήκανε, το παρότι επίσης. Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ.

Φιλοδοξία. Είναι κάτι που μου λείπει, όταν τη διακρίνω πορώνομαι. Η μικρή φόρμα σπάνια τη φέρει διακριτή, αντίθετα με τη μεγάλη, συχνά μεταμοντέρνα, ξαδέρφη της. Η δυσκολία της μικρής φόρμας, είπα παραπάνω, δεν έγκειται μόνο στην κατασκευή αλλά και στη λήψη, στην ανάγνωση, η δυσκολία της ανάγνωσης της μικρής φόρμας, για διάφορους λόγους, πεζούς με μια δεύτερη χρήση της λέξης, την υποτιμητική. Ξεχωρίζω δύο. Την πεποίθηση, διαδεδομένη άγνωστο γιατί, πως κι εγώ θα μπορούσα να το κάνω, που ίσως πηγάζει από την αίσθηση του πλήρους ελέγχου, όλα είναι εκεί, έτσι μοιάζει, ξέρω για τι μιλάει, απλό φαίνεται, απλό όμως δεν είναι. Η διάκριση του περισσεύματος, εκείνο που λείπει και εκείνο που δεν θα μπορούσε να λείπει, η αμετροέπεια που σε ένα μυθιστόρημα θα μπορούσε να είναι ακόμα και γοητευτική άσχετα από τη λειτουργικότητά της, εδώ τιμωρείται πάραυτα. Οι λίγες λέξεις είναι η δυσκολία. Η φιλοδοξία εδώ λείπει ή τουλάχιστον δεν στέκεται στολισμένη στην είσοδο. Δεν μου έλειψε, ωστόσο, παρακάτω θα πω για τη σιγουριά. Πατάω λίγο και στον τρόπο. Η Κερκή διαθέτει κάτι σημαντικό, κάτι που επίσης σπανίζει, την αφηγηματική άνεση, το χάρισμα του αφηγητή ιστοριών, έχει ιστορίες να πει, έχει τον τρόπο να το κάνει, χωρίς να το διατυμπανίζει διαρκώς, παρότι πρωτόλειο, τα διηγήματα αποπνέουν μια σιγουριά, καθησυχαστική με τον τρόπο τους. Η αφηγηματική άνεση συνοδεύει τη γνώση, η συγγραφέας ξέρει για τι μιλάει, ξέρει, όπως λέει το κλισέ, τι ρούχα έχουν στην κλειστή ντουλάπα τα πρόσωπα.

Η συγχρονία. Η συγγραφέας έχει περπατήσει τους δρόμους αυτούς, δεν τους έχει φανταστεί από την απόσταση του σαλονιού της, ή, τουλάχιστον, έτσι μοιάζει, και αυτό αποδεικνύεται, στα μάτια μου, καταλυτικό. Η λογοτεχνία, η ομόγλωσση και συγκαιρινή, περιλαμβάνει σπόρους σε κοινή θέα, σπόρους που αποζητούν το κατάλληλο έδαφος και την απαραίτητη φροντίδα, αλλιώς δεν βλασταίνουν, δεν βγάζουν λουλούδι ή καρπό. Η συγχρονία δεν έχει τόσο να κάνει με όσα μοιραζόμαστε, αλλά με όσα εντόπισε η ματιά της δημιουργού και μπόρεσε να μετατρέψει σε λογοτεχνία, σε καλή λογοτεχνία, την ώρα που εμείς γυρεύουμε μια πρωτότυπη ιδέα, κάτι που κανείς άλλος δεν έχει φανταστεί, κάτι ξεχωριστό, αδιαφορώντας για όσα έχει η καθημερινότητα προς άπλετη διάθεση, το ελάχιστο και το κοινότοπο, η ματιά πάνω στα πράγματα, στα πρόσωπα, στις καταστάσεις. Η ανάγκη για μεταβολισμό, η διάθεση ένα καρέ να απλωθεί. Επανέρχομαι στο κι εγώ θα μπορούσα να γράψω μια ερωτική ιστορία σε ένα μπαρ, μια ιστορία για ένα τασάκι, μια ιστορία ενός εγκλωβισμένου πρόσφυγα, ναι καλά.

Η συνοχή. Θα αρκούσε και μόνο η αφηγηματική φωνή, το ύφος και το στυλ που η Κερκή έχει κατακτήσει και οικειοποιηθεί. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Το σύμπαν που τα διηγήματα αφήνουν να εννοηθεί, αυτά που συμπεριλήφθηκαν και εκείνα που έμειναν σκαριφήματα, το σύμπαν αυτό, παρά τις όποιες κοινές μεταβλητές με άλλα γειτονικά σύμπαντα, είναι δικό της ευδιάκριτα. Το ενιαίο σύμπαν διαφαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο οι ιστορίες συνομιλούν μεταξύ τους, όχι με τρόπο επιτηδευμένο, όχι για να απλώσουν νήματα επικοινωνίας, όχι για χάρη ενός παιχνιδιού, αλλά γιατί γειτνιάζουν, γιατί οι φυσικοί κανόνες είναι εν πολλοίς κοινοί, γιατί είναι παγόβουνα που ανήκουν στην ίδια οροσειρά. Το Σατόρ, είναι κάπου εδώ η στιγμή να επανέλθω και να πω, δεν το βαραίνει η αμηχανία ενός πρωτόλειου, η ανάγκη μπροστά στο μικρόφωνο να φυσήξεις, να μετρήσεις ως το τέσσερα, να δοκιμάσεις τη φωνή σου, να σιγουρευτείς πως ακούγεσαι σε μια προς το παρόν άδεια αίθουσα, το συνεκτικό σύμπαν επιτείνει την αίσθηση αυτή, ξέρεις τι θέλεις να πεις, ξέρεις πώς να το πεις, το λες. Είναι, επίσης, κάπου εδώ η στιγμή να πω πως απουσιάζει ακόμα κάτι, η ανισότητα μεταξύ των διηγημάτων. Η ανισότητα δεν έχει διόλου να κάνει με το αν κάποιο από τα διηγήματα σε στοίχειωσε περισσότερο, αν σου άρεσε, πιο απλά, πιο πολύ σε σχέση με κάποιο άλλο, αυτό είναι το προσωπικό γούστο, η αναγνωστική συγκυρία, κάτι άλλο. Ούτε, η μη ανισότητα, έχει να κάνει με μετριότητα, κάθε άλλο.

Παρότι. Μου άρεσε πολύ. Και όταν το παρότι υπεισέρχεται στην αναγνωστική εξίσωση, επιφέροντας ένα ξεβόλεμα, όταν δεν το περιμένεις, τότε σε βρίσκει ανοιχτό και χωρίς άμυνες, αυτό συνέβη με το Σατόρ.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Σμίλη