Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σατόρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σατόρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Σατόρ - Στεφανία Κερκή

Μικρός τόπος, πότε ασφυκτικός, πότε ανακουφιστικός, η λογοτεχνική κοινότητα. Τον Μάρτη κυκλοφόρησε το Σατόρ, το πρωτόλειο της Στεφανίας Κερκή από τις εκδόσεις Σμίλη, ανάμεσα σε τόσα άλλα, το αδύνατο του πανοπτικού, τα έχουμε πει. Αντίτυπα έρχονταν και αντίτυπα έφευγαν, με ρυθμό σταθερό. Παρέα και τα πρώτα καλά λόγια. Τη σκυτάλη πήρε σύντομα ο ψηφιακός κόσμος, τα καλά λόγια ήρθαν και αθροίστηκαν. Πέρασα μια περίοδο που διάβαζα αποκλειστικά και μόνο ελληνική λογοτεχνία, λογοτεχνία γραμμένη πρωτότυπα στα ελληνικά, ίσως καλύτερα έτσι διατυπωμένο, το Σατόρ πήρε τη θέση του ανάμεσά τους.

Η λεπτομέρεια στο όμορφο εξώφυλλο από το έργο I AM-AIM, ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο, του Ευριπίδη Παπαδοπετράκη. Το βιογραφικό κάτω από τη φωτογραφία, η Στεφανία Κερκή γεννήθηκε στην Αθήνα. Εννέα διηγήματα που απλώνονται σε διακόσιες σελίδες και χωρίζονται σε τέσσερις υποομάδες, Οι αισθηματίες (LeidenschaftLimboLimerenceLacuna), Intermezzo (Το στοχαστικό σταχτοδοχείο), Οι ακτήμονες (LumpenΛαίτμαLares) και Reprise (Σατόρ). Διηγήματα μεσαίου προς μεγάλου μεγέθους.

Οι πρώτες προτάσεις κάθε διηγήματος εν είδει εισαγωγής· Είχα παράσταση τα βράδια της Πέμπτης κι εκείνος δούλευε στο θέατρο τα απογεύματα του Σαββάτου, οπότε ήταν σίγουρο ότι δεν θα συναντιόμασταν, παρά μόνο από κάποιο στραβοπάτημα της τύχης/Ο δρόμος χωριζόταν στα δύο/Δεν είχε καμία αμφιβολία/Αν με ρωτάς, αν αυτό είναι ένα ερωτικό γράμμα, δεν ξέρω να σου απαντήσω/Εκεί, εκεί μπροστά σας/Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουν οι φτωχοί είναι η υπομονή/Το Πύθιον ήταν στην άκρη του θεού/Η γεύση του αίματος ήταν ζάχαρη και σκουριά/η Καλλιδρομίου.

Ξανά και ξανά. Η μικρή φόρμα δεν είναι του γούστου μου. Ο τρόπος να πεις μια ιστορία > τι θα αφηγηθείς. Ο συνδετικός ιστός ανάμεσα στα διηγήματα μιας συλλογής. Η δυσκολία της μικρής φόρμας. Η συγχρονία ως παράπλευρο ζητούμενο. Το παγόβουνο, ένα μικρό μέρος ορατό, ένα άλλο, τεράστιο, κάτω από την επιφάνεια. Τέτοια πράγματα σκέφτομαι κατασκευάζοντας αυτό τον ορίζοντα προσδοκιών. Δίπλα στο καθένα βάζω και ένα κουτάκι που ελπίζει να φιλοξενήσει το τικ, σε όλα εκτός από το πρώτο, εκεί η ελπίδα έχει να κάνει με τη χρήση τού παρότι. Τα τικ μπήκανε, το παρότι επίσης. Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ.

Φιλοδοξία. Είναι κάτι που μου λείπει, όταν τη διακρίνω πορώνομαι. Η μικρή φόρμα σπάνια τη φέρει διακριτή, αντίθετα με τη μεγάλη, συχνά μεταμοντέρνα, ξαδέρφη της. Η δυσκολία της μικρής φόρμας, είπα παραπάνω, δεν έγκειται μόνο στην κατασκευή αλλά και στη λήψη, στην ανάγνωση, η δυσκολία της ανάγνωσης της μικρής φόρμας, για διάφορους λόγους, πεζούς με μια δεύτερη χρήση της λέξης, την υποτιμητική. Ξεχωρίζω δύο. Την πεποίθηση, διαδεδομένη άγνωστο γιατί, πως κι εγώ θα μπορούσα να το κάνω, που ίσως πηγάζει από την αίσθηση του πλήρους ελέγχου, όλα είναι εκεί, έτσι μοιάζει, ξέρω για τι μιλάει, απλό φαίνεται, απλό όμως δεν είναι. Η διάκριση του περισσεύματος, εκείνο που λείπει και εκείνο που δεν θα μπορούσε να λείπει, η αμετροέπεια που σε ένα μυθιστόρημα θα μπορούσε να είναι ακόμα και γοητευτική άσχετα από τη λειτουργικότητά της, εδώ τιμωρείται πάραυτα. Οι λίγες λέξεις είναι η δυσκολία. Η φιλοδοξία εδώ λείπει ή τουλάχιστον δεν στέκεται στολισμένη στην είσοδο. Δεν μου έλειψε, ωστόσο, παρακάτω θα πω για τη σιγουριά. Πατάω λίγο και στον τρόπο. Η Κερκή διαθέτει κάτι σημαντικό, κάτι που επίσης σπανίζει, την αφηγηματική άνεση, το χάρισμα του αφηγητή ιστοριών, έχει ιστορίες να πει, έχει τον τρόπο να το κάνει, χωρίς να το διατυμπανίζει διαρκώς, παρότι πρωτόλειο, τα διηγήματα αποπνέουν μια σιγουριά, καθησυχαστική με τον τρόπο τους. Η αφηγηματική άνεση συνοδεύει τη γνώση, η συγγραφέας ξέρει για τι μιλάει, ξέρει, όπως το κλισέ λέει, τι ρούχα έχουν στην κλειστή ντουλάπα τα πρόσωπα.

Η συγχρονία. Η συγγραφέας έχει περπατήσει τους δρόμους αυτούς, δεν τους έχει φανταστεί από την απόσταση του σαλονιού της, ή, τουλάχιστον, έτσι μοιάζει, και αυτό αποδεικνύεται, στα μάτια μου, καταλυτικό. Η λογοτεχνία, η ομόγλωσση και συγκαιρινή, περιλαμβάνει σπόρους σε κοινή θέα, σπόρους που αποζητούν το κατάλληλο έδαφος και την απαραίτητη φροντίδα, αλλιώς δεν βλασταίνουν, δεν βγάζουν λουλούδι ή καρπό. Η συγχρονία δεν έχει τόσο να κάνει με όσα μοιραζόμαστε, αλλά με όσα η ματιά της δημιουργού εντόπισε και μπόρεσε να μετατρέψει σε λογοτεχνία, σε καλή λογοτεχνία, την ώρα που εμείς γυρεύουμε μια πρωτότυπη ιδέα, κάτι που κανείς άλλος δεν έχει φανταστεί, κάτι ξεχωριστό, αδιαφορώντας για όσα η καθημερινότητα έχει προς άπλετη διάθεση, το ελάχιστο και το κοινότοπο, η ματιά πάνω στα πράγματα, στα πρόσωπα, στις καταστάσεις. Η ανάγκη για μεταβολισμό, η διάθεση ένα καρέ να απλωθεί. Επανέρχομαι στο κι εγώ θα μπορούσα να γράψω μια ερωτική ιστορία σε ένα μπαρ, μια ιστορία για ένα τασάκι, μια ιστορία ενός εγκλωβισμένου πρόσφυγα, ναι καλά.

Η συνοχή. Θα αρκούσε και μόνο η αφηγηματική φωνή, το ύφος και το στυλ που η Κερκή έχει κατακτήσει και οικειοποιηθεί. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Το σύμπαν που τα διηγήματα αφήνουν να εννοηθεί, αυτά που συμπεριλήφθηκαν και εκείνα που έμειναν σκαριφήματα, το σύμπαν αυτό, παρά τις όποιες κοινές μεταβλητές με άλλα γειτονικά σύμπαντα, είναι δικό της ευδιάκριτα. Το ενιαίο σύμπαν διαφαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο οι ιστορίες συνομιλούν μεταξύ τους, όχι με τρόπο επιτηδευμένο, όχι για να απλώσουν νήματα επικοινωνίας, όχι για χάρη ενός παιχνιδιού, αλλά γιατί γειτνιάζουν, γιατί οι φυσικοί κανόνες είναι εν πολλοίς κοινοί, γιατί είναι παγόβουνα που ανήκουν στην ίδια οροσειρά. Το Σατόρ, είναι κάπου εδώ η στιγμή να επανέλθω και να πω, δεν το βαραίνει η αμηχανία ενός πρωτόλειου, η ανάγκη μπροστά στο μικρόφωνο να φυσήξεις, να μετρήσεις ως το τέσσερα, να δοκιμάσεις τη φωνή σου, να σιγουρευτείς πως ακούγεσαι σε μια προς το παρόν άδεια αίθουσα, το συνεκτικό σύμπαν επιτείνει την αίσθηση αυτή, ξέρεις τι θέλεις να πεις, ξέρεις πώς να το πεις, το λες. Είναι, επίσης, κάπου εδώ η στιγμή να πω πως απουσιάζει ακόμα κάτι, η ανισότητα μεταξύ των διηγημάτων. Η ανισότητα δεν έχει διόλου να κάνει με το αν κάποιο από τα διηγήματα σε στοίχειωσε περισσότερο, αν σου άρεσε, πιο απλά, πιο πολύ σε σχέση με κάποιο άλλο, αυτό είναι το προσωπικό γούστο, η αναγνωστική συγκυρία, κάτι άλλο. Ούτε, η μη ανισότητα, έχει να κάνει με μετριότητα, κάθε άλλο.

Παρότι. Μου άρεσε πολύ. Και όταν το παρότι υπεισέρχεται στην αναγνωστική εξίσωση, επιφέροντας ένα ξεβόλεμα, όταν δεν το περιμένεις, τότε σε βρίσκει ανοιχτό και χωρίς άμυνες, αυτό συνέβη με το Σατόρ.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Εκδόσεις Σμίλη