Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Εγώ και ο Καμίνσκι - Daniel Kehlmann



Ξύπνησα όταν ο ελεγκτής χτύπησε την πόρτα του κουπέ. Είναι έξι και κάτι, σε μισή ώρα φτάνουμε. Αν τον άκουσα; Ναι, μουρμούρισα, ναι. Ανασηκώθηκα με κόπο. Είχα ξαπλώσει πάνω σε τρία καθίσματα, μόνος σε ολόκληρο το κουπέ, η πλάτη μου πονούσε, ο σβέρκος μου φαινόταν να έχει πιαστεί. Στον ύπνο μου είχαν εισβάλει με τη βία θόρυβοι του ταξιδιού, φωνές από τον διάδρομο και αναγγελίες από τις αποβάθρες των σταθμών· έβλεπα άσχημα όνειρα και πεταγόμουν συνεχώς από τον ύπνο· μια φορά, άνοιξε από έξω την πόρτα του κουπέ κάποιος που έβηχε, κι εγώ αναγκάστηκα να σηκωθώ για να την ξανακλείσω. Έτριψα τα μάτια μου και κοίταξα έξω από το παράθυρο: έβρεχε. Φόρεσα τα παπούτσια μου, έβγαλα την παλιά μου ξυριστική μηχανή από τη βαλίτσα και βγήκα με χασμουρητά.
Ο αφηγητής κάνει ένα μεγάλο και σύνθετο ταξίδι, με αναμονές και αλλαγές μέσων, με προορισμό την απομονωμένη κορυφή στην οποία έχει αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια ο σπουδαίος ζωγράφος Καμίνσκι, μεγάλος σε ηλικία και σχεδόν τυφλός. Σκοπός του αφηγητή μία συνέντευξη και η αναζήτηση πιθανών στοιχείων που θα συνέθεταν ένα βιβλίο έτοιμο να κυκλοφορήσει με τον θάνατο του Καμίνσκι, χρονική συγκυρία κατάλληλη για να εκτοξεύσει τις πωλήσεις του στα ύψη και να χαρίσει δόξα και χρήμα στον αφηγητή.

Με διάθεση παιχνιδιάρικη ο Κέλμαν αποφασίζει να διηγηθεί μια σοβαρή ιστορία με έναν τρόπο κάπως αφελή και φαινομενικά επιπόλαιο, μια ιστορία γεμάτη τραγελαφικές καταστάσεις, με δόσεις αιχμηρής σάτιρας απέναντι στον κόσμο της τέχνης και των γραμμάτων. Αναγορεύει τη ματαιοδοξία σε κυρίαρχο χαρακτηριστικό των ηρώων του, ματαιοδοξία από την οποία πηγάζουν και καθορίζονται οι συμπεριφορές τους. Με ιδιαίτερο ταλέντο στους διαλόγους και κάτι το νοσταλγικό στη γραφή, κάτι παλιακό με ταυτόχρονη όμως αίσθηση του φρέσκου, ένα παράξενο η αλήθεια κράμα, αρκετά ενδιαφέρον και κάποιες στιγμές γοητευτικό.

Και ενώ το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα, χαρίζοντας το γέλιο και φλερτάροντας κάποιες στιγμές με την αβίαστη συγκίνηση, υπήρχε κάτι το οποίο με άφησε απέξω, κάτι το οποίο με κατέστησε κάπως αποστασιοποιημένο απέναντί του. Ίσως η έντονη ματαιοδοξία των ηρώων, ίσως η έντονα παιχνιδιάρικη διάθεση του συγγραφέα, ίσως το εμφανές κατασκεύασμα της ιστορίας. Ίσως να ήταν περισσότερο τέχνημα παρά λογοτεχνία για τα γούστα μου, δημιούργημα στο οποίο μπορεί κανείς να αναγνωρίσει πλήθος αρετών, οι οποίες όμως τελικά παραμένουν κάπως αμήχανες ως σύνολο.

Είναι το δεύτερο βιβλίο του Γερμανού συγγραφέα που διαβάζω, είχε προηγηθεί, χρόνια πριν η Φήμη, η ανάγνωση της οποίας μου είχε αφήσει παρόμοια συναισθήματα με το Εγώ και ο Καμίνσκι.


Μετάφραση Κώστας Κοσμάς
Εκδόσεις Καστανιώτη 

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Το βιβλίο των Μπάλτιμορ - Joël Dicker



Αύριο, ο ξάδελφός μου ο Γούντυ μπαίνει φυλακή.
Εκεί θα περάσει τα επόμενα πέντε χρόνια της ζωής του. Στον δρόμο που με οδηγεί από το αεροδρόμιο της Βαλτιμόρης στο Όουκ Παρκ, τη γειτονιά των παιδικών του χρόνων όπου πηγαίνω να τον βρω την τελευταία μέρα ελευθερίας του, τον φαντάζομαι ήδη να παρουσιάζεται μπροστά στην πύλη των επιβλητικών φυλακών του Τσέσαϊρ, στο Κοννέκτικατ.
Περνάμε τη μέρα μας μαζί, στο σπίτι του θείου μου του Σαούλ, εκεί όπου υπήρξαμε τόσο ευτυχισμένοι. Είναι εκεί ο Χίλλελ και η Αλεξάντρα, και όλοι μαζί, για μερικές ώρες, γινόμαστε και πάλι το υπέροχο κουαρτέτο που ήμασταν κάποτε. Εκείνη τη στιγμή, ούτε που φαντάζομαι τις συνέπειες που η μέρα αυτή θα έχει στις ζωές μας.
Είχα απολαύσει τόσο πολύ το προηγούμενο βιβλίο του Ντικέρ (Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ), που ήταν θέμα χρόνου να επιστρέψω σε αυτόν τον συγγραφέα με την επιμονή στα μπρος πίσω του αφηγηματικού χρόνου, με το διαρκώς παρόν σασπένς, την υπόνοια αστυνομικής ιστορίας, τους στέρεους και αληθινούς χαρακτήρες. Και πράγματι επέστρεψα μόλις λίγους μήνες μετά, σε μία χρονική συγκυρία, που αναζητούσα ένα ευκολοδιάβαστο, πολυσέλιδο και καλό βιβλίο· η επιστροφή αυτή δικαίωσε τις προσδοκίες μου και με καθήλωσε για ώρες, με την επιθυμία να φτάσω στο τέλος όσο το δυνατόν γρηγορότερα, χωρίς να μου στερεί, η επιθυμία αυτή, την αναγνωστική απόλαυση.

Χωρισμένο σε κεφάλαια με βάση τον χρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η πλοκή, αφήγηση μη γραμμική χρονικά, με κέντρο της την ημέρα της τραγωδίας, μιας τραγωδίας η οποία δεν αποκαλύπτεται παρά στο τέλος της αφήγησης, τα απόνερα της οποίας όμως είναι ήδη φανερά από πριν, εύρημα το οποίο δημιουργεί αγωνία στον αναγνώστη, με επιτυχία και λειτουργώντας ικανοποιητικά ως προς την τελική δυναμική της ιστορίας, ιστορία η οποία αφηγημένη γραμμικά δεν θα κατάφερνε ούτε να καθηλώσει, ούτε να δημιουργήσει προσδοκίες, καθώς η διαδοχή των γεγονότων θα ήταν μια σειρά αιτίων και αιτιατών, λογικών και αναμενόμενων χωρίς το απαραίτητο πασπάλισμα μυθοπλαστικής μαγείας.

Ο αφηγητής Μάρκους Γκόλντμαν, συγγραφέας του μυθιστορήματος Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, εγκαταλείπει τη Νέα Υόρκη και βρίσκει καταφύγιο στη Φλόριντα, στο Μπόκα Ρέιτον, δίπλα στη λίμνη, με σκοπό να γράψει Το βιβλίο των Μπάλτιμορ, μια διαδικασία επίπονη και δύσκολη, λόγω της συναισθηματικής του εμπλοκής στην ιστορία αυτή, συγγραφή η οποία εκτός από τη δεδομένη ανάγκη του συγγραφέα αποτελεί και ένα φόρο τιμής στους Μπάλτιμορ που είχαν καθοριστική επίδραση στον Μάρκους ακόμα και μετά την τραγωδία.

Οι οικογένειες δύο αδελφών Γκόλντμαν, οι Γκόλντμαν της  Βαλτιμόρης, λαμπεροί και πλούσιοι, και οι Γκόλντμαν του Μονκλαίρ, γήινοι και μεσαίου οικονομικού μεγέθους. Ο Μάρκους ζήλευε, όπως ζηλεύουν τα παιδιά, εκείνους της Βαλτιμόρης. Όταν βρισκόταν με τα ξαδέρφια του, κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών, περνούσε υπέροχα, οι τρεις τους -αργότερα θα εμφανιζόταν και η Αλέξάντρα- αποτελούσαν μια αχώριστη ομάδα. Όλα αυτά, βέβαια, μέχρι την ημέρα της τραγωδίας.

Ο Ντικέρ διαχειρίζεται με ευχέρεια ένα πλήθος χαρακτήρων, οι οποίοι έχουν σάρκα και οστά, ικανοί να σταθούν αυτόνομα και εκτός σώματος αφήγησης. Η ικανότητα, του γεννημένου το 1985 συγγραφέα, στην αφήγηση και στη διάρθρωση της πλοκής είναι επίσης εμφανής, μετατρέποντας μια ιστορία με δεδομένα κλισέ και ευκολίες σε ένα καταιγιστικό μυθιστόρημα, ικανότητα η οποία του προσφέρει τον χώρο για να παρατηρήσει και να ενσωματώσει χαρακτηριστικά, τόσο ατομικά, όσο και κοινωνικά, να θέσει και να απαντήσει σε προβληματισμούς. Η ανατροπή, απαραίτητη στον τρόπο με τον οποίο αφηγείται ο Ντικέρ, δεν λειτουργεί μόνο ως προς το αναγνωστικό σασπένς αλλά επιτρέπει τη διάκριση, πίσω από τη βιτρίνα της συμπεριφοράς και του φαίνεσθαι, τα σκοτεινά στοιχεία της ανθρώπινης ψυχής, τον φθόνο και τον ανταγωνισμό για παράδειγμα, τον έρωτα πίσω από τη φιλία, τις σκέψεις και τα συναισθήματα εκείνα που συχνά κρατάμε αναμολόγητα ακόμα και από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Διαβάζοντας και το δεύτερο βιβλίου αυτού του Ελβετού συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, διακρίνεις το προσωπικό στυλ, επηρεασμένο από την αμερικανική λογοτεχνία, τις αρετές και τα μοτίβα του, και τον ορίζοντα των αναγνωστικών προσδοκιών.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Πατάκης

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Σκοτεινή ύλη - Blake Crouch




"Μια υποθετική ιστορία", λέω. "Ένας επιστήμονας, ένας καθηγητής φυσικής, ζει εδώ στο Σικάγο. Δεν είναι υπερβολικά επιτυχημένος όπως ονειρευόταν πάντα, αλλά νιώθει ευτυχισμένος, αρκετά ικανοποιημένος από τη ζωή του και παντρεμένος..." -κοιτάζω τη Ντανιέλα και θυμάμαι πώς την περιέγραφε ο Ράιαν νωρίτερα στη γκαλερί- "... με τη γυναίκα των ονείρων του. Έχουν έναν γιο και μια καλή ζωή. Μια νύχτα, ο άντρας αυτός πηγαίνει σε ένα μπαρ για να συναντήσει έναν παλιό φίλο, έναν φίλο από το κολέγιο, που κέρδισε ένα σημαντικό βραβείο. Στον δρόμο της επιστροφής του κάτι συμβαίνει. Δεν φτάνει ποτέ σπίτι. Πέφτει θύμα απαγωγής. Τα γεγονότα που του συμβαίνουν είναι θολά στο μυαλό του, αλλά όταν τελικά ανακτά πλήρως την πνευματική του διαύγεια βρίσκεται σε ένα εργαστήριο στο νότιο Σικάγο και τα πάντα έχουν αλλάξει. Το σπίτι του είναι διαφορετικό. Δεν είναι πια καθηγητής. Δεν είναι παντρεμένος με τη γυναίκα του."
Είσαι ευτυχισμένος με τη ζωή σου; Αυτές είναι οι τελευταίες κουβέντες του απαγωγέα προς τον Τζέισον Ντέσεν. Ύστερα όλα θα αλλάξουν. Ναι, είμαι ευτυχισμένος, θα απαντούσε αν είχε τον χρόνο. Δεν τον είχε όμως.

Είναι η πλέον πρωτότυπη ιστορία απαγωγής που έχω διαβάσει, το αίτημα του απαγωγέα δεν είναι ούτε τα λύτρα, ούτε το ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ο Τζέισον ξυπνά σε έναν άλλον κόσμο, σε ένα υπερμοντέρνο και πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο, εκεί τον υποδέχονται ως τον Τζέισον που έλειπε για πολύ καιρό και επιτέλους γύρισε, είναι εκείνος, του λένε, που το σχεδίασε, εκείνος που αφιέρωσε τη ζωή του στην έρευνα. Ποιος είναι όμως ο πραγματικός κόσμος; Εκείνος ο νέος ή ο προηγούμενος;

Μια κλασική ιστορία απαγωγής; Όχι. Μια κλασική ιστορία "τι θα γινόταν αν"; Όχι. Ο Crouch, με τη βοήθεια της φυσικής και της φαντασίας του, στήνει μια πρωτότυπη ιστορία, ένα θρίλερ δράσης και φιλοσοφικών προεκτάσεων, με ερωτήματα γύρω από την ηθική της επιστήμης. Εξερευνά πεδία τα οποία η θεωρητική φυσική υποψιάζεται και ερευνά τα τελευταία χρόνια, τοποθετώντας όμως ως προτεραιότητά του τη δράση και την καθήλωση του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα. Το αρχικό εύρημα υποστηρίζεται από πλήθος ανατροπών και μικροευρημάτων, μια ιστορία που μοιάζει ακραία αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να την απορρίψει ως απίθανη.
 
Αν κάποιος αναζητά τον γλωσσικό πλούτο ή τη λογοτεχνική αρτιότητα σε βιβλία όπως αυτό, τότε μάλλον ψάχνει σε λάθος ράφι. Εδώ τα πάντα υπηρετούν την κεντρική ιδέα και το σασπένς, ακόμα και η γλώσσα, προτάσεις μικρές, συνεχείς διάλογοι και περιγραφές, προωθούν την εξέλιξη της ιστορίας. Είναι όμως η κεντρική ιδέα και η υποστήριξή της, που παίζουν με το μυαλό του αναγνώστη και τον βυθίζουν στην ανάγνωση, εκεί κρύβεται το μυστικό της επιτυχίας τέτοιων βιβλίων, που κάθε άλλο παρά εύκολα στη συγγραφή τους είναι.

Μετά την τριλογία της Πόλης, ο Crouch επιστρέφει με ένα ακόμα πιο φιλόδοξο μυθιστόρημα και τα καταφέρνει περίφημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Δημήτρης Αλεξίου
Εκδόσεις Διόπτρα

Τετάρτη 24 Μαΐου 2017

Η ζωγραφική του Μανέ - Michel Foucault





Η κυκλοφορία στα ελληνικά της δεύτερης αναθεωρημένης έκδοσης της απομαγνητοφωνημένης διάλεξης, που έδωσε ο Φουκώ στο κλαμπ Tahar Haddad της Τυνησίας στις 20 Μαΐου του 1971, σχετικά με τον Μανέ, μου κίνησε κατευθείαν το ενδιαφέρον ακριβώς για όσα αναφέρει ο ίδιος ο φιλόσοφος στην αρχή της διάλεξής του.
Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να ζητήσω συγγνώμη, καθώς είμαι λιγάκι κουρασμένος. Να με συγχωρήσετε επίσης για το γεγονός ότι θα σας μιλήσω για τον Μανέ, γιατί φυσικά δεν είμαι ειδικός στον Μανέ· ούτε είμαι ειδικός στη ζωγραφική, γι' αυτό δεν μου είναι οικείο να σας μιλήσω για τον Μανέ. Εν συντομία, αυτό που ήθελα να σας πω είναι το εξής: δεν σκοπεύω να σας μιλήσω για τον Μανέ, αλλά θα σας παρουσιάσω δέκα με δώδεκα πίνακες αυτού του ζωγράφου τους οποίους θα προσπαθήσω, αν όχι να αναλύσω, τουλάχιστον να εξηγήσω κάποια από τα σημεία τους.
Επιθυμούσα την κριτική, καθαρή και οξεία ματιά ενός από τους σημαντικότερους διανοητές του περασμένου αιώνα πάνω σ' ένα θέμα, που -φαινομενικά- δεν ανήκει στη γκάμα των μελετών του. Όμως, αυτό δεν είναι που ξεχωρίζει τα πραγματικά μεγάλα πνεύματα, η ικανότητά τους να διακρίνουν και να επισημαίνουν, οδηγημένα από μια κλίση φυσική και από την πνευματική διεύρυνση, αποτέλεσμα μελέτης και στοχασμού χρόνων; Δεν ήθελα να διαβάσω μια τεχνική ανάλυση, την οποία πιθανότατα θα δυσκολευόμουν να παρακολουθήσω λόγω άγνοιας και έλλειψης εργαλείων, αλλά το βλέμμα αυτό.

Ο Φουκώ ξεκαθαρίζει από την αρχή τον σκοπό της διάλεξής του, απολογείται τόσο για την κούραση, όσο και για τη μη ειδίκευσή του. Επισημαίνει τα σημεία στα οποία θα σταθεί προβάλλοντας μέσα από διαφάνειες τους πίνακες του Μανέ, που έχει επιλέξει, με σκοπό να αναδειχθούν τρία σημεία της ζωγραφικής του Γάλλου ζωγράφου: i) ο χώρος του πίνακα, ii) ο φωτισμός, και iii) η θέση του παρατηρητή.

Και παρά τις αρχικές δικαιολογίες εκ μέρους του, ο Φουκώ επιτυγχάνει να αναδείξει μέσα από τους επιλεγμένους για την περίσταση πίνακες τα τρία αυτά σημεία, που πέραν της δεδομένης καλλιτεχνικής αξίας του Μανέ, αποτέλεσαν τη βάση για την εξέλιξη του ιμπρεσιονισμού, κίνημα που επικράτησε, αφήνοντας πίσω του οριστικά την παραστατική ζωγραφική της Δύσης που κυριαρχούσε ήδη από τον 15ο αιώνα. Με έναν λόγο απλό, και πάντα με αναφορά σε έναν συγκεκριμένο πίνακα, ο Φουκώ παρουσιάζει μια προσέγγιση στο έργο του Μανέ, προσέγγιση ιδιαίτερη αν και δεν γνωρίζω αν είναι και πρωτότυπη ή αν παρόμοιες σκέψεις και απόψεις είχαν ήδη διατυπωθεί και από άλλους μελετητές.

Οι πίνακες στους οποίους αναφέρεται ο Φουκώ υπάρχουν στην παρούσα έκδοση, έκδοση η οποία συνοδεύεται από ένα ενδιαφέρον επίμετρο του Ανδρέα Ιωαννίδη, ο οποίος διατυπώνει επιπλέον παρατηρήσεις σε σχέση με τη ζωγραφική του Μανέ, εντάσσοντας και το χρώμα ως ένα εν δυνάμει τέταρτο στοιχείο.

Ένα ενδιαφέρον κείμενο, το οποίο δεν απευθύνεται αποκλειστικά στους γνώστες της τέχνης της ζωγραφικής, γεμάτο με προεκτάσεις κοινωνικές και φιλοσοφικές.

Μετάφραση Πόλα Καπόλα, Γεράσιμος Κουζέλης
Εκδόσεις Νήσος

Δευτέρα 22 Μαΐου 2017

Ο Στόουνερ - John Williams




Ο Γουίλιαμ Στόουνερ γράφτηκε στο πρώτο έτος του Πανεπιστημίου του Μιζούρι το 1910, σε ηλικία δεκαεννέα ετών. Οκτώ χρόνια αργότερα, όταν ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν στην κορύφωσή του, έπαιρνε το διδακτορικό του δίπλωμα και γινόταν μέλος του διδακτικού προσωπικού στο ίδιο πανεπιστήμιο, όπου δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, το 1956. Δεν έφτασε πιο πάνω από τον βαθμό του επίκουρου καθηγητή και ελάχιστοι φοιτητές, απ' αυτούς που είχαν παρακολουθήσει τα μαθήματά του, διατηρούσαν σαφή εικόνα του. Όταν πέθανε, οι συνάδελφοί του, αντί μνημοσύνου, δώρισαν ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου. Δεν αποκλείεται το χειρόγραφο αυτό να βρίσκεται ακόμη στη Συλλογή Σπανίων Βιβλίων, με την αφιέρωση: "Δωρεά στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Μιζούρι, στη μνήμη του Γουίλιαμ Στόουνερ. Εκ μέρους των συναδέλφων του του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας".

Αν έχεις έναν τέτοιο ήρωα, όπως ο Γουίλιαμ Στόουνερ στην προκειμένη περίπτωση, επιβάλλεται να γράψεις ένα μυθιστόρημα, σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, και να του δώσεις το επίθετό του για τίτλο. Έναν ήρωα που φαινομενικά δεν διαθέτει τίποτα ενδιαφέρον προς αφήγηση στη βιογραφία του. Ο Γουίλιαμ Στόουνερ έφυγε από το πατρικό του για να σπουδάσει γεωπονική, επειδή ένας αγροκόμος μίλησε γι' αυτό το νέο τμήμα στον πατέρα του. Ένα μάθημα επιλογής όμως στάθηκε ικανό να τον μαγέψει και να τον στείλει στη φιλολογία. Η τυχαιότητα οδηγούσε τα βήματά του. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η λειψανδρία που ακολούθησε του έδωσαν την ευκαιρία να γίνει καθηγητής. Του πήρε καιρό να καταλάβει την κλίση του στη διδασκαλία. Κάποιο βράδυ αντίκρυσε την Ίντιθ, την ερωτεύτηκε και τη ζήτησε σε γάμο. Ένας γάμος αποτυχημένος με χάιλαϊτ τη γέννηση της Γκρέις. Η ξεροκεφαλιά του και η ανικανότητά του στις δημόσιες σχέσεις τον καταδίκασαν να μείνει ακαδημαϊκά στάσιμος. Δίδαξε μέχρι τον θάνατό του. Σπουδές από σπόντα, ένας αποτυχημένος γάμο, μια ακαδημαϊκή καριέρα στην αφάνεια, μια ερωτική ιστορία που έσβησε νωρίς, ένας θάνατος ελάχιστα ηρωικός. Και όμως, ο Γουίλιαμ Στόουνερ είναι ένας από εκείνους τους ήρωες που παραμένουν αξέχαστοι στον αναγνώστη, ακριβώς γι' αυτή τη φαινομενική μετριότητά τους που τους κάνει ανθρώπινους, για την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες, όχι με ξεσπάσματα, μα με μια καρτερικότητα κάπως πρωτόγονη, αντίστοιχη εκείνης των αγροτών γονιών του Στόουνερ απέναντι στις αναποδιές του καιρού και του χώματος. Αξίζει να πλησιάσει κανείς κοντά για να παρατηρήσει έναν κοινό άνθρωπο, να διακρίνει τις, μακρόθεν δυσδιάκριτες, αρετές του, να σιχτιρίσει την ανικανότητά του να επιβληθεί πιο δυναμικά, να ταυτιστεί μαζί του με έναν τρόπο ιδιαίτερο. Και όμως ο Στόουνερ δεν έζησε μια θλιβερή ζωή, όσο παράδοξο και αν φαίνεται κάτι τέτοιο από την πρώτη παράγραφο του μυθιστορήματος.

Δεν γνώριζα τίποτα για το μυθιστόρημα αυτό, δεν γνώριζα τον συγγραφέα Τζον Γουίλλιαμς, του οποίου κανένα έργο δεν είχε, έως τώρα, μεταφραστεί στα ελληνικά, και όμως, από την πρώτη στιγμή που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου ένιωσα μια έντονη έλξη, μια επιθυμία να διαβάσω το μυθιστόρημα αυτό, ίσως λόγω του ότι επρόκειτο για ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα (campus novel), είδος που μου είναι διαχρονικά ιδιαίτερα αγαπητό. Και η διαίσθηση επιβεβαιώθηκε -τι όμορφο που είναι το συναίσθημα της επιβεβαίωσης μιας διαίσθησης, σχεδόν μεταφυσικό- από τις πρώτες κιόλας σελίδες, και η ανάγνωση ολοκληρώθηκε τάχιστα, με μια διάθεση πρωτόγνωρα αχόρταγη για τη δεδομένη αναγνωστική περίοδο που διάγω. Η ικανότητα στην αφήγηση και ο Στόουνερ είναι οι δύο πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται η επιτυχία του μυθιστορήματος, τα δύο αυτά χαρακτηριστικά θα μου μείνουν -πιστεύω- αξέχαστα.

Όμως δεν θα αρκούσαν μόνο αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, σε καμία περίπτωση δεν θα αρκούσαν. Αν και σε δεύτερο πλάνο, ο Γουίλλιαμς διατρέχει ένα μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα· δύο πόλεμοι έστω και μακριά από το Μιζούρι, θα σφραγίσουν ανεξίτηλα την περίοδο αυτή, σημαδεύοντας αναπόφευκτα και τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Η ακαδημαϊκή ζωή με τις χαρές και τα μελανά της σημεία, αυτό το άσυλο μακριά από τον πραγματικό κόσμο, με πολλές από τις παθογένειές του όμως παρούσες, μια θρυαλλίδα ελευθερίας της σκέψης. Οι δεύτεροι χαρακτήρες, δουλεμένοι ενδελεχώς, έτοιμοι, θαρρείς, να λάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποιο επόμενο μυθιστόρημα. Στους γυναικείους χαρακτήρες υπάρχει μια ένσταση, ή μάλλον ένας προβληματισμός, για να το θέσω ακριβέστερα· τόσο η γυναίκα του Στόουνερ, η Ίντιθ, όσο και η κόρη του, η Γκρέις, και η ερωμένη του, η Κάθριν, οι τρεις βασικές γυναικείες παρουσίες δηλαδή σε αυτό το ανδροκρατούμενο μυθιστορηματικό σύμπαν, δεν διαθέτουν παρά ψήγματα θετικών στιγμών και χαρακτηριστικών, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν τα όσα ήθελε να δείξει ο Γουίλλιαμς θα ήταν μη υλοποιήσιμα σε διαφορετική περίπτωση. Δεν νομίζω όμως ότι θα ευσταθούσε, σε καμία περίπτωση, μια κατηγορία για μισογυνισμό. Ενδιαφέρον έχει και ο στοχασμός, διαμέσου του Στόουνερ κυρίως, ως προς την φιλία, τον έρωτα, το αίσθημα καθήκοντος, την έννοια του δασκάλου, τη σχέση πατέρα-κόρης, τη βαρβαρότητα του πολέμου, την ανάγκη για σταθερότητα. Αποτυπώνει επίσης μια περίοδο σε μια συντηρητική πλευρά της Αμερικής με την παρουσία της ακαδημαϊκής ζωής, πιο προοδευτικής από τη φύση της, να λειτουργεί θαυμάσια ως αντιδιαστολή.

Σπουδαία αμερικανική λογοτεχνία, μου έφερε στον νου δύο άλλους μεγάλους συγγραφείς τον Μπέλοου και τον Μαίηλερ, αναγνωστική απόλαυση και ανυπομονησία για τη μετάφραση κάποιου ακόμα έργου του Γουίλλιαμς.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδη
Εκδόσεις Gutenberg

    

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Μητροπολιτική αίσθηση - Georg Simmel




Ο τίτλος ήταν αρκετός για να μου κινήσει το ενδιαφέρον σε μια περίοδο που το ζήτημα της εγκατάλειψης ή όχι της Αθήνας στριφογυρίζει όχι μόνο στο δικό μου μυαλό αλλά και σε διάφορες συζητήσεις με ανθρώπους κυρίως της ηλικίας μου, κάπου στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εργένικη ζωή και στην απόφαση για δημιουργία οικογένειας. Ξεφυλλίζοντάς το στάθηκα στην ημερομηνία έκδοσης, 1903, και αυτόματα έκανα τη σκέψη: πόσο επίκαιρη μπορεί να είναι μια κοινωνιολογική μελέτη για τις μητροπόλεις γραμμένη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα; Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που αποφάσισα να το διαβάσω.

Και η απάντηση ήταν η προφανής. Ένας διορατικός και καταρτισμένος επιστήμονας, όπως αποδείχτηκε με την ανάγνωση ο Georg Simmel, είναι ικανός να διαγνώσει σταθερές και χαρακτηριστικά που παρατηρούνται διαχρονικά, παρατηρήσεις που, προσαρμοσμένες ανάλογα, μπορούν να αποτελέσουν εργαλεία κατανόησης του σύγχρονου κόσμου πάνω από έναν αιώνα μετά.
Τα βαθύτερα προβλήματα της σύγχρονης ζωής πηγάζουν από την αξίωση του ατόμου να διατηρήσει  την αυτονομία και την ιδιοτυπία του Είναι του απέναντι στις υπερκείμενες δυνάμεις της κοινωνίας, της ιστορικής κληρονομιάς, της εξωτερικής κουλτούρας και της τεχνικής οργάνωσης της ζωής -η πιο πρόσφατη μορφή της μάχης με τη φύση, την οποία ο πρωτόγονος άνθρωπος έπρεπε να δώσει για την ίδια του τη σωματική ύπαρξη.
Έτσι ξεκινάει το πρώτο από τα δύο δοκίμια της έκδοσης με τον τίτλο Οι μεγαλουπόλεις και η διαμόρφωση της συνείδησης, και μοιάζει τόσο, μα τόσο επίκαιρος ως συλλογισμός· ίσως μόνο να πρόσθετε κανείς και την υπερπληροφόρηση ανάμεσα στους "εχθρούς" του ατόμου στην προσπάθεια διατήρησης της αυτονομίας και της ιδιοτυπίας του Είναι του. Και ο Simmel συνεχίζει, επιχειρώντας την αντιπαραβολή ανάμεσα στη ζωή στη μεγαλούπολη και στην κωμόπολη, εκεί που ο χρόνος για παράδειγμα δεν είναι τόσο σημαντικός, αντίθετα με τη μεγαλούπολη, όπου μια στιγμιαία βλάβη των ρολογιών είναι ικανή να προκαλέσει χάος και σύγχυση. Επισημαίνει την απάθεια των κατοίκων των μεγαλουπόλεων, απάθεια που δεν πηγάζει από κάποια νοητική αδυναμία, αλλά από την υπέρμετρη τροφοδότηση των αισθήσεων, αυτή τη διαρκή εναλλαγή ερεθισμάτων και την επακόλουθη προσαρμογή σε αυτή τη διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα.

Διαβάζοντας κείμενα όπως αυτό, αναπόφευκτα ο αναγνώστης κάνει σκέψεις και συνδέσεις με τις δικές του εμπειρίες. Έτσι κι εγώ. Όταν είχα πρωτοέρθει στην Αθήνα, εκεί γύρω στην ενηλικίωση, και με το σύμπλεγμα της μικρής κοινωνίας στην οποία τίποτα δεν παραμένει κρυφό, μου φαινόταν θαυμάσιο το γεγονός της αποξένωσης. Δεν ήξερα τη διπλανή μου στην πολυκατοικία και δεν με ένοιαζε, ποτέ δεν χρειάστηκα άλλωστε να ζητήσω ένα λεμόνι ή λίγο αλάτι, και έτσι ένιωθα ήσυχος και απαλλαγμένος απ' το άγχος της παρατήρησης και της κριτικής. Περπατούσα στους δρόμους και δεν πετύχαινα σχεδόν ποτέ κάποιον γνωστό, συνάντηση η οποία θα ανέκοπτε τη ροή της βόλτας μου στη μεγάλη πόλη με τα τόσα ερεθίσματα. Πόσο σοκαριστικό, αναλογιζόμενος τις πιθανότητες, ήταν όταν κάτι τέτοιο συνέβαινε στα πιο απίθανα μέρη. Με τον καιρό η μεγάλη πόλη με κούρασε, οι αποστάσεις και η ανάγκη οργάνωσης και της πλέον μικρής καθημερινής λεπτομέρειας, ο νεκρός χρόνος σε μετακινήσεις και αναμονές, το συνεχώς αυξανόμενο κόστος, χρηματικό και συναισθηματικό. Έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα στη φυγή και την εγγύτητα στο κέντρο της πόλης, επέλεξα το δεύτερο και ανακάλυψα στον πυρήνα της τεράστιας πόλης μια μικρή πόλη, βιώσιμη και προσβάσιμη, με άπειρες δυνατότητες, με διαρκή ζωή και κίνηση, μια ήρεμη γωνιά στο χάος. Και η καθημερινότητά μου μεταβλήθηκε άμεσα, περπατώ περισσότερο, απολαμβάνω τις δυνατότητες και τις επιλογές εκείνες που λείπουν από τη ζωή στην επαρχία, γυρίζω χαρούμενος στο σπίτι.

Ας επανέλθω όμως στο βιβλίο του Simmel. Στο δεύτερο δοκίμιο της συλλογής, συμπληρωματικό κατά μία έννοια του πρώτου, με τίτλο Κοινωνιολογία των αισθήσεων, ο Γερμανός κοινωνιολόγος αναφέρεται κυρίως στην όραση και στην ακοή, επισημαίνοντας τις διαφορές και την κατά κάποιο τρόπο υπεροχή της όρασης έναντι της ακοής, αυτή την ικανότητα ταυτόχρονου πομπού και δέκτη που έχει το μάτι σε αντίθεση με το αυτί. Αλλά και την όραση στη ζωή στην πόλη, με τις εναλλαγές και την απώλεια της μεταβολής και της διάκρισης των λεπτομερειών, μέρος της προαναφερθείσας απάθειας του ατόμου της μεγάλης πόλης που αντίθετα με εκείνον της επαρχίας δέχεται μέγα πλήθος οπτικών πληροφοριών. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ο κάτοικος της μεγαλούπολης αναγκάζεται να καταφεύγει στην, συχνά στιγμιαία, παρατήρηση του άλλου για να βγάλει ένα συμπέρασμα σχετικά με αυτόν, να κρίνει βιαστικά και να βιώσει ακολούθως συνήθως το συναίσθημα της αδιαφορίας, όμως ενίοτε και εκείνο του φόβου, του οίκτου, της αποστροφής, της οικειότητας ή και της γοητείας.  Επίσης αναφέρεται στην όσφρηση, ως κατώτερη όμως αίσθηση, και γι' αυτό πιο συνοπτικά, ενώ αντίθετα απουσιάζει εντελώς η οποιαδήποτε αναφορά στην αφή, ίσως δείγμα συντηρητισμού της εποχής και της κοινωνικής τάξης του συγγραφέα, αναπόσπαστο κομμάτι όμως της ζωής στη μεγαλούπολη με τον συνωστισμό και τη διαρκή επαφή αγνώστων μεταξύ τους σωμάτων, απουσία που ίσως οφείλεται σε μια σεξουαλική προέκταση της αφής, ίσως και όχι, πάντως, όπως και αν έχει, σίγουρα δεν αποτελεί αμέλεια εκ μέρους του Simmel αλλά συνειδητή αποφυγή αναφοράς στην αίσθηση της αφής.

Κλείνοντας, τα δύο μικρού μεγέθους δοκίμια της έκδοσης περιέχουν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, διαχρονικές και επίκαιρες ως προς τη ζωή στη μεγάλη πόλη, αν και εκπονημένα πάνω από εκατό χρόνια πριν, τότε που άρχισαν να διαμορφώνονται οι μητροπόλεις. Σκέψεις και παρατηρήσεις χρήσιμες στον αναγνώστη, αφορμή για επαναπροσέγγιση της καθημερινότητας και της πλοήγησής του στην πόλη, αφορμή για να παρατηρήσει από κοντά και να επαναπροσδιορίσει ίσως τη θέση του στον αστικό ιστό.

Μετάφραση Ιωάννα Μεϊτάνη
Εκδόσεις Άγρα

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Ένα δικό σου δωμάτιο - Virginia Woolf




Μα, μπορείτε να πείτε, εμείς σου ζητήσαμε να μιλήσεις για τις γυναίκες και την πεζογραφία - τι δουλειά έχει αυτό μ' ένα δικό σου δωμάτιο; Θα προσπαθήσω να εξηγήσω. Όταν μου ζητήσατε να μιλήσω για τις γυναίκες και την πεζογραφία κάθισα στην όχθη ενός ποταμού κι άρχισα ν' αναρωτιέμαι τι σήμαιναν οι λέξεις. Μπορεί να σήμαιναν απλώς μερικές παρατηρήσεις για την Φάνυ Μπάρνεϋ· μερικές άλλες για την Τζέην Ώστεν· κάποιο φόρο τιμής προς τις Μπροντέ κι ένα σκίτσο του Πρεσβυτέριου του Χάουρθ σκεπασμένο απ' το χιόνι· αν ήταν δυνατόν, μερικά ευφυολογήματα για την μις Μίτφορντ· μια σύντομη και γεμάτη σεβασμό μνεία για την Τζωρτζ Έλιοτ· μιαν αναφορά στην κυρία Γκάσκελ και θα 'χαμε τελειώσει. Όταν όμως τις ξανακοίταξα, οι λέξεις δεν φαίνονταν και τόσο απλές.

Δεν ξέρω τι περίμεναν οι διοργανωτές και οι ακροατές ν' ακούσουν από τα χείλη της Γουλφ σχετικά με τις γυναίκες και την πεζογραφία, το σίγουρο πάντως είναι ότι ο τρόπος σκέψης και προσέγγισης των πραγμάτων της συγγραφέως, που τοποθέτησε το δικό της τεράστιο λιθαράκι στο οικοδόμημα της λογοτεχνίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, είναι ιδιαίτερος, εγκεφαλικός και συναισθηματικός ταυτόχρονα, ακαδημαϊκός και διαισθητικός μαζί. Και ο όρος δοκίμιο δύσκολα μπορεί να περιγράψει ικανοποιητικά το κείμενο αυτό, παρότι ξεκάθαρα πρόκειται για δοκίμιο, αλλά όχι μόνο. Το ξεκαθαρίζει και η ίδια η Γουλφ, ήδη από την αρχή: Εδώ είναι δυνατόν η πεζογραφία να περιέχει περισσότερες αλήθειες παρά γεγονότα. [...] Δεν χρειάζεται να πω ότι αυτό που θα περιγράψω δεν υπάρχει. Το Όξμπριτζ είναι πλαστό το ίδιο και το Φέρναμ. Το Εγώ είναι μονάχα ένας βολικός όρος για κάποιον που δεν υπάρχει πραγματικά.

Με έναν τρόπο απλό και κατανοητό, λογοτεχνικό και δοκιμιακό, θα περιδιαβεί την ιστορία της γυναικείας ιστορίας, μέσα από τη λογοτεχνία, χωρίς να αφήσει εκτός τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, τα όρια ελευθερίας και ανεξαρτησίας, την πατριαρχική επιβολή και το φεμινιστικό κίνημα. Οι ελευθερίες που βίωναν το 1928 οι γυναίκες δεν ήταν ούτε πολύχρονες ούτε απεριόριστες, ο αγώνας βρισκόταν (και ακόμα βρίσκεται) σε εξέλιξη, όμως σίγουρα είχαν γίνει κάποια σπουδαία βήματα ενάντια στον αποκλεισμό των γυναικών (και) από τη λογοτεχνία. Η γυναικεία λογοτεχνία, δειλά και διστακτικά, είχε αρχίσει να χτίζει κάποιο παρελθόν, κάποιες βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε και μεγάλωσε, βάσεις οι οποίες έδωσαν τη δυνατότητα σε περισσότερες συγγραφείς να γράψουν γυναικεία, όχι με τον τρόπο τον οποίο οι πατριάρχες όριζαν (και ακόμη ορίζουν) αλλά με τον τρόπο που εκείνες ένιωθαν (και πάντα θα νιώθουν) ν' αναβλύζει από μέσα τους.

Δεν έχει νόημα, μοιάζει να λέει η Γουλφ, να αναφερθούμε στο παρελθόν απλώς και μόνο με χαρακτηρισμούς καλολογικούς και φιλολογικούς, πρέπει, επιμένει, να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία της αρχής, την επανάσταση που έφεραν η Ώστεν, η Έλλιοτ, οι αδερφές Μπροντέ, τη σημασία που έχουν για εμάς σήμερα -για όλους μας, όχι μόνο για τις γυναίκες, αν και κυρίως για αυτές- εκείνα τα πρώτα μυθιστορήματα που ίσως σε κάποιους μοιάζουν, όχι απλώς παρωχημένα, αλλά και δεδομένα ως προς την ευκολία των συνθηκών που καθόριζαν (και πάντα καθορίζουν) τη γραφή, όπως για παράδειγμα ένα δικό σου δωμάτιο.

Βιβλίο εξαντλημένο εδώ και καιρό, το οποίο αναζητούσα, για να το βρω τελικά, πού αλλού;, σ' ένα παλαιοβιβλιοπωλείο μια Κυριακή πρωί. Βιβλίο απολαυστικό και σημαντικό, το οποίο επιβάλλεται να κυκλοφορήσει ξανά και να διαβαστεί με προσοχή -όπως και όλα τα βιβλία της Γουλφ.

Μετάφραση Μίνα Δαλαμάγκα
Εκδόσεις Οδυσσέας