Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Alan Sillitoe

Τέλη εφηβείας, αρχές φοίτησης, Πάτρα, πρώτα ως κάτοικος, ύστερα ως επισκέπτης, το υπόγειο της Πρωτοπορίας στη Γεροκωστοπούλου, ένας καινούργιος κόσμος ανοιγόταν, η ποικιλία, το ψάξιμο, το ένστικτο, οι προσφορές, οι εκδόσεις Γράμματα, όσο ένας καφές σχεδόν, είπε ο Λ. μια μέρα, είχε δίκιο, δεν χρειαζόμουν τις σπουδές στα οικονομικά για να το επιβεβαιώσω, ποτέ δεν τις χρειάστηκα, άλλη κουβέντα αυτή. Δεκάδες τίτλοι, άλλες μεταφράσεις καλές, άλλες όχι και τόσο, είχε και δεν είχε σημασία για την αχόρταγη ανάγνωση, εκ των υστέρων εμφανίστηκαν οι αμφιβολίες, τότε σημασία είχε να διαβάζεις, να μαθαίνεις, να νιώθεις ολοένα λιγότερο άπειρος σε αυτή την άπειρη επικράτεια. Δεν διάβασα Σίλιτοου τότε. 

Πέρασαν τα χρόνια, μαζεύτηκαν τα βιβλία, άλλαξαν τα στέκια, ο τρόπος αναζήτησης, η εμπειρία που επιβεβαιώνει απλά και μόνο το άπειρο της επικράτειας, ξεκίνησα να τρέχω, λίγο και μετά πιο πολύ, όπως κάθε τι τότε, το ζούσα με μανία, καταλάμβανε το μυαλό και τη σκέψη, εμμονές ριζωμένες βαθιά, ανάμεσα σε άλλα και το ενδιαφέρον για βιβλία σχετικά με το τρέξιμο, ο τρόπος μου να μαθαίνω, όχι όμως εγχειρίδια τρεξίματος, όχι τεχνικές οδηγίες, αυτές τις βαριόμουν και τις βαριέμαι, αναζητούσα την κοινή ανθρώπινη εμπειρία, μια λίστα με βιβλία δημιουργήθηκε, κάποια από εκείνα τα διάβασα, κάποια έμειναν στα προσεχώς. Δεν διάβασα Σίλιτοου τότε.

Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων, που στα ελληνικά κυκλοφόρησε τη χρονιά που γεννήθηκα, δεν χρειάζεται να είσαι ερασιτέχνης δρομέας για να σου τραβήξει την προσοχή ως τίτλος, πόσο μάλλον αν είσαι. Όλο ανέβαλλα την κάθοδο στο υπόγειο της Γραβιάς, την ομώνυμη ταινία δεν θα την έβλεπα αν πρώτα δεν διάβαζα το βιβλίο, σε κάποια συζήτηση στο βιβλιοπωλείο άκουσα για το άτυπο κίνημα των Οργισμένων νέων, όταν διάβασα το Ο ληστής μαραθωνοδρόμος κάποιος ακόλουθος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μου υπενθύμισε το διήγημα του Σίλιτοου, μου θύμισε επίσης το πώς χρησιμοποιούσαμε τα κοινωνικά δίκτυα αρχικά, κατέβηκα τα σκαλιά. Δεν διάβασα Σίλιτοου ούτε και τότε.

Τον Ιούλιο, περιμένοντας τις ημέρες αδείας, έπιασα να οργανώνω, τι άλλο, τα βιβλία που θα διάβαζα τον Αύγουστο, έβαλα φίλτρο να έχουν κυκλοφορήσει τρία ή περισσότερα χρόνια πριν, να μην με απασχολεί αν είναι εξαντλημένα πια, να κλείσω επιτέλους ανοιχτούς λογαριασμούς με συγγραφείς που διάβασα ένα βιβλίο τους και έψαξα και βρήκα και άλλα δικά τους, μια στοίβα άρχισε να σχηματίζεται, στοίβα ύψους τέτοιου που αντιπροσώπευε την αγωνία που είχα για εκείνες τις ημέρες σχόλης, τόσα είχα επενδύσει σε προσδοκίες και όνειρα, ανάμεσά τους και Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων, ένας από τους στόχους για τη νέα χρονιά, άλλωστε, ήταν η συστηματική επιστροφή στο νυχτερινό Πεδίον του Άρεως. Τότε διάβασα Σίλιτοου.

Και σοκαρίστηκα, είχα απλή περιέργεια μόνο για το ομώνυμο διήγημα, το διάβασα ανάμεσα σε δύο βουτιές, σχετικά μεγάλο σε μέγεθος, με έξυπνα ευρήματα, με έντονο κοινωνικό σχολιασμό και ένα φλεγματικό χιούμορ, μια αλητεία γοητευτική με τον τρόπο της, ιδιαίτερη και όχι για όλους, ταξική, μια λογοτεχνία από τα κάτω, ο κόσμος του σωφρονισμού, τα αδιέξοδα του μη προνομίου, ωραίο, κάποια στιγμή θα δω και την ταινία, συνέχισα στα επόμενα, και δύο διηγήματα ύστερα, όχι κακά, σε καμία περίπτωση κακά, αλλά όχι κάτι το ιδιαίτερο για κάποιον που δεν του αρέσει και πολύ η μικρή φόρμα, διάβασα το Ο πίνακας με το ψαροκάικο, ένα από τα καλύτερα διηγήματα που έχω διαβάσει, απ' όσα μπορώ να ανακαλέσω τουλάχιστον, εκεί που δεν το περίμενα, στην ήσυχη παραλία, μια ερωτική ιστορία, θλιβερή ιστορημένη εκ των υστέρων, όταν οι όμορφες μέρες, οι πρώτες μέρες, πέρασαν, ένας πίνακας έμεινε να πηγαινοέρχεται από το σπίτι στο ενεχυροδανειστήριο και πάλι πίσω.

Τελείωσα τη συλλογή, και τα υπόλοιπα διηγήματα ήταν πολύ ωραία, τα δύο ανάμεσα στο πρώτο και το τέταρτο ήταν τελικά ίσως τα πιο αδύναμα, και ας μην με διέλυσαν όπως το Ο πίνακας με το ψαροκάικο, το οποίο με βρήκε ανοιχτό συναισθηματικά και με έπληξε, σε τέτοιο βαθμό που σκεφτόμουν έντονα τον Χανς Σνηρ, ένας λογαριασμός είχε ανοίξει, τι άλλο δικό του κυκλοφορεί, σκέφτηκα και τσέκαρα, ένα μυθιστόρημα, το Σάββατο βράδυ Κυριακή πρωί, που κυκλοφόρησε ένα χρόνο νωρίτερα από τη Μοναξιά, στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1986, και ύστερα κανείς ποτέ δεν ασχολήθηκε με αυτόν τον συγγραφέα, με τον οποίο τόσο είχα ενθουσιαστεί από την πρώτη επαφή που όχι απλώς έσπευσα να παραγγείλω το βιβλίο αλλά και να το διαβάσω άμεσα.

Η ιστορία ενός νεαρού εργάτη, του Άρθουρ, που τα καταφέρνει να βγάζει ένα καλό βδομαδιάτικο στο εργοστάσιο που δουλεύει, αποδίδοντας όσα του αναλογούν στον οικογενειακό κορβανά και έχοντας και λεφτά στην τσέπη για να βγει και να τριγυρίσει και να πιει και να διασκεδάσει και να γνωρίσει κορίτσια και να τα φλερτάρει τα σαββατόβραδα, τραβιέται με τη γυναίκα ενός συναδέλφου του, σύντομα και με την αδερφή της, θα τον πιάσουν, θα φάει και μια σφαλιάρα παραπάνω, θα γνωρίσει όμως και ένα άβγαλτο κορίτσι που θέλει υποσχέσεις και γάμους και παιδιά και ένα σπίτι, και ο Άρθουρ ζορίζεται μέσα σε αυτό, αλλά και το διαρκές σουλάτσο επίσης τον κουράζει, δεν είναι πως τα σκέφτεται όλα αυτά, αλλά συμβαίνουν, άπαξ και νιώσει κανείς γρανάζι του συστήματος, με τους πολέμους που προηγήθηκαν να μην υπήρξαν ένα καλό μάθημα, με νέους πολέμους να εμφανίζονται στον ορίζοντα, μια διάχυτη δυσθυμία αιωρείται, ένας καιροσκοπισμός, ένας ατομικισμός, πώς όχι. Παρότι κάπως παρωχημένο και κατά τόπους αφελές, με σημεία που έκανε κοιλιά, αφού εδώ έλειπε η σπιρτάδα των διηγημάτων, του ευρήματος, της κεντρικής ιδέας, εντούτοις ο Άρθουρ υπήρξε ένας συμπαθής αντιήρωας, χωρίς πολλά φτιασίδια και πομάδα στα μάγουλα, επομένως συχνά και αντιπαθής, και πέριξ αυτού ένα σύνολο χαρακτήρων αληθοφανών, μιλώντας από το 2026 για το 1950, ένα γαϊτανάκι γλυκόπικρο, το οποίο ο Σίλιτοου το έβαζε με άνεση σε κίνηση, χωρίς να αφήνει απέξω τη στράτευση, υπόγεια και υποδόρια, χωρίς να βαραίνει αλλά και χωρίς να αναχωρεί, καλή ρεαλιστική λογοτεχνία.

Πολύ αμφιβάλλω πως κάποιο άλλο βιβλίο του θα μεταφραστεί και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Άλαν Σίλιτοου, χάρηκα πολύ για τη γνωριμία.

* Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων, μτφρ. Θέμης Μιχαήλ, εκδόσεις Γράμματα
** Σάββατο βράδυ Κυριακή πρωί, μτφρ. Γιάννης Ευαγγελίδης, εκδόσεις Γράμματα
 
υγ. Για το Ο ληστής μαραθωνοδρόμος  περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!