Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουηδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουηδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025

Οι λεπτομέρειες - Ia Genberg

Προσδοκίες. Αυθαίρετες, υποκειμενικές. Αυτόνομα παρούσες. Χτυπούν την πόρτα και μπαίνουν και κάθονται, άλλοτε τις αναγνωρίζεις, το όνομα του συγγραφέα, η πρόταση μιας φίλης, ένα βραβείο, το θέμα, η χώρα, ο εκδοτικός οίκος, ο μεταφραστής, και άλλοτε σου μοιάζουν μυστήριες και ξένες, δεν ξέρεις γιατί σε επισκέφθηκαν, τι σου τάζουν πέρα από μια αόριστη διαβεβαίωση πως ίσως αυτό το βιβλίο να θέλεις να το διαβάσεις με τη μορφή κατεπείγοντος, άμεσα, τώρα, μόλις πήρε θέση στην προθήκη. Η Σουηδία ήταν κάτι που αναγνώριζα ως γεννήτρια προσδοκιών αντικρίζοντας τις Λεπτομέρειες. Πέρας τούτου ουδέν. Και τι με αυτό; Δεν δίστασα στιγμή να μιλάω γι' αυτό το βιβλίο, για το ένστικτο και τις προσδοκίες που είχα γι' αυτό το μικρής έκτασης μυθιστόρημα, διευκρινίζοντας, ακόμα και στον ίδιο μου τον εαυτό, πως δεν είχα θεμέλια για να στηρίξω τον ορίζοντα που με βιαστικές μολυβιές σκίτσαρα στο βάθος. Άλλο από την ανάγνωση δεν έμενε. Άργησα αλλά παράτησα ένα αδιάφορο βιβλίο, το αποφάσισα ενώ το άφηνα στο κομοδίνο λίγο πριν κλείσω τα μάτια μου να κοιμηθώ, ελπίζοντας πως θα σηκωθώ έγκαιρα ώστε να προλάβω το πρωί, ξεκούραστα και ήσυχα, να γυρίσω την πρώτη σελίδα από το επόμενο. Θα ήταν αυτό.

Μετά από μερικές μέρες με τον ιό στο σώμα μου, με πιάνει πυρετός και μου έρχεται η ιδέα να διαβάσω ξανά ένα συγκεκριμένο μυθιστόρημα και, μόλις κάθομαι στο κρεβάτι και το ανοίγω, καταλαβαίνω γιατί. Στην πρώτη λευκή σελίδα βρίσκω γραμμένο με μπλε στιλό, και με αναμφισβήτητα αναγνωρίσιμο γραφικό χαρακτήρα, τα εξής:

29 Μαΐου 1996
Περαστικά σου και γρήγορα. Στην κρεπερί Φίρα Κνοπ σερβίρουν γαλλικές τηγανίτες και μηλίτη. Περιμένω μέχρι τη μέρα που θα μπορέσουμε να πάμε ξανά εκεί.
Φιλιά (τα οποία προτιμούν τα χείλη σου), 
Γιοχάνα

Η ιδέα, σε συνθήκη ανημπόριας, να καταφύγεις σε ένα παλιό οχυρό, σ' ένα ασφαλές καταφύγιο, σε πείσμα του κινδύνου της απομάγευσης, είναι καθόλα οικεία, δεν είναι μόνο το βιβλίο αυτό καθαυτό, η γνώριμη, αν και ίσως στις λεπτομέρειες ξεχασμένη, ιστορία, το άνοιγμα της πρώτης σελίδας ανοίγει το κουτί των αναμνήσεων, ποιος ήσουν, με ποιον ήσουν, πώς ήσουν, πού ήσουν όταν το διάβασες, ίσως, από την ίδια την ανάγνωση, η συνθήκη εντός της οποίας έγινε να είναι πιο σημαντική, πιο καθοριστική, πιο δυνατή. Στην προκειμένη περίπτωση η αφηγήτρια επιθυμεί να διαβάσει ξανά την Τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ, ένα από τα πλέον εκκωφαντικά ντεμπούτα των τελευταίων δεκαετιών, απόφαση που μου υπενθύμισε πως είναι ένα βιβλίο που το σκέφτομαι συχνά, εκείνο το καλοκαίρι που κάθε μεσημέρι ο ουρανός άνοιγε και απελευθέρωνε με μανία την υδάτινη ροή, δώδεκα, δεκατρία χρόνια πριν, εκείνη, πίσω στο αφηγηματικό παρόν, γυρίζει την πρώτη σελίδα, διαβάζει την αφιέρωση, και τότε άρρωστη ήταν, αλλά δεν είναι αυτή η σύμπτωση το συγκλονιστικό, εκείνο ήταν το όνομα στο τέλος της αφιέρωσης, Γιοχάνα.

Δεν έχω την απαραίτητη σκευή ώστε να επιχειρηματολογήσω γιατί συμβαίνει, ή αν πάντα συνέβαινε, από τη μία αυτή η μανία με το πρωτότυπο, από την άλλη η δυσανεξία στο σιωπηλό, το ήπιο, το μη υπογραμμισμένα σημαντικό· ο φόβος μήπως χάσουμε τον χρόνο μας, πότε άραγε προέκυψε αυτή η συνισταμένη στην πράξη της ανάγνωσης, διαβάζοντας κάτι στο οποίο, γενικά και αόριστα λέμε, δεν συμβαίνει τίποτα, πέρα ίσως από την ίδια τη ζωή, κάποιου άλλου, του γράφοντος υποκειμένου. Πιπιλίζεται, και πιπιλιζόμενη χάνει το όποιο εμβαδόν αλήθειας, η άποψη πως πια είμαστε στην εποχή της καλλιτεχνικής ιδιωτείας, πια, λένε, δεν γράφεται οικουμενική λογοτεχνία, λες και οι ατομικές ιστορίες και η παρατήρηση του τριγύρω κόσμου δεν ήταν ανέκαθεν οι κύριες τροφοί της τέχνης του λόγου, λες και τα γράφοντα υποκείμενα και άρα και οι ιστορίες τους δεν ανήκουν στον σύνθετο και πολυποίκιλο κόσμο μας. Νιώθω, και πάλι δεν μπορώ να το αποδείξω, πως έχουμε να κάνουμε (και) με έναν κεκαλυμμένο ανταγωνισμό, πως αφού κάποιοι γράφουν, εκδίδονται και διαβάζονται, τότε κι εμείς ως μονάδες μπορούμε να κάνουμε το ίδιο, ίσως, ακόμα ακόμα, να μην το κάνουμε ακριβώς γιατί εκείνοι καταλαμβάνουν όλον τον διαθέσιμο χώρο.

Άφησα τα όσα έλεγα για τις Λεπτομέρειες, πριν ακόμα αρχίσω κιόλας να λέω γι' αυτές, για να κάνω την παραπάνω παρένθεση. Γιατί συνέβη αυτό; Ίσως γιατί προοικονόμησα αντιδράσεις άλλων αναγνωστών, ίσως γιατί, μπορεί και ταυτόχρονα, κάποια παράλληλη συζήτηση να έγινε και εντός μου, αυτή η πανταχού παρούσα ανάγκη πειστικής και ακριβής απάντησης στο ερώτημα γιατί μου άρεσε/γιατί δεν μου άρεσε ένα βιβλίο, αποτέλεσμα της οποίας, εν πολλοίς, είναι και αυτό το ίδιο το ιστολόγιο/ημερολόγιο ανάγνωσης.

Η Γένμπεργκ, άρρωστη και καταβεβλημένη από τον πυρετό, διασχίζει τα όρια του παρόντος, μπαίνει και μπλέκει στον λαβύρινθο της μνήμης και του παρελθόντος, των όσων απέμειναν, με όποιον τρόπο και αν αυτό συνέβη, από τότε παλιά. Όπως περιέγραψα παραπάνω την ανάγνωση, έτσι συμβαίνει και γενικότερα με τα περασμένα, το τι έγινε έχει προφανώς αξία και βάρος, αλλά είναι και τα γύρω τριγύρω παραφερνάλια που φωτίζουν αυτοβούλως την εικόνα, δημιουργώντας ένα καθοριστικό περίβλημα. Πρόσωπα που κάποτε υπήρξαν καθοριστικά και σημαντικά, αναπόσπαστο μέρος της τότε ζωής, τότε που ούτε μας περνούσε από το μυαλό, και αν το σκεφτόμασταν το αποδιώχναμε έντρομοι, πως υπήρχε η περίπτωση να χαθούν.

Χωρισμένο σε κεφάλαια αφιερωμένα στα πρόσωπα εκείνα που υπήρξαν και τώρα δεν υπάρχουν πια ως μέρος της ζωής της, η Γένμπεργκ χαμηλότονα, απόρροια ίσως και του πυρετού, πόσο αντιστικτική είναι εδώ η εικόνα που μας δημιουργεί η έκφραση πυρετώδης γραφή, ανασύρει και αναθυμάται τα πρόσωπα εκείνα και μέσω αυτών την ίδια, τότε παλιά. Γεννημένη το 1967, η Γένμπεργκ, που δεν προσπαθεί να μας πείσει πως είναι η ίδια η αφηγήτρια, το υποκείμενο της μνήμης και των συμβάντων, το θύμα ή ο θύτης, ανάλογα με την περίπτωση, έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής της στον αναλογικό κόσμο, τότε που μπορούσε εύκολα κάποιος να εξαφανιστεί απλώς μετακομίζοντας λίγους δρόμους παρακάτω, αρκεί να μην υπήρχε καταχώρηση με το όνομά του στον τηλεφωνικό κατάλογο, χωρίς την ψηφιακή διασύνδεση που μένει άψυχη να μας παραπλανά πως δεν χάνουμε τους ανθρώπους που δεν θέλαμε να χάσουμε αλλά χάσαμε, που τους χάσαμε ακόμα και αν δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Και αυτή η μεταβλητή είναι καθοριστική, πάντα κατά τη γνώμη μου, για την πρόσληψη της αφήγησης, της συγκεκριμένης ανάληψης από το παρελθόν.

Δεν με ενδιαφέρει αν η ιστορία που διαβάζω είναι πραγματική, μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια, ή επινοημένη, μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια. Διόλου δεν με ενδιαφέρει. Όταν διαβάζω, διαβάζω μια αφηγηματική κατασκευή, τον τρόπο κάποιου να αφηγηθεί μια ιστορία. Και, επαναλαμβάνοντας τα της διαίσθησης και της μη σκευής, πιστεύω ακράδαντα πως περισσότερες πιθανότητες έχει ένας συγγραφέας να μιλήσει οικουμενικά αν αυτό δεν αποτελεί προγραμματική πρόθεση, παρά το αντίθετο.

Η Γένμπεργκ γράφει με έναν τρόπο που με γοητεύει, στο μυαλό μου γυναικείο, που τις απαρχές τις εντοπίζω στη Γουλφ και μετέπειτα στον αγγλοσαξονικό κόσμο της γραφής, εγκεφαλικός χωρίς να λείπει το συναίσθημα, σίγουρα χωρίς να λείπει το συναίσθημα, αλλά όχι έρμαιο σε αυτό, μια γλώσσα ήπια, χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, με έναν χαρακτήρα οριακά στωικό, χωρίς να παραγνωρίζει ούτε τη δύναμη ούτε όμως και την αδυναμία. Διάβασα πρόσφατα Τα πρόσωπα της Δανής Τούβε Ντιτλέουσεν, γεννημένη πενήντα χρόνια πριν από τη Γιένμπεργκ, και τώρα, διαβάζοντας τις Λεπτομέρειες ένιωσα μια παράδοξη οικειότητα στη φωνή και τον τρόπο, μια συγγένεια που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στα της λογοτεχνίας αλλά αποδίδει, ή αφήνει την αίσθηση τέλος πάντων πως αποδίδει, ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά συστατικά.

Φιοριτούρες και εντυπωσιασμοί εδώ δεν υπάρχουν. Μια τέτοια απόπειρα θα ερχόταν σε ευθεία ρήξη με το προσωπικό, τότε ναι, το ατομικό θα επέπλεε στην επιφάνεια της ασημαντότητάς του, καθώς η στόχευση θα ήταν να προκαλέσει το συναίσθημα, θαυμασμό ή λύπηση μικρή σημασία έχει. Καμία σοφία δεν θα ξεστομίσω αν ισχυριστώ πως ο τρόπος έχει σημασία μεγαλύτερη από το περιεχόμενο, αυτός είναι που μπορεί μια απλή ιστορία, γιατί κάθε ατομική ιστορία στο πλάι της μεγάλης ιστορίας ούτε καν ορίζεται, να σταθεί ως αφήγηση. Και αν καταφέρει και σταθεί, τότε ίσως μπορέσει να ξεπεράσει τα αρχικά της όρια, εκείνα που αφορούν αποκλειστικά το υποκείμενα και τα τριγύρω από αυτό πρόσωπα της ιστορίας, και να δημιουργήσει κοινό έδαφος, έστω και αν όχι κοινής σύστασης, με το αναγνωστικό υποκείμενο. Και Οι λεπτομέρειες ήταν ακριβώς αυτό.

Η λογοτεχνία, όπως και όλα, δεν χωρίζεται στα δύο, αλλά γιορτάζει στο μεσοδιάστημα τους.

υγ. Για Τα πρόσωπα της Δανής Τούβε Ντιτλέουσεν έγραψα αυτό.

Μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης
Εκδόσεις Gutenberg

 

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

Το βιβλίο των χελιών - Patrik Svensson

Η περιέργεια ήταν αυτή που κέρδισε την αμφιβολία. Αυτή η αβεβαιότητα σχετικά με το τι είναι τελικά το χέλι δημιουργεί συχνά μια απόσταση. Οι άνθρωποι το φοβούνται ή νιώθουν αηδία. Είναι βλεννώδες, στριφογυριστό, μοιάζει με φίδι, λένε ότι τρώει ανθρώπινα πτώματα. Κινείται σε μέρη μυστικά, στο σκοτάδι, στον βόρβορο του βυθού. Το χέλι είναι ένα πλάσμα που δεν μοιάζει με κανένα άλλο και, όσο συνηθισμένο κι αν είναι -στα ποτάμια αλλά και στο τραπέζι μας-, πάντα παραμένει ένας ξένος. Σε αυτή την αβεβαιότητα αποδίδει ο συγγραφέας Πάτρικ Σβένσον την απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και το χέλι. Η αλήθεια είναι πως εγώ ελάχιστα γνώριζα για τα χέλια. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως δεν έχω ποτέ μου δοκιμάσει, αν και έχω μια ανάμνηση από τα παιδικά μου χρόνια, όταν ένας φίλος του πατέρα μου, φύλακας σε μια λιμνοθάλασσα, έφερε πεσκέσι ένα -στα μάτια μου- τεράστιο χέλι το οποίο και σούβλισαν. Ήταν η εποχή της άρνησης δοκιμής νέων γεύσεων. Πιάνοντας και ξεφυλλίζοντας το βιβλίο αυτό, μου δημιουργήθηκε όμως η περιέργεια,  να εντοπίσω τι ήταν εκείνο, πέραν της πρωτοτυπίας του θέματος, που ώθησε κάποιον να γράψει ένα βιβλίο για τα χέλια.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες συνειδητοποίησα πως το βιβλίο αυτό δεν ήταν του γούστου μου από λογοτεχνικής άποψης, και όμως συνέχισα να το διαβάζω, αν και με κάποια διαστήματα δυσφορίας, ακριβώς για το θέμα του, ήθελα, δηλαδή, να μάθω περισσότερα για τα χέλια, και είχε περάσει καιρός από την τελευταία φορά που διάβαζα ένα λογοτεχνικό βιβλίο επιθυμώντας να μάθω πράγματα παραμερίζοντας την αναγνωστική απόλαυση από τον θρόνο του κυρίως ζητούμενου. Όσο περίεργο και αν ακούγεται, με το χέλι έχουν ασχοληθεί αρκετοί, ξεκινώντας ήδη από τον Αριστοτέλη, επιχειρώντας να προσδιορίσουν την ακριβή του φύση, αν πρόκειται για ψάρι, για παράδειγμα, αλλά και να απαντήσουν σε διάφορα ερωτήματα ακόμα σχετικά με την αναπαραγωγή του κυρίως, ερώτημα που ακόμα και σήμερα δεν έχει απαντηθεί σε απόλυτο βαθμό. Η ιστορία της έρευνας σχετικά με τα χέλια αποτελεί το ένα σκέλος της αφήγησης, η οποία εναλλάσσεται με τη σχέση του συγγραφέα με τα χέλια, τα οποία με μανία ψάρευαν με τον πατέρα του. Αυτό το αυτοβιογραφικό σκέλος, αν και αδύναμο λογοτεχνικά, επιτείνει την αξιοπερίεργη φύση του βιβλίου αυτού. Παρότι η σχέση πατέρα-γιου αποτελεί ένα ιδιαιτέρως δημοφιλές θέμα στην ιστορία της λογοτεχνίας, η αλήθεια είναι πως δυσκολεύομαι να ανακαλέσω κάποια άλλη αντίστοιχη περίπτωση.

Το βιβλίο των χελιών είναι ένα αυτοβιογραφικό υβρίδιο, δύσκολο στη λογοτεχνική του κατηγοριοποίηση, αφού δεν είναι ακριβώς δοκίμιο, παρότι έχει αρκετά από τα χαρακτηριστικά του είδους, ούτε όμως και πεζογράφημα με τη συνηθισμένη χρήση του όρου. Εκείνο που επιτείνει την αβεβαιότητα, αλλά εν πολλοίς καθορίζει και την αναγνωστική πρόσληψη, έγκειται στα κίνητρα του Σβένσον, σε εκείνα τουλάχιστον που ο αναγνώστης -νιώθει την ανάγκη να- διακρίνει. Το χέλι ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον συγγραφέα και τον πατέρα του μοιάζει να αποτελεί το βασικό κίνητρο τόσο για το ενδιαφέρον του Σβένσον για τα χέλια όσο και για την απόφασή του να γράψει ένα βιβλίο γι' αυτά. Η έρευνα του συγγραφέα και οι παραπομπές στη βιβλιογραφία σχετικά με τα χέλια εντυπωσιάζουν κυρίως λόγω του θέματος, και μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό ικανοποιητικές. Και αυτό είναι το δυνατό σημείο του βιβλίου, η γνώση που αποκομίζει ο αναγνώστης για το εν πολλοίς άγνωστο αυτό πλάσμα, αλλά και για τις απόπειρες των επιστημόνων να απαντήσουν στα διάφορα ερωτήματα σχετικά με αυτό. Ταυτόχρονα όμως το βιβλίο διαθέτει και δύο αδύναμα σημεία. Το ένα είναι εκείνο που έχει να κάνει με το κομμάτι της σχέσης πατέρα-γιου. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι τόσο η λογοτεχνική αδυναμία, που για αρκετούς λόγους θα μπορούσε να παραβλεφθεί, όσο το αποτυχημένο -ακριβώς επειδή είναι ορατό και δείχνει επιτηδευμένο- συναισθηματικό και κάπως ψευδοποιητικό της πασπάλισμα. Το δεύτερο αδύναμο σημείο είναι η επιχειρούμενη ύφανση συσχετισμών που δεν προκύπτουν αυταπόδεικτα αλλά αποτελούν υποθέσεις του συγγραφέα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την επαναλαμβανόμενη απόπειρα συσχέτισης της πρώιμης ενασχόλησης του Φρόιντ με τα χέλια και του μετέπειτα θεωρητικού του έργου. Η εσάνς περιβαλλοντολογικού προβληματισμού ήταν αναμενόμενη εξ αρχής.

Συνοψίζοντας, Το βιβλίο των χελιών είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο, η ανάγνωση του οποίου προσφέρει περισσότερο γνώση και δευτερευόντως αναγνωστική απόλαυση. Το χέλι αποδείχτηκε περισσότερο σύνθετο και γοητευτικό απ' όσο ανέμενα ή μπορούσα να φανταστώ.

Μετάφραση Αγγελική Νάτση
Εκδόσεις Μεταίχμιο 

         

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Δόκτωρ Γκλας - Hjalmar Söderberg






Κάθομαι μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και γράφω - για ποιον όμως; Όχι για κάποιον φίλο ή φίλη, ούτε καν για τον εαυτό μου, αφού δεν διαβάζω σήμερα αυτό που έγραψα χθες και ούτε πρόκειται να το διαβάσω αύριο. Γράφω για να κουνάω το χέρι μου, η σκέψη μου κινείται μόνη της· γράφω για να σκοτώσω τις ώρες της αγρύπνιας μου. Μα γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ; Δεν έχω κάνει τίποτα κακό.
Η αγρύπνια, για τον αποκαμωμένο που στριφογυρνά στα σκεπάσματα, φαντάζει με άγριο σπόρο που έχει βλαστήσει ως ενοχή και βαραίνει τη συνείδηση. Ο νεαρός γιατρός Γκλας αναρωτιέται: Μα γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ; Δεν έχω κάνει τίποτα κακό. Κάθεται μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και γράφει, χωρίς να ξέρει για ποιον, προσπαθώντας να σκοτώσει τις ώρες αυτές. Το ημερολόγιο μοιάζει με ένα απολογητικό σημείωμα, όσο και αν εκείνος πεισματικά το αρνείται, στο οποίο καταγράφει όσα έκανε και όσα σκέφτηκε κατά τη διάρκεια της μέρας που πέρασε, μία επίπονη επαναθεώρηση χωρίς το φίλτρο των ονείρων.

Η σύγχρονη, και όχι η εκ των υστέρων, ημερολογιακή καταγραφή φέρνει αντιμέτωπους τον αφηγητή και τον αναγνώστη, με λίγες μόνο ώρες διαφορά, με τα γεγονότα της ζωής του Γκλας, ξεκινώντας από όσα συνέβησαν τη δωδεκάτη Ιουνίου, όπως τη συνάντησή του με τον πάστορα Γκρεγκόριους, για τον οποίο τρέφει μεγάλη αντιπάθεια, συνάντηση η οποία του έφερε στο νου την παράξενη συμπεριφορά της νεαρής γυναίκας του, λίγες μέρες πριν, όταν τον επισκέφτηκε στο ιατρείο και ενώ περίμενε καρτερικά να φύγει και ο τελευταίος ασθενής, έφυγε χωρίς να εξηγήσει τους λόγους της επίσκεψής της, λέγοντας πως θα επέστρεφε την επομένη. Ο απολογητικός χαρακτήρας του ημερολογίου εντείνεται από την επιμονή του αφηγητή να μιλήσει για τον εαυτό του, να εξηγήσει διάφορα στοιχεία του χαρακτήρα του, να πληροφορήσει τον άγνωστο αναγνώστη για διάφορες λεπτομέρειες, όπως η οικονομική κατάρρευση του πατέρα του, η απουσία ερωτικών σχέσεων με το άλλο φύλο, η ατυχής επαγγελματική του επιλογή, και άλλες αντίστοιχες λεπτομέρειες ήδη γνωστές στον ίδιο.

Μέσα από τις καθημερινές ημερολογιακές καταχωρίσεις και παράλληλα με τη ζωή του αφηγητή γνωρίζουμε τις συνθήκες που επικρατούν σε κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και ενεργούν οι κάτοικοι της Στοκχόλμης των αρχών του εικοστού αιώνα, τα ζητήματα που ταλανίζουν την κοινωνία σε πρακτικό αλλά και σε φιλοσοφικό -κυρίως θεολογικό- επίπεδο. Όπως για παράδειγμα το ζήτημα της έκτρωσης για το οποίο ο Γκλας έχει σταθερή και αντίθετη άποψη, περισσότερο από τον φόβο των συνεπειών παρά από μία θρησκευτική υποταγή. Όμως εκείνο που τελικά θα του ζητήσει η νεαρή γυναίκα του πάστορα, όταν τελικά επιστρέψει στο ιατρείο του, είναι να την προστατέψει από τη σεξουαλική επιθυμία του συζύγου της, για τον οποίο δεν νιώθει καμία ερωτική έλξη. Για τη νεαρή και όμορφη γυναίκα ο Γκλας νιώθει μία συμπάθεια, κατά τον αναγνώστη ερωτική, κάτι το οποίο ο συναισθηματικά αδαής Γκλας δεν μπορεί να διακρίνει καθαρά, και έτσι αντανακλαστικά αποφασίζει να τη βοηθήσει, μεσολαβώντας ως ο μοναδικός ίσως που έχει το δικαίωμα αυτό. Βλέποντας όλες τις παραινέσεις του προς τον πάστορα να πέφτουν στο κενό αρχίζει να σκέφτεται τον φόνο, σκέψη που, εκτός από βοηθητική για τη νεαρή γυναίκα, μοιάζει να δίνει νόημα στην έως τότε αδιάφορη ζωή του.

Και αν αρχικά η ανάγνωση του βιβλίου φέρνει στο νου τον σπουδαίο Στρίντμπεργκ και το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Μόνος, η συνέχειά της οδηγεί στον Ξένο του Καμύ, που ήρθε, κάποιες δεκαετίες αργότερα, να σφραγίσει λογοτεχνικά το κίνημα του υπαρξισμού. Η υπόγεια αγωνία που διακατέχει τον αφηγητή, και που θα αναδυθεί στην επιφάνεια με όλο της το μεγαλείο όταν θα βρεθεί αντιμέτωπος με το ζήτημα της δολοφονίας, δίνει νεύρο στην προσωποκεντρική αφήγηση και σταδιακά εμπλέκει συναισθηματικά τον αναγνώστη, μετατρέποντας έναν φαινομενικά αδιάφορο χαρακτήρα σε έναν αξέχαστο λογοτεχνικό ήρωα. 
Μου έρχεται να πατήσω αυτό το ελατήριο που ανοίγει το μικρό μυστικό συρτάρι. Φυσικά ξέρω τι υπάρχει εκεί μέσα: μόνο ένα μικρό στρογγυλό κουτί με χάπια. Δεν θέλω να τα βάλω στο ντουλάπι που έχω τα φάρμακα, θα μπορούσε να γίνει κάποιο μπέρδεμα και αυτό δεν θα ήταν καθόλου καλό. Τα έφτιαξα εγώ ο ίδιος πριν από κάποια χρόνια, και έχουν μέσα λίγο κυανιούχο κάλιο. Δεν μου περνούσε από το μυαλό να αυτοκτονήσω εκείνο τον καιρό που τα έφτιαξα. Απλώς θεώρησα ότι ένας συνετός άνθρωπος οφείλει πάντα να είναι προετοιμασμένος.
Η συγκλονιστική αυτή σκέψη, το ακαριαία θανατηφόρο χάπι που δίνει τον απόλυτο έλεγχο επί της ζωής, κάτι το οποίο πρωτοδιάβασα πριν από πολλά χρόνια σε κάποιο βιβλίο του Κούντερα, και ακόμα με συγκλονίζει, αυτό που ο Καμύ ισχυρίστηκε πως αποτελεί το μοναδικό φιλοσοφικό ερώτημα.
 
Ο Δόκτωρ Γκλας κυκλοφόρησε το 1905 και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, με τον συγγραφέα να κατηγορείται πως με όχημα τον νεαρό γιατρό διατύπωνε προσωπικές θέσεις και απόψεις, αρκετά προκλητικές για την εποχή. Η απλότητα του μυθιστορήματος αυτού βρίσκεται μόνο στην επιφάνεια, δουλεμένη με μαστοριά, ώστε να καλύπτει σαν δέρμα τις αρθρώσεις και τις αρτηρίες.



Μετάφραση Αγγελική Νάτση
Εκδόσεις Printa

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

Ίσιντορ και Πάουλα - Ola Nilsson





Αν νομίζεις πως αλλάζοντας όνομα θα σβήσεις το παρελθόν, απατάσαι. Αν νομίζεις πως αλλάζοντας τόπο θα σβήσεις το παρελθόν, απατάσαι. Αν νομίζεις πως εμπιστευόμενος τον χρόνο θα σβήσεις το παρελθόν, απατάσαι. Και τι να κάνω τότε; Να παλέψεις με το παρελθόν. Και ας μην τα καταφέρεις ποτέ ολοκληρωτικά. Να είσαι τυχερός και να έχεις κάποιον να σου σταθεί όταν το έδαφος τρέμει. Και ας μην πάψει ποτέ το έδαφος να τρέμει εντελώς.
Ο Ίσιντορ και η Πάουλα: μαζί αδιαφορούν για τα μεγάλα κατορθώματα με το κεφάλι ψηλά. Λες και το να μένουν στην ησυχία τους ήταν ένα ακόμη μεγαλύτερο επίτευγμα, κάτι πολύ ευγενέστερο.
Είναι η ιστορία του Ίσιντορ και της Πάουλα, που δεν τους έλεγαν πάντα Ίσιντορ και Πάουλα, όμως εκείνοι, φεύγοντας, επέλεξαν νέα ονόματα, ελπίζοντας να κρυφτούν καλύτερα από ό,τι τους κυνηγούσε· τραύματα και αναμνήσεις.

Εκείνος δουλεύει ως οδηγός στον υπόγειο σιδηρόδρομο της Στοκχόλμης, εκεί που οι περισσότεροι βιάζονται να βρεθούν κάπου αλλού, εκεί που καταφεύγουν όσοι χάνονται, τρεκλίζοντας ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Εκείνη προσπαθεί, τις περισσότερες φορές δεν τα καταφέρνει, αναγνωρίζει πια τα οριακά σημεία και ζητάει βοήθεια, μέχρι να πατήσει στα πόδια της ξανά. Εκείνος στέκεται στο πλευρό της, όπως μπορεί και όσο εκείνη του επιτρέπει, ακολουθώντας το ένστικτο και το συναίσθημα. Δεν ξέρει πώς αλλιώς. Εκείνη τον διώχνει μακριά, όταν δεν τον αντέχει ή όταν θέλει να τον προστατεύσει. Συνήθως αυτά συνυπάρχουν ταυτόχρονα στο μυαλό της.

Το σκοτάδι εναλλάσσεται με το φως, το σκοτάδι διαρκεί περισσότερο και η ταχύτητα διέλευσης είναι μεγάλη, το φως διαρκεί λιγότερο, όμως η ακινησία είναι ανακουφιστική. Τα βάθη της πόλης. Οι σήραγγες που ενώνουν τους σταθμούς, η εμπιστοσύνη που πρέπει κάποιος να δείξει στις ράγες και στο κέντρο ελέγχου κυκλοφορίας. Αυτά όμως ισχύουν μόνο για τα τρένα και όχι για την ανθρώπινη ψυχή.

Ο Νίλσον ξέρει πως κάποια πράγματα δεν πρέπει να κατονομαστούν, κάποιες λέξεις δεν πρέπει να ειπωθούν, το βάρος τους θα είναι περιττό και συναισθηματικά εκβιαστικό. Επιχειρεί να αποδώσει την ιστορία των δύο ηρώων με ακρίβεια μέσα σ' ένα περιβάλλον λεκτικά ποιητικό και αφηγηματικά αφαιρετικό, όχι για να ξεφύγει, όχι για να ωραιοποιήσει, όχι για να λάβει τα παράσημα ως συγγραφέας, αλλά γιατί έτσι πιστεύει πως η ιστορία θα λειτουργήσει, και επειδή αυτός είναι ο στόχος του εξ αρχής, καταφέρνει, με επιμονή και ταλέντο, να ανασυνθέσει τον μύθο του Ορφέα και της Ευριδίκης, εκκινώντας από το ποίημα του Ρίλκε και καταλήγοντας στον Μπέργκμαν, σε ένα μυθιστόρημα ολιγοσέλιδο αλλά πυκνό, γεμάτο με εικόνες και συναισθήματα. Ένα μυθιστόρημα για το χέρι που πότε πρέπει να απλώσουμε και πότε να πιάσουμε, ελπίζοντας στην έξοδο από το σκοτάδι στο φως ή, για την ακρίβεια -και καθαιρώντας το φως από τον θρόνο του-, στην ανακάλυψη του διακόπτη που θα μας επιτρέπει την κατά βούληση εναλλαγή ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι -παρά τα όποια κατά καιρούς τεχνικά προβλήματα.

Μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης
Εκδόσεις Καστανιώτη   

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Μόνος - August Strindberg




Ύστερα από δεκάχρονη παραμονή στην επαρχία, ξαναβρίσκομαι στη γενέθλια πόλη μου και κάθομαι τώρα σ' ένα μεσημεριανό τραπέζι μαζί με τους παλιούς φίλους.
Με όποιες προσδοκίες ή σκέψεις και αν επιστρέψει κανείς, κάποτε, στην παλιά του ζωή, στη γενέθλια πόλη του για παράδειγμα, αναπόφευκτα, ακόμα και ενάντια στις προσδοκίες ή τις σκέψεις που προηγήθηκαν της επιστροφής αυτής, θα βρεθεί να αναζητά την επανασύνδεση με το νήμα εκείνο, η συνέχεια του οποίου διακόπηκε με την αναχώρησή του. Τότε, κατά πάσα πιθανότητα, θα διαπιστώσει, με κάποια θλίψη -ή ίσως ανακούφιση-, πως η τομή δεν γίνεται να αποκατασταθεί, πως ένα χάσμα υπάρχει να χωρίζει εκείνον από εκείνους τους παλιούς φίλους, πως οι ζωές -και πώς όχι;- εξελίχθηκαν διαφορετικά, οι υποσχέσεις και τα κοινά όνειρα ματαιώθηκαν. Δύο δρόμοι θα ανοίξουν τότε μπροστά σε εκείνον που επιστρέφει, από τη μία η απόπειρα για δημιουργία νέων συνεκτικών ιστών, από την άλλη η μοναξιά.

Ο συγγραφέας, επιτυχημένος πια, επιστρέφει εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Συναντά στο καφενείο τους παλιούς του φίλους και διαπιστώνει πως δεν υπάρχει πια εκείνο το παλιό συναίσθημα οικειότητας. Νοικιάζει δύο δωμάτια επιπλωμένα, και σιγά σιγά προσαρμόζεται σ' αυτό το νέο περιβάλλον. Συνεχίζει να δουλεύει, αναζητώντας την έμπνευση λίγο στο παρελθόν και λίγο στο παρόν, ο ρόλος του παρατηρητή τού ταιριάζει, περιφέρεται στην πόλη, επιλέγοντας δρόμους κεντρικούς ή ερημικούς, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμή και την εποχή του χρόνου. Στοχάζεται πάνω στη νέα αυτή κατάσταση, επιχειρεί να ορίσει τον εαυτό του απέναντι στο θηρίο της μοναξιάς, θηρίο, που με την κατάλληλη εσωτερική δύναμη και αντιμετώπιση, δεν αποκλείεται να εξημερωθεί και να μετατραπεί σε συνοδοιπόρο ζωής. Συνειδητοποιεί πως η ύπαρξη εναλλακτικής, κυρίως λόγω της οικονομικής του δυνατότητας, τον ανακουφίζει, του προσφέρει την αίσθηση πως η παρούσα κατάσταση δεν αποτελεί μονόδρομο μα επιλογή. Δεν αναφέρεται  ευθέως στα θεατρικά έργα που γράφει εκείνη την περίοδο, αν και παραθέτει διάφορα σκηνικά που του προσφέρουν έμπνευση, όπως η παρατήρηση από το χωρίς κουρτίνα παράθυρο μιας συντροφιάς συγκεντρωμένης γύρω από ένα τραπέζι ή η διασταύρωση με εκείνους τους άλλους περιπατητές των δρόμων.

Πέραν της δεδομένης αφηγηματικής ικανότητας του Στρίντμπεργκ, εκείνο που κάνει το αυτοβιογραφικό αυτό κείμενο ξεχωριστό είναι η αλήθεια που περιέχει. Η μάχη ενάντια στη μοναξιά και τη θλίψη, η διαχείριση του νεκρού χρόνου, το αίσθημα ανακούφισης κατά τη βραδινή κατάκλιση, η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή μέσα από το άγγιγμα με αγνώστους στο τραμ, η -υποχρέωση για- δημιουργία και τα αισθήματα απέναντι στους κοντινούς του ανθρώπους συνθέτουν το πορτρέτο ενός ανθρώπου αληθινού, με οξεία παρατήρηση του εαυτού, με διάθεση (αυτο)κριτικής και στοχασμού. Η αντιμετώπιση του παρελθόντος, το οποίο ο χρόνος έχει ντύσει με έναν μανδύα νοσταλγίας, το παρόν που δυσκολεύει και ανακουφίζει την ίδια στιγμή, το μέλλον που πλησιάζει με απειλές και υποσχέσεις.

Το Μόνος, πέρα από ένα σπουδαίο λογοτεχνικά κείμενο, είναι σημαντικό γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης και τις οπτικές γωνίες ενός σημαντικού θεατρικού συγγραφέα. Η συγκεκριμένη έκδοση βασίστηκε στη μετάφραση του Ε. Χρυσάφη, που κυκλοφόρησε στις αρχές του εικοστού αιώνα, διορθωμένη και επιμελημένη από τις εκδόσεις Σκαρίφημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ε.Ι. Χρυσάφης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

En duva satt på en gren och funderade på tillvaron (2014)




Η καινούρια ταινία του Ρόι Άντερσον, Ένα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί, συλλογιζόμενο την ύπαρξή του, προβάλλεται στους κινηματογράφους. Ποντάρισμα σίγουρο, προσδοκίες δικαιολογημένες, προσμονή. Δευτέρα βράδυ σινεμά.

Στην εποχή που η λέξη παραγωγικότητα γνωρίζει το ύψιστο μέχρι το επόμενο απόγειο της κενής δόξας της, ταιριάζοντας σε καταστάσεις μέχρι πρότινος ξένες προς αυτή, γυμνωμένη από οποιαδήποτε ίχνη εργατικότητας και επιμονής, που ίσως διέθετε κάποτε, λήμμα κυρίαρχο της οικονομικής ορολογίας, προσόν απαραίτητο στη βιομηχανία του θεάματος, μετρήσιμη όπως ο κάθε ψυχρός συντελεστής. Στην εποχή αυτή, λοιπόν, υπάρχουν, εξαιρέσεις του κανόνα, δημιουργοί, όπως ο Ρόι Άντερσον εν προκειμένω, που αφήνουν τον χρόνο να μεσολαβήσει ανάμεσα σε κάθε ταινία, και επανερχόμενοι αφήνουν το προσωπικό στίγμα τους ξανά καθαρό επικρατώντας της λήθης, διαψεύδοντας όσους ισχυρίζονται πως το φιλοθεάμον κοινό πάσχει από μνήμη ασθενή και πλήθος ερεθισμάτων. Μία ταινία κάθε εφτά χρόνια, σκηνοθετεί ο Σουηδός, αλλά τι ταινία.

Κάθε καλοκαίρι, στα πλαίσια του Ταινιοράματος που οργανώνει το Άστυ, περνώ μια βόλτα να δω ξανά, ακόμα μια φορά, είτε τα Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο, είτε το Εσείς οι ζωντανοί, είτε και τα δύο, για να βρεθώ πάλι σε αυτό τον ανοίκεια γνώριμο κόσμο του Άντερσον, όχι για να καταλάβω, μα για την επαναβίωση της οπτικής εμπειρίας, το αργό βύθισμα στα σταθερά κάδρα, με τη διάθεση για γέλιο ηχηρό να πνίγεται στη θλίψη. Την ικανότητά του να παραμερίζει την ανάγκη για λογική επεξήγηση του συναισθήματος, την υποχρέωση της μαθηματικής απόδειξης, την ικανότητά του αυτή απολαμβάνω κάθε φορά.

Αυτή την ελευθερία ένιωθα όταν βγήκα από την αίθουσα με την επιθυμία για επανάληψη κιόλας παρούσα και το μοτίβο των τηλεφωνικών συνομιλιών να δημιουργεί μια παραμορφωμένη ηχώ στην άδεια Αθήνα: Χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά. Είπα πως χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά.

 
Ήταν μια κρύα βραδιά, ίσως η πιο κρύα ως τώρα.