Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βέλγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βέλγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Λογαριασμοί που κλείνουν για να μείνουν ανοιχτοί (μέρος Α')

Και αυτές οι λίστες, πώς μεγαλώνουν, με τρόπους διάφορους, της επιμονής και της συγκυρίας, μεταξύ άλλων, αλλά κυρίως: διαβάζοντας· γεγονός που διόλου, αν και φαινομενικά, παράδοξο δεν είναι, διαβάζοντας, λοιπόν, οι λίστες αντί να μικραίνουν μεγαλώνουν. Διάβασες ένα βιβλίο, σου άρεσε, τσεκάρεις την υπόλοιπη εργογραφία, ποια έχουν μεταφραστεί, ποια κυκλοφορούν, η λίστα μεγαλώνει, ένας ακόμη συγγραφέας. Να μια εκδοχή των πραγμάτων.

Βιβλίο Ι, Να συνεχίζεις, Λωράν Μωβινιέ, μτφρ. Ισμήνη Δούκα, εκδόσεις Σοκόλη

Έντεκα χρόνια πριν, ένα μικρό σε μέγεθος βιβλίο, ένα πρωί, με διέλυσε, το διάβασα και δεύτερη και τρίτη φορά, μάλλον το χάρισα ή το δάνεισα, δεν το βρίσκω πια ανάμεσα στα ετοιμόρροπα ράφια, μπορεί και κάπου να έχει κρυφτεί, Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη (μτφρ. Σπύρος Γιανναράς, εκδόσεις Άγρα), από τότε θυμάμαι: μια άνευ σημασίας μικροκλοπή σ' ένα σούπερ μάρκετ, ένα πραγματικό γεγονός, η δολοφονία του ενόχου από τον σεκιουριτά, κυρίως όμως τον τρόπο με τον οποίο ο, άγνωστος ως τότε σε μένα, Λωράν Μωβινιέ κέντησε σε μια και μόνη περίοδο την ιστορία αυτή, και όταν αυτό συμβαίνει, το απεχθές περιεχόμενο να δίνεται αριστοτεχνικά, να μην μπορείς να το αφήσεις από τα μάτια σου παρά την οργή, τη φρίκη, τον ζόφο, η καλή λογοτεχνία το κάνει αυτό, η τέχνη εν γένει το κάνει αυτό, ανάμεσα σε τόσα άλλα, δεν μας αφήνει να αποστρέψουμε το βλέμμα.

Κάπου στην άκρη του μυαλού μου, ένας φάκελος είχε δημιουργηθεί, Λωράν Μωβινιέ. Ως τότε κάτι άλλο δικό του δεν είχε κυκλοφορήσει. Το Να συνεχίζεις κυκλοφόρησε το 2021, δεν το πήρα χαμπάρι, η πλήρης εποπτεία της εκδοτικής παραγωγής είναι ανέφικτη, δεν είναι δικαιολογία αυτό, είναι μια πραγματικότητα. Κάπου, κάπως, μέσα στον χειμώνα, χάζευα μεταχειρισμένα βιβλία, το όνομα του συγγραφέα κάτι μου θύμισε, όπα, τι έχουμε εδώ! Φτιάχνοντας τη στοίβα με τα βιβλία της διακοπής, το πρόσθεσα, στην υποκατηγορία βιβλία συγγραφέων που μου άρεσαν πολύ τα προηγούμενά τους.

Τι βιβλίο! Όσα και αν προσδοκούσα, δεν ήταν αρκετά, ενθουσιασμός. Ένα χωρισμένο από χρόνια ζευγάρι, ένας έφηβος γιος που εμπλέκεται σε μια απόπειρα ομαδικού βιασμού, η μητέρα αποφασίζει να πάρει τον έλεγχο, πουλάει όσα έχει στο όνομά της ώστε να χρηματοδοτήσει ένα ταξίδι στο Κιργιστάν με τον γιο της, ένα ταξίδι με άλογα σε εκτάσεις αχανείς. Αν είχα διαβάσει το οπισθόφυλλο, μη γνωρίζοντας τον συγγραφέα, μάλλον θα το προσπερνούσα, αυτό δεν σημαίνει πως το οπισθόφυλλο δεν είναι ακριβές, σημαίνει απλά και μόνο πως είτε τα λέμε φίλτρα είτε κολλήματα, όταν πρόκειται να επιλέξουμε ένα βιβλίο, αυτό πάντοτε γίνεται εις βάρος ενός άλλου.

Η αφήγηση ξεκινάει από τη μέση των πραγμάτων, οι δυο τους κάνουν ήδη το ταξίδι, «Την προηγούμενη νύχτα, ο Σαμυέλ και η Σιμπύλ αποκοιμήθηκαν βλέποντας τ' άλογα να χάνονται πίσω από τ' άγρια σκιάδια και τις συστάδες λουλουδιών στους ορεινούς λειμώνες· παγετώνες, βουνά, πυκνά σύννεφα, η κούραση σ' ολόκληρο το σώμα και η νύχτα κάτω από τ' άστρα, στην κορυφή ενός λόφου που σχημάτιζε το ιδεώδες πλάτωμα για δύο σκηνές». Εν συνεχεία, παράλληλα με το ταξίδι, ο Μωβινιέ αριστοτεχνικά θα εμπλέξει διάφορα αφηγηματικά κλαδιά, αναλήψεις από το παρελθόν, το μακρινό και το κοντινό, θα εστιάσει πότε στον έναν και πότε στην άλλη, θα φέρει τη Γαλλία στο Κιργιστάν, τις προετοιμασίες, τις προσδοκίες, τις ενστάσεις και τις δυσκολίες, την περιπέτεια να ιππεύεις σε μια άγνωστη επικράτεια, εκεί που η φύση είναι υπεύθυνη, η θεά αν προτιμάτε, και το κάνει αριστοτεχνικά, όχι μόνο γιατί πιάνει και αφήνει τα κορδόνια κίνησης χωρίς κραδασμούς στις συνδέσεις και τις μεταβάσεις, αλλά, κυρίως, γιατί ενώ φλερτάρει έντονα με τον εξωτικισμό και τον αναχωρητισμό, με το μελό και τον εσωτερισμό, με ένα πίστεψε σε σένα, πάρε τη ζωή στα χέρια σου, με όλα αυτά που θα μπορούσαν κατά μόνας ή σε ομάδες συστατικών να συνθέτουν μια κακή λογοτεχνία/φιλοσοφία/βοήθεια, ο Μωβινιέ τα μεταχειρίζεται με έναν τρόπο συγκλονιστικό, να τα κλισέ χτυπούν την πόρτα, δεν έχει σημασία, λένε, το τι, αλλά το πώς, καλά λένε.

υγ. Για το Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη, περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 

Βιβλίο ΙΙ, Ορλάντα, Ζακλίν Αρπμάν, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, εκδόσεις Αλεξάδνρεια

Τη χρονιά που πέρασε διάβασα το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες, δεν γνώριζα τη συγγραφέα, το βιβλίο μεταφράστηκε εκ νέου και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αίολος σε μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά, υπήρχε ήδη ένα χάιπ σχετικό, διαβάζοντάς το αντιλήφθηκα το γιατί ένα βιβλίο τριάντα χρόνια μετά αποκτά δημοφιλία, πολλές αναγνώστριες το είχαν κιόλας διαβάσει στα αγγλικά ή στο πρωτότυπο, λειτούργησαν και αυτές ως ξερά κλαδάκι για τη φωτιά, κάπως έτσι κι εγώ το διάβασα, μου το επισήμαναν. Τελειώνεις ένα βιβλίο που σου άρεσε κτλ κτλ τα είπαμε παραπάνω, υπήρξε στα ελληνικά ακόμα ένα δικό της, το Ορλάντα, λέω υπήρξε γιατί πλέον δεν κυκλοφορεί, ως εξαντλημένο εμφανίζεται, πρόσθετη αξία η αναζήτηση, η εύρεση προσφέρει μια πρώτη ικανοποίηση, το κυνήγι του χαμένου θησαυρού που στέφθηκε με επιτυχία, μια χαρά παιδαριώδης, δική σας ευθύνη η ανάγνωση της λέξης.

Ήταν Αύγουστος και ένιωθα την ελευθερία —δική μου η φυλακή αλλά μπόνους η διακειμενική αναφορά στο Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες— να διαβάσω ό,τι θέλω χωρίς να σκέφτομαι επαγγελματικά ως υπάλληλος βιβλιοπωλείου, πως πρέπει να είμαι ενημερωμένος, γιατί άντε και πρότεινα σε κάποιον την Ορλάντα, μετά τι θα του έλεγα, τρέξε πάρε σβάρνα τα παλαιοβιβλιοπωλεία και ψάξε;

Η λογοτεχνία, η συγγραφή και η ανάγνωσή της, δύναται να είναι επικίνδυνη στάση ζωής. Ας πούμε, η Αλίν, περιμένοντας στον σταθμό του τρένου την αμαξοστοιχία για Βρυξέλλες, διάβαζε Βιρτζίνια Γουλφ, με ένα ενδιαφέρον έντονα ακαδημαϊκό, γύρευε ξανά και ξανά, τα ερμηνευτικά κλειδιά να αποκωδικοποιήσει, να κάνει χρήση του τι θέλει να πει η ποιήτρια, και τότε, αφού σήκωσε το βλέμμα, αντίκρισε έναν νεαρό και αποφάσισε, ακαριαία και χωρίς δεύτερη σκέψη των κινδύνων, ένα κομμάτι της, το πιο αρσενικό, η Ορλάντα, να μετοικίσει στο κορμί του ευειδούς νέου, να το καταλάβει, να χωριστεί έτσι στα δύο. Αυτή είναι η σύμβαση την οποία μετέρχεται η συγγραφέας, αυτή είναι η σφυρίχτρα ώστε το παιχνίδι να αρχινίσει, ναι, το παιχνίδι. Το εύρημα αυτό, που δεν ανήκει ακριβώς στο κυρίως σώμα της λογοτεχνίας του φανταστικού, αλλά περισσότερο βασίζεται σε μια διάθεση παιγνιώδους διακειμενικότητας και συνομιλίας, που ταυτόχρονα βρίσκεται εντός του ευρύτερου πεδίου ενδιαφέροντος  της ψυχαναλύτριας συγγραφέα.

Το αποτέλεσμα υπήρξε πολύ ενδιαφέρον, η ανάγνωση κυλούσε, τα διακειμενικά νήματα ήταν παρόντα, η διάθεση για παιχνίδι εμφανής, ωστόσο δεν έπαθα πλάκα, ίσως γιατί το εύρημα και η ακολουθία του, που η συγγραφέας ορθά υλοποίησε ώστε να μη χαθεί στο γκροτέσκο χωρίς δυνατότητα επιστροφής, δεν επέτρεψαν στο μυθιστόρημα αυτό να λειτουργήσει πέρα από την επιφάνεια των σελίδων του, η ιστορία έμεινε καλά κλεισμένη εντός του, το ενδιαφέρον ήταν αυτό που έμεινε να το χαρακτηρίζει, άλλωστε, πιάνοντας το νήμα το Ορλάντο δεν το θεωρώ κορυφή στην εργογραφία της Γουλφ παρά την αδιαμφισβήτητη αξία και σημασία του, κυκλοφόρησε μην το ξεχνάμε πριν από εκατό χρόνια. Τρία χρόνια πριν την Βελγίδα συγγραφέα, η Βρετανή Ζανέτ Ουΐντερσον θα γράψει Το πάθος πατώντας με τον τρόπο της επίσης πάνω στο βιβλίο της Γουλφ.

υγ. Για το Εγώ που δεν γνώρισα του άντρες περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Ορλάντο της Γουλφ εδώ και για Το πάθος της Ουΐντερσον εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες - Jacqueline Harpman

Όσες ήξεραν, είχαν ήδη μιλήσει. Σημείωσα και περίμενα, αυτό ανάμεσα σε τόσα άλλα, κυκλοφόρησε. Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες. Περίμενα κάτι σύγχρονο, σίγουρα αυτομυθοπλασία, σε κάποια φεμινιστική απόχρωση, μια νεαρή συγγραφέα. Περνάω καλά κάνοντας αυτές τις υποθέσεις, είναι οι πρώτες στρώσεις επί των οποίων θα υψωθεί ο απολαυστικά αυθαίρετος ορίζοντας προσδοκιών, φανταστικά βιβλία. Έπεσα έξω τόσο που καμία νομιμοποίηση αυθαιρέτου δεν θα με κάλυπτε, κανένα πρόστιμο, καμιά γραφειοκρατική ελίτ τιμονιά κάποιου μηχανικού.

Η Χαρπμάν γεννήθηκε το 1929 στο Βέλγιο, πέθανε το 2012, εργάστηκε για κάποια χρόνια ως ψυχαναλύτρια, έγραψε αρκετά. Το βιβλίο, που ειδολογικά ανήκει στην επιστημονική φαντασία, εκδόθηκε το 1995, γνώρισε κάποια επιτυχία, πρόσφατα ανακαλύφθηκε ξανά, μια δεύτερη ζωή του δόθηκε. Το 1997 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση της Στύλβας Πράσσου, από χρόνια ήταν εξαντλημένο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε εκ νέου από τις εκδόσεις Αίολος, αν κάποιοι ξέρουν καλά την επιστημονική φαντασία είναι αυτοί, σε νέα μετάφραση δια χειρός Μυρσίνης Γκανά.

«Από τότε που δεν βγαίνω πια σχεδόν καθόλου, περνάω πολύ χρόνο σε μια πολυθρόνα, ξαναδιαβάζοντας τα βιβλία. Μόνο τώρα τελευταία άρχισαν να με ενδιαφέρουν τα προλογικά σημειώματα. Οι συγγραφείς μιλούν εκεί πρόθυμα για τον εαυτό τους, εξηγούν για ποιους λόγους έγραψαν το έργο που παρουσιάζουν. Ξαφνιάζομαι: δεν ήταν λοιπόν πιο αυτονόητο σ' εκείνο τον κόσμο απ' ο,τι σε αυτόν που έζησα εγώ να μεταδίδει κανείς τις γνώσεις που είχε καταφέρει να αποκτήσει; Μοιάζουν να αισθάνονται συχνά την ανάγκη να διευκρινίσουν πως δεν υπάρχει κάποια έπαρση στο εγχείρημά τους, πως τους ζητήθηκε να γράψουν και πως δίστασαν πριν συναινέσουν. Τι παράξενο!».

Διάφορα νήματα ξεπηδούν από τις πρώτες αυτές γραμμές. Ορίζεται το αφηγηματικό παρόν, αφού όσα είναι να αφηγηθούν έχουν κιόλας συμβεί, ο ταμιευτήρας του παρελθόντος, σκοτεινός προς το παρόν, στέκει λίγο πιο πέρα. Ορίζεται ο τόπος, ένα μέρος από το οποίο η αφηγήτρια δεν βγαίνει πια. Διακρίνεται ο κόσμος, αυτός που εκείνη έζησε και ο άλλος για τον οποίο μαθαίνει μέσα από τα βιβλία που διαβάζει ξανά και ξανά. Μόνο πρόσφατα, μας λέει, απέκτησε ενδιαφέρον για τις εισαγωγές, για το γιατί της γραφής, δεν ήταν, υποθέτει εκείνη, κάτι το αυτονόητο, ο επίδοξος συγγραφέας έπρεπε πρώτα να πετάξει από πάνω του κάθε υπόνοια έπαρσης.

Δεν θυμάται πότε βρέθηκε στο κλουβί με τις άλλες γυναίκες, πρέπει να ήταν αρκετά μικρή, υποθέτει, είναι η μικρότερη από όλες, παρότι ο χρόνος εκεί, στην απομόνωση, δεν έχει τη σημασία που συνήθως του αποδίδεται, το τεχνητό φως διαρκώς παρόν, οι συνθήκες θερμοκρασίας πάντοτε σταθερές. Οι φύλακες, αμίλητοι, στέκουν διαρκώς σε επιφυλακή ώστε να επιβάλλουν τον κανονισμό, τι επιτρέπεται και τι όχι, ένα μαστίγιο σφυρίζει δίπλα σε εκείνη που τόλμησε, παρασύρθηκε, αφαιρέθηκε. Μια συνθήκη δυστοπική.

Μια από τις ελευθερίες που, μπορεί να είναι ευχή ή κατάρα για τον επίδοξο συγγραφέα, δίνει η επιστημονική φαντασία είναι πως η αιτιοκρατία διαθέτει μια κατά βούληση χαλαρότητα. Αυτός είναι ο κόσμος, η συνθήκη ζωής, αν προτιμάτε, που η Χαρπμάν οραματίστηκε, ο πυρήνας γύρω από τον οποίο αποφάσισε να βάλει σε περιστροφή την αφήγησή της, ένα κέντρο κράτησης γυναικών υπό το άγρυπνο βλέμμα των φυλάκων, μια από εκείνες θα αφηγηθεί εκ των υστέρων τη ζωή της.

Ανοίγω παρένθεση. Πρόσφατα σχετικά, καθ' υπόδειξη της σπουδαίας Τζέννυ Έρπενμπεκ, διάβασα το μυθιστόρημα της Μάρλεν Χαουσχόφερ, Ο τοίχος. Εκείνη την ανάγνωση θυμήθηκα αρκετές φορές διαβάζοντας το βιβλίο της Χαρπμάν, την ατμόσφαιρα, κυρίως, αλλά και τον αναληπτικό τρόπο αφήγησης των όσων συνέβησαν στο παρελθόν καθεμιάς από τις δύο αφηγήτριες. Κλείνει η παρένθεση.

Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, που για χρόνια θεωρείτο παραλογοτεχνία, με τις ελευθερίες που προσφέρει, επιτρέπει στις επικράτειες της εναλλακτικής πραγματικότητας να γίνουν προσβάσιμες, και όταν κανείς αναφέρεται σε μια εναλλακτική, συνήθως αρνητική, σίγουρα όχι προφητική, με τον τρόπο της προειδοποιητική, τότε μπορεί να θίξει, πότε ευθέως αναλογικά και πότε παραβολικά, διάφορα ζητήματα, σκέψεις, ακόμα και να σπείρει κάποιες ιδέες φιλοσοφικές, κοινωνικές, πολιτικές ή ανθρωπολογικές. Είναι σημαντικό ωστόσο, ίσως το πλέον σημαντικό απ' όλα, η συγγραφέας να διαθέτει ένα πανοπτικό του υπό κατασκευή και λειτουργία κόσμου εντός του οποίου ενοικούν τα πρόσωπα και πραγματώνεται η πλοκή. Ακολούθως, είναι σημαντικός, επίσης, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας θα ξεναγήσει/εξοικειώσει τον αναγνώστη με το σύμπαν αυτό. Η Χαρπμάν παίρνει άριστα δέκα και στα δύο αυτά κομμάτια.

Ο αναγνώστης, αντίθετα με την αφηγήτρια, γνωρίζει τον κόσμο στον οποίο θα ζούσε εκείνη αν δεν είχε βρεθεί σε αυτή τη φυλακή, όχι με ακρίβεια, αλλά το πλαίσιο μπορεί εύκολα και με ασφάλεια να εξαχθεί, για εκείνη είναι άγνωστο, από τις υπόλοιπες κρατούμενες και από τα βιβλία αντλεί τις γνώσεις εκείνες που τη βοηθούν να προβεί στις διάφορες υποθέσεις. Η αφηγήτρια, ωστόσο, διαθέτει ένα δικό της δυνατό χαρτί, ξέρει με ακρίβεια τα όσα συνέβησαν σε εκείνη ως τη στιγμή που πήρε την απόφαση να αφηγηθεί την ιστορία της. Έχουμε, λοιπόν, δύο πραγματικότητες, ο αναγνώστης τη δική του, την κοινή ανθρώπινη εμπειρία που για εκείνη είναι άγνωστη, και η αφηγήτρια αντίστοιχα τη δική της.

Το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες είναι ένα βιβλίο ανησυχαστικό, το κλίμα που επικρατεί εντός του, επίσης. Άπαξ και το πιάσεις στα χέρια σου, δυσκολεύεσαι να το αφήσεις. Η αναγνωστική εμπειρία, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην εξέλιξη της πλοκής, δεν έχει μόνο να κάνει με τα ευρήματα και τις ανατροπές, απαραίτητες για να στηθεί και να σταθεί η κατασκευή, αλλά όχι περιοριστικές για το περιεχόμενο, ανοιχτό σε αναγνώσεις και ερμηνείες. Η Χαρπμάν, μεγάλη λάτρης της επιστημονικής φαντασίας, γνώστρια, λοιπόν, του είδους, παράλληλα με τις σπουδές και τις εμπειρίες της ψυχανάλυσης, σίγουρα με τριβή στα φεμινιστικά κινήματα, κατασκευάζει μια φυλακή, να ο Φουκό και η θεωρία του που παραπάνω προοικονομήθηκαν, κλείνει σε αυτή κάποιες γυναίκες, με τους άντρες να είναι παρόντες μόνο ως φύλακες, απανθρωποιεί και ανακατασκευάζει, διαπραγματεύεται, μέσω της αφηγήτριάς της, εκ νέου μια σειρά από πράγματα δεδομένα.

Η ανάγνωση, τριάντα και χρόνια μετά, του μυθιστορήματος αυτού, δικαιολογεί γιατί ήρθε ξανά στην επιφάνεια του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, γιατί θεωρείται σημαντικό για ποικίλους λόγους, γιατί, εκτός από καλή λογοτεχνία, απολαυστική παρά το ζοφερό χαρακτήρα της, είναι ένα βιβλίο που αποδεικνύει για ακόμα μια φορά κάτι που συνηθίζουμε να αφήνουμε απέξω και έχει να κάνει με την οξυδέρκεια ως συγγραφική αρετή, την ικανότητα, στην επικράτεια του γενικού και αόριστου ορισμού του ταλέντου, στο όχημα της αφήγησης να φορτώνονται ένα σωρό ακόμα αποσκευές. Το Εγώ που δεν γνώρισα τους άντρες υπηρετεί άρτια τα ειδολογικά χαρακτηριστικά της επιστημονικής φαντασίας αλλά δεν εγκλωβίζεται και δεν περιορίζεται σε αυτά. Δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που αφορά μόνο το φανατικό κοινό του είδους.

υγ. Για το Ο τοίχος έγραφα αυτό.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!  
 
Μετάφραση Μυρσίνη Γκανά
Εκδόσεις Αίολος

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

Η μητέρα μου γελάει - Chantal Akerman

Δεν γνώριζα την Άκερμαν. Το όνομά της δεν μου έλεγε τίποτα. Δεν είχα δει κάποια ταινία της. Η πλήρης άγνοιά μου ήρθε σε σύγκρουση ευθεία με τον φλογερό ενθουσιασμό, θα κυκλοφορήσει το βιβλίο της Άκερμαν για τη μητέρα της, άρχισαν να λένε.

Δουλεύω σε βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας, η καλύτερη δουλειά του κόσμου συνηθίζουμε να λέμε με τον συνάδελφο Α., όποτε συναντιόμαστε, κάθε φορά που συναντιόμαστε, παρά τα όποια ζητήματα, παρά τα όποια αλλά. Η καλύτερη δουλειά του κόσμου. Αυτό συνηθίζουμε να λέμε με τον Α. Αυτό σκέφτομαι συχνά, κυρίως τα πρωινά όταν περπατώ προς τα εκεί. Κρατάω σημειώσεις για ένα κείμενο επ' αυτού, κυρίως περιμένω να ακουστεί η φωνή του, τα δάκτυλα θα πληκτρολογήσουν αυτό το γράμμα αγάπης.

Ένας από τους λόγους που νιώθω πως κάνω την καλύτερη δουλειά του κόσμου είναι η επαφή με ανθρώπους που διαβάζουν. Η λάμψη στα μάτια τους όταν μου λένε για ένα βιβλίο που διάβασαν, τότε εγώ σημειώνω. Η λάμψη στα μάτια είναι το ακλόνητο πειστήριο. Διαθέτει βαθμίδες, επίσης, οι μεμονωμένες φωνές κάποιες φορές συναντιούνται, επικαλύπτονται, συγκλίνουν, συμφωνούν. Θα κυκλοφορήσει το βιβλίο της Άκερμαν για τη μητέρα της, άρχισαν να λένε.

Τι να κάνω κι εγώ, το πρόσμενα.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε. Ο ενθουσιασμός πύκνωσε. Τα αντίτυπα έφευγαν. Πολλά από αυτά για δώρο. Ακόμα ένα ακλόνητο πειστήριο αγάπης.

Δεν γνώριζα την Άκερμαν. Έπιασα την καλαίσθητη έκδοση στα χέρια μου. Διάβασα το βιογραφικό της, μια συνοπτική πρώτη σύσταση. Έκλεινε: «Αυτοκτόνησε το 2015, έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου Η μητέρα μου γελάει». Κάνω την πράξη. Εξήντα πέντε. Δεν λέω πως υπάρχει κατάλληλη ηλικία για αυτοκτονία, αλλά κάπως μου έκανε εντύπωση που αυτοκτόνησε σε αυτή την ηλικία, όταν διάβασα το βιβλίο, όχι πια. Θα επανέλθω σε αυτό.

Τι να κάνω κι εγώ, το πρόσμενα, το ίδιο βράδυ άρχισα να το διαβάζω.

Λίγες σελίδες μετά ένιωσα μια πρώτη ασφυξία, μια δυσφορία, δεν ξέρω αν υπάρχει και καλή ασφυξία και καλή δυσφορία, αλλά κάπως πρέπει να επιχειρήσω να αποδώσω το συναίσθημα που ένιωσα. Έκλεισα το βιβλίο. Έμεινα να κοιτάζω το εξώφυλλο με τα κόκκινα γράμματα σε λευκό φόντο πάνω από μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Διάβασα τον τίτλο, το όνομα της συγγραφέα, της μεταφράστριας, της Στεφανή που έγραψε το επίμετρο. Ένα παιχνίδι αναδύθηκε: Η μητέρα μου γελάει ή Η μητέρα μού γελάει. Δεν είμαι διόλου σίγουρος πως ξέρω τον κανόνα, το πνεύμα και το γράμμα του. Αν γελούσε σε μένα, θα έβαζα τον τόνο, αν γελούσε σε μένα θα ήταν ευπρόσδεκτα αρκετά διαφορετικό από το να γελούσε απλώς. Είναι και αυτό ένα ζήτημα αποδοχής. Έπιασα την ανάγνωση εκεί που την είχα αφήσει.

«Αρχίζω να προετοιμάζομαι για τον θάνατό της. Πώς το κάνεις αυτό με ρώτησε κάποιος. Προσπαθώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς εκείνη. Και νομίζω ότι τα καταφέρνω. Όχι για εκείνη· για μένα. Ή το αντίστροφο. Μια τέτοια προετοιμασία φυσικά είναι αδύνατη, οπότε απλώς χάνω τον χρόνο μου. Η μητέρα σου έχει μια τρομερή επιθυμία για ζωή. Εσύ όμως έχεις; Δεν ξέρω τι να απαντήσω».

Νιώθω οικεία σε αυτή την επικράτεια σκέψης. Είναι ίσως ο βασικότερος λόγος για τον οποίο διαβάζω, η επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία, η απαλοιφή και η σίγαση της μονοσημίας. Ίσως επειδή δεν έχω δυνατή φαντασία, ή το απαραίτητο θάρρος, ή και τα δύο ταυτόχρονα. Ίσως γι' αυτό τέτοια ανάγκη για τη διαμεσολαβημένη εμπειρία. Η επικείμενη εμπειρία του πένθους, προκαταβολικά.

Δεν είναι λίγα τα βιβλία που έχω διαβάσει από παιδιά για τους νεκρούς γονείς τους, σχέσεις δύσκολες, ζητήματα αποδοχής, το κυρίως μενού αυτής της γλώσσας, το πένθος μια θεϊκή σταθερά. Με τη φτωχή μου φαντασία, λάθος, με την ήδη βιωμένη εμπειρία, ακούω μια φωνή από το βάθος, και τι με ενδιαφέρει εμένα, όλοι πια για τους νεκρούς γονείς τους γράφουν, ένδεια λογοτεχνική, τίποτα δεν είναι όπως παλιά, τους ακούω στο βάθος να λένε. Καλοπροαίρετα σκέφτομαι πως απλώς παίρνουν τοις μετρητοίς αφηγήσεις όπως αυτές, δεν διακρίνουν κάτι δικό τους σε αυτές, κάτι το πιο γενικό, αυτό το κάτι που έχει να κάνει με την ανθρώπινη εμπειρία, και τι άλλο είναι η δημιουργική έκφραση πέρα από την πάλη με τη σύνθετη αυτή συνθήκη; Κακοπροαίρετα σκέφτομαι πως δεν θα έπρεπε να με νοιάζουν τα λόγια τους, ο ελιτισμός τους. Τέλος πάντων.

Δεν είναι λίγα τα βιβλία που έχω διαβάσει από παιδιά για τους νεκρούς γονείς τους, σχέσεις δύσκολες, ζητήματα αποδοχής, το κυρίως μενού αυτής της γλώσσας, το πένθος μια θεϊκή σταθερά. «Μια τέτοια προετοιμασία φυσικά είναι αδύνατη, απλώς χάνω τον χρόνο μου». Ενίοτε και για την ανάγνωση ισχύει το ίδιο. Όσο πλησιάζει κανείς τη φιλολογία και όσο διαμένει στο δωμάτιο της αντικειμενικότητας, όσο δεν παίρνει ρίσκα, όσο απομακρύνει τον εαυτό του από την εκάστοτε ανάγνωση.

Ακριβώς επειδή δεν με αφορά. Γι' αυτό επιχειρώ να εντοπίσω τις λακκούβες συναισθήματος που δεν πρόσεξα και τσαλαβούτησα. Θα της άρεσε της Άκερμαν η χρήση του ρήματος τσαλαβουτώ. Δεν μπορώ να το αποδείξω. Ίσως γιατί το γράψιμό της έχει μια παιδικότητα. Λέξη τρίγκερ, το ξέρω. Αλλά αυτό διακρίνει τη γραφή της εδώ, η παιδικότητα. Ούτε απλότητα, ούτε αφέλεια. Παιδικότητα. Και αυτή η παιδικότητα, σκέφτομαι, ίσως να ευθύνεται για τις περισσότερες από τις πολλές λακκούβες συναισθήματος. Ίσως γιατί απεκδύεται επιδεικτικά την όποια φορεσιά επιτήδευσης και σοβαροφάνειας, την υποχρέωση να συνθέσει έναν φόρο τιμής, ένα εναλλακτικό επικήδειο λόγο, την όποια δική της γαματοσύνη, το όποιο προνόμιο το πένθος χαρίζει. Ίσως γιατί στη σχέση γονιού παιδιού το παιδί θα είναι πάντα παιδί, ανεξάρτητα από την ηλικία, ο γονιός θα είναι πάντα ο γονιός, ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, ακόμα και όταν το παιδί θα γίνει ο φροντιστής, θα γίνει ο δυνατός και ικανός της υπόθεσης, των μικρών και μεγάλων καθημερινών προκλήσεων. Και κάποιος που χάνει τον γονέα του είναι πάντοτε παιδί. Τουλάχιστον, τις περισσότερες φορές ή σε κάποιο αφανές πίσω ή πιο πίσω επίπεδο.

Ένα παιδί που όσο μεγαλώνει απομακρύνεται από την πλήρη εποπτεία. Αναπτύσσει μια ανεξάρτητη πορεία ζωής, ο κοινός τόπος ολοένα και συρρικνώνεται, τα δύο σημεία ολοένα και απομακρύνονται, το παιδί ξέρει περισσότερα για τον γονιό, τουλάχιστον για την καθημερινότητά του, αντιστροφή του σημείου εκκίνησης της κοινής πορείας. Η επικείμενη εξαφάνιση του ενός, ωστόσο, επαναδραστηριοποιεί τον δεσμό, σε νέες συνθήκες, σίγουρα, τα ερωτήματα αποκτούν κάτι το επιτακτικό, τώρα ή ποτέ, η σιωπή θα βασιλεύσει ακλόνητη.

Η παιδικότητα της γραφής, της αφήγησης, της κατασκευής. Των επαναλήψεων, των διαρκών πήγαινε έλα στον χρόνο και τον τόπο, επίσης. Η κοινή σχέση δεν είναι το μόνο μονοπάτι, ακόμα και όταν διανύονται τα τελευταία μέτρα, η πραγματική ζωή πια δεν εξαντλείται στη σχέση αυτή, η ζωή προχωρά, πράγματα συμβαίνουν, συναισθήματα φυτρώνουν και ξεριζώνονται. Και γι' αυτά λέει η Άκερμαν, χωρίς να απομακρύνεται από την αίθουσα της τελικής ευθείας. Ίσως σε αυτά, πότε συνειδητά και πότε ασυνείδητα να γυρεύει απαντήσεις για τα κενά, για την μη κατανόηση ή την ατελή αποδοχή, για το απλήρωτο χρέος που ξάφνου μια μέρα εκτινάσσεται χωρίς συνημμένη επαρκή δικαιολόγηση, ένα συνονθύλευμα, μια διαταγή πληρωμής. Μην αποκόπτοντας τις παράλληλες σεκάνς, η Άκερμαν καταφέρνει αβίαστα να τοποθετήσει τη σχέση με τη μητέρα της σε ένα αληθοφανές πλαίσιο, μέρος της ζωής, επιβάρυνση της έτσι και αλλιώς ήδη περίπλοκης ζωής.

Και αν κάπως νιώθω σίγουρος για τις συναισθηματικές λακκούβες, εκείνες στις οποίες ένιωσα να τσαλαβουτώ κι εγώ από σπόντα, πάντοτε στο τέλος μιας ανάγνωσης επικρέμαται η ανάγκη να γίνει κατανοητή και χειροπιαστή η συνολική εμπειρία, η αναζήτηση, συχνά απεγνωσμένη, της αντικειμενικότητας, της αιτιοκρατίας, το γιατί μου άρεσε αυτό το βιβλίο ή τι διαφορετικό είχε αυτό το βιβλίο ή γιατί από κάποιους θεωρείται σημαντικό αυτό το βιβλίο αν του αφαιρεθεί το συναίσθημα και η παρεπόμενη υποψία χειραγώγησης και εκβιασμού. Δεν ξέρω. Δοκίμασα με την αναφορά στην παιδικότητα. Δεν ξέρω πώς να το πω διαφορετικά, πώς να κατευθυνθώ στον πυρήνα της αναγνωστικής διαδικασίας, άχρηστη φιλολογική, και ανεπαρκής, σκευή. Δεν ξέρω και αυτή η άγνοια με ζεσταίνει. Αυτό το άγνωστο, γεμάτο μαγεία. Σαν τα κόλπα ενός ταχυδακτυλουργού που ποτέ δεν θέλω να βλέπω πίσω από το πέπλο. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη να λέω πόσο μου άρεσε το βιβλίο αυτό, πόσο σημαντικό το θεωρώ, διακρίνω μια λάμψη, πόσο σημαντικό το θεωρώ για μένα, χωρίς να ξέρω να το τεκμηριώσω επαρκώς, και όσο λιγότερα τεκμήρια φέρνω, τόσο το βλέμμα ενδύεται λάμψη. Παράδοξο ή και όχι.

Η άγνοια ή η ανικανότητα ευκρινούς διάκρισης συγκεκριμένων αιτίων απόλαυσης, παρέα με τη μάχη ενάντια στη μονοσημία, δημιουργούν το κεντρικό ντουέτο επί της σκηνής στην παράσταση: γιατί διαβάζω και γιατί επιμένω να γράφω μετά· σαν η ανάγνωση να μην τελειώνει παρά με ένα κείμενο όπως αυτό, δεκάδες λέξεις άγνοιας και ψαχουλέματος στα σκοτεινά, κείμενο που, για να λέω την αλήθεια, απλώς μια άνω τελεία προσφέρει, μια ακόμα ημερολογιακή καταγραφή, μια οικειοποίηση.

Το επίμετρο της Εύας Στεφανή ήταν εξίσου προσωπικό, πώς όχι, πώς αλλιώς μετά το τσαλαβούτημα σε ένα κείμενο όπως αυτό. Κάποιοι καλλιτέχνες, η συγγραφέας του βιβλίου σίγουρα μία από αυτούς, καταφέρνουν να καταδυθούν σε απύθμενα βάθη, να παραμείνουν εκεί, εις βάρος των πνευμόνων τους, για όσο χρειαστεί, για όσο αντέξουν, μέχρι να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα καρέ, για εκείνους και για εμάς, και αυτό είναι κάτι το τρομερά συγκινητικό, ένα δώρο, μια πράξη αγάπης σε έναν κόσμο κακό.

 Είπα πως θα επανέλθω στην αυτοκτονία της Άκερμαν, τηρώ την υπόσχεσή μου: 

«Μια μέρα, παρότι την πέρασα χαμογελώντας, ήθελα να αυτοκτονήσω, το σημαντικότερο είναι να μην ξεχνάς να χαμογελάς, λες κι εκείνο που ετοιμαζόμουν να κάνω δεν ήταν παρά μια πράξη άνευ σημασίας. Κι έτσι αποδείχτηκε πράγματι τελικά, γιατί επέζησα. Έχω επιζήσει όποιας απόπειρας και αν έχω δοκιμάσει μέχρι τώρα και είναι συχνές οι φορές που θέλω να αυτοκτονήσω. Αλλά δεν γίνεται να το κάνω αυτό στη μητέρα μου, μονολογώ. Μετά, όταν δεν θα είναι πια μαζί μας».

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ! 

Μετάφραση Μυρτώ Ταπεινού
Εκδόσεις Πλήθος

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Το φτυάρι - Lize Spit





Η Εύα έχει φύγει από το χωριό που γεννήθηκε εδώ και χρόνια. Τη χρονιά που γεννήθηκε, το 1988, στο μικρό αυτό φλαμανδικό χωριό γεννήθηκαν μόλις τρία παιδιά: ο Λόρενς, ο Πιμ και η Εύα. Διάφορες εικασίες κυκλοφόρησαν τότε για να εξηγήσουν αυτό το παράδοξα χαμηλό αριθμό γεννήσεων. Οι τρεις τους, θέλοντας και μη, έγιναν φίλοι κολλητοί, οι τρεις σωματοφύλακες. Τα χρόνια κυλούσαν και η σχέση τους περνούσε από διάφορα στάδια, επηρεαζόμενη κυρίως από την ηλικία αλλά και τον έξω κόσμο, που τότε δεν έμοιαζε και τόσο μικρός παρότι ήταν μια μικρή κουκκίδα στον χάρτη. Κατά την εφηβεία τους όλα έγιναν πιο περίπλοκα, πιο άγρια, πιο οριακά. Το αίμα έβραζε, το σώμα ζητούσε, το μυαλό δούλευε σε υψηλές στροφές. Κάποια παιχνίδια δεν είναι αθώα, αφήνουν τραύματα, πληγές που δεν κλείνουν ποτέ. Η Εύα ζει στις Βρυξέλλες πια, επικοινωνεί αραιά και πού με τα αδέρφια της, ενημερώνεται για τα νέα του χωριού και της οικογένειας από ένα κοινό γκρουπ στο WhatsApp, στο οποίο μονολογεί ο πατέρας της, χωρίς κανείς ποτέ να του απαντάει, σαν να βγάζει κυβερνητικά ανακοινωθέντα αδιάφορα για τους περισσότερους πολίτες. Ένα πρωί ένα γράμμα θα φτάσει για εκείνη. Είναι από τον Πιμ.
Αγαπητέ/ Αγαπητή... Η διστακτική γραμμή άφηνε χώρο για το όνομά μου, γραμμένο με το χέρι. Όπως όλοι γνωρίζετε, ο Γιαν θα γιόρταζε αυτόν τον μήνα τα 30ά του γενέθλια, επιπλέον όμως εγκαινιάζουμε τις νέες μας εγκαταστάσεις παραγωγής γάλακτος, σχεδόν πλήρως αυτοματοποιημένες. Είναι η ευκαιρία να βρεθούμε για μια φιλική συγκέντρωση.
Όταν η Εύα έσκισε τον φάκελο και άνοιξε την πρόσκληση, ένα μείγμα συναισθημάτων την κατέκλυσε, ένα παράθυρο που ανοίγει από τον αέρα και αναταράζει το εσωτερικό του δωματίου. Ώστε ο Πιμ βρήκε τη διεύθυνσή μου, θα αναλογιστεί. Έβγαλε τα παπούτσια της να νιώσει την οικειότητα του ξύλινου πατώματος κάτω από τα πόδια της, να νιώσει την ασφάλεια του να είναι μόνη στο σπίτι της. Εκείνο που η πρόσκληση έλεγε στην πραγματικότητα ήταν πως το μνημόσυνο του Γιαν, του μεγάλου αδερφού του Πιμ, που χάθηκε τόσο νέος, όταν εκείνοι ήταν ακόμα παιδιά, είναι μια τέλεια αφορμή για τα εγκαίνια μιας νέας γαλακτοκομικής μονάδος, το μάρκετινγκ όρια δεν γνωρίζει. Κάνει μια χάρτινη μπάλα τον φάκελο και την πρόσκληση και τα στέλνει να βρουν τη θέση τους δίπλα στις πατατόφλουδες της χτεσινής ημέρας. Τελικά, όμως, θα αποφασίσει να πάει. Φορτώνει ένα τεράστιο κομμάτι πάγου στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και ξεκινά.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Εύας εναλλάσσεται χρονικά ανάμεσα στο σήμερα του ταξιδιού της μέχρι τη φάρμα του Πιμ και στο παρελθόν, καθώς τα κεφάλαια διαδέχονται το ένα το άλλο, σε μια διακεκομμένη αφήγηση. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, καθώς χωρίς όλες εκείνες τις αναλήψεις, όλα εκείνα τα κομμάτια του παζλ από το παρελθόν, η απόφαση της Εύας να φορτώσει ένα τεράστιο κομμάτι πάγου στο αμάξι και να κατευθυνθεί προς τα εγκαίνια της φάρμας του Πιμ δεν θα είχε ουσιαστικό βάρος, θα έμοιαζε κάπως υπερβολική, κάπως εξεζητημένη στα μάτια του αναγνώστη, ένα απλό συγγραφικό εύρημα χωρίς ιδιαίτερη αξία. Αν δεν ξέρει κανείς την ιστορία κάποιου, δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί την ανάγκη του για εκδίκηση, εύκολα αναφωνεί: υπερβολές. Και είναι η ανάγκη της για εκδίκηση αυτή που οδηγεί την Εύα ως εκεί, που δίνει την απαιτούμενη ένταση στην αφήγησή της. Η Εύα πρέπει να διηγηθεί αυτή την ιστορία. Όμως, το οικοδόμημα αυτό προς την ενσυναίσθηση πρέπει να χτιστεί κομμάτι κομμάτι, με υπομονή και οργάνωση, κάτι το οποίο στην αρχή δημιουργεί αναπόφευκτα μια αίσθηση αποπροσανατολισμού στον αναγνώστη, καθώς τα στιγμιότυπα από το παρελθόν μοιάζουν άσχετα μεταξύ τους. Αρκεί να δείξει κανείς λίγη υπομονή όμως, να δώσει λίγο χρόνο στην Εύα να αφηγηθεί την ιστορία της, αφού μόλις τα κομμάτια αρχίσουν να μπαίνουν σε σειρά, όλα θα αποκτήσουν βαρύτητα και νόημα.

Η Σπίτ χειρίζεται πολύ καλά το υλικό της. Αξιοποιεί τη φαντασία και την ευρηματικότητά της. Δεν βιάζεται να αποκαλύψει όλα της τα χαρτιά, αλλά ταυτόχρονα δεν επιθυμεί να κοροϊδέψει τον αναγνώστη κρύβοντάς του στοιχεία και καταφεύγοντας σε υπερβολικές συμπτώσεις και λύσεις. Δεν καταφέρνει απλώς να διατηρήσει αναλλοίωτο το ενδιαφέρον, αλλά ολοένα και ανεβάζει τις στροφές, τρέφοντας την ανάγκη του αναγνώστη να διαβάσει λίγο ακόμα, ώσπου να διαβάσει απνευστί τις τελευταίες εκατό περίπου σελίδες. Δεν μπορώ να ξέρω κατά πόσο υπάρχει βιογραφική διάσταση ανάμεσα στα πρόσωπα και τα γεγονότα, μπορώ όμως να αποδώσω τα εύσημα για τη ρεαλιστικότητα της γραφής, και ιδιαίτερα για τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνει την ψυχοσύνθεση των παιδιών, τον τρόπο με τον οποίο περιγράφει τη σκληρότητα της παιδικής ηλικίας, την παρενόχληση μέσω του παιχνιδιού, την εύθραυστη εφηβεία. Υπάρχει ένας δευτερεύων χαρακτήρας στο βιβλίο αυτό που μένει βαθιά χαραγμένος στον αναγνώστη, και αυτό όχι γιατί οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν είναι δυνατοί και ολοκληρωμένοι, αλλά γιατί η Τέσι, η μικρή αδερφή της Εύας, ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων με ειδικές και ξεχωριστές ικανότητες, οι οποίοι δυσκολεύονται να διαχειριστούν την ήδη περίπλοκη πραγματικότητα που τους περιβάλλει.       

Το φτυάρι αποτελεί την ιστορία μιας σειράς ενηλικιώσεων με κεντρική εκείνη της Εύας. Η Σπιτ καταφέρνει να μπολιάσει μεγαλύτερες και μικρότερες ιστορίες στο κυρίως σώμα της πλοκής, χωρίς να πλατειάσει άσκοπα, χωρίς να παρεκκλίνει από τον βηματισμό της, πετυχαίνοντας με τον τρόπο αυτό να αποτυπώσει μια ολόκληρη εποχή, να ανοίξει το εύρος της παρατήρησης, να συμπεριλάβει τεκμήρια αθωότητας και ενοχής, να αναφερθεί στη χωρίς πρόθεση βία.  Φλερτάρει με τη συναισθηματική καθοδήγηση αλλά δεν πέφτει στην παγίδα του συναισθηματικού εκβιασμού. Η ιστορία της είναι αρκετά δυνατή, κάτι το οποίο ξέρει καλά. Έτσι, εκείνο που πρέπει να κάνει η Σπιτ είναι να την αφηγηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, πρόκληση την οποία ξεπερνάει με άνεση σ' ένα μυθιστόρημα το οποίο θα ήταν άδικο να περιοριστεί κάτω από την ταμπέλα του θρίλερ ή της ιστορίας μυστηρίου, καθώς είναι πολλά περισσότερα.

Μεγάλη έκπληξη αυτό το βιβλίο, το οποίο σχεδόν τυχαία έπεσε στα χέρια μου και ξεπέρασε την οποιαδήποτε προσδοκία είχα γι' αυτό. Σκληρό όπως η κάθε παιδική ηλικία, το ντεμπούτο της γεννημένης στο Βέλγιο συγγραφέως αξίζει να μην περάσει απαρατήρητο.


Μετάφραση Κλαιρ Νεβέ, Εύη Σιούγγαρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο  

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Με αφορμή τα Τρία δωμάτια στο Μανχάτταν του Georges Simenon




αλλά και τους Αρραβώνες του κυρίου Ιρρ, βιβλία που διάβασα φέτος το καλοκαίρι, ακολουθώντας μία παράδοση χρόνων, αν και συνήθως αρκούμαι σε ένα βιβλίο του Σιμενόν κάθε έξι μήνες περίπου, καλοκαίρι και Χριστούγεννα, νομίζω πως κατάλαβα τι είναι εκείνο που με συγκινεί και με έλκει στα έργα του σπουδαίου αυτού Βέλγου συγγραφέα, που κατά τη διάρκεια της ζωής του γνώρισε την απαξίωση των λογοτεχνικών κύκλων, αλλά ο χρόνος, που είναι και ο τελικός κριτής, τον τοποθέτησε, έστω και αργά, στο πάνθεον των σπουδαίων. Αυτά τα δύο βιβλία σκόπευα να τα κάνω δώρο σε μία φίλη, και τελικά, με δικής της απόφαση, Οι αρραβώνες του κύριου Ιρρ μετατράπηκαν σε δώρο για μία τρίτη φίλη, αφού πρώτα διαβάσαμε και οι δύο την ιστορία του Ιρρ, τη θλιβερή και άτυχη ιστορία του κυρίου Ιρρ, και στη συνέχεια τα Τρία δωμάτια στο Μανχάταν, ένα βιβλίο διαφορετικό από τα υπόλοιπα του Σιμενόν που έχω διαβάσει μέχρι τώρα, και που δεν μπορώ να μιλήσω για την διαφορετικότητά του, καθώς θα αποτελούσε σπόιλερ για εκείνους που δεν έχουν ακόμα διαβάσει την ερωτική ιστορία των δύο μοναχικών ξένων, που γνωρίστηκαν κάποιο βράδυ σε ένα μπαρ του Μανχάτταν.

Μέχρι τώρα πίστευα πως ήταν εκείνη η καφκική τροπή στη ζωή ενός απλού ανθρώπου, εκείνο το χτύπημα της μοίρας που μετέτρεπε σε κόλαση τη ζωή του, που τον έθετε στο στόχαστρο της κοινωνίας και των αρχών, μόνο του και χωρίς κανέναν πραγματικό σύμμαχο, ούτε καν την οικογένειά του, αυτός ο παιδικός εφιάλτης μιας στιγμιαίας, χωρίς σκέψη ενέργειας, που αρκεί για να αποβεί καταδικαστική, εκείνο το μυστικό που αποκαλύπτεται ξαφνικά, το παρελθόν που κάποια στιγμή ξυπνά και έρχεται να συναντήσει το παρόν. Και ήταν, και ακόμα είναι, αυτή η οικεία αίσθηση με κάθε βιβλίο του, ότι οι αναγνωστικές προσδοκίες της περιόδου ξέρω πως θα ικανοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό, επιστρέφοντας σε ακόμα μία ιστορία του Σιμενόν.

Όμως, φέτος το καλοκαίρι, διαβάζοντας σχεδόν διαδοχικά τα δύο αυτά βιβλία, και έχοντας τη δυνατότητα να συζητήσω γι' αυτά, σκέφτηκα πως ίσως εκείνο που τελικά κρύβεται πίσω απ' όλες τις ιστορίες τού Σιμενόν είναι η ανθρώπινη αφέλεια, αυτή η διάθεση να φωνάξεις στον ήρωα: μην είσαι αφελής, ρε άνθρωπε· και ταυτόχρονα με τον θυμό να νιώθεις και μία ταύτιση μαζί του, μια βαθιά, ειλικρινή κατανόηση για τις πράξεις του και τις επιλογές του, μια ελπίδα πως στο τέλος θα τα καταφέρει, πως, δεν μπορεί, το δίκαιο θα επικρατήσει. Δεν λέω πως οι ήρωες του Σιμενόν είναι χαζοί, η αφέλεια είναι διαφορετική. Η αφέλεια θα μπορούσε να είναι, σκέφτομαι, εκείνη που ιντρίγκαρε τον Σιμενόν, εκείνη που γεννούσε τους ήρωες και τις ιστορίες τους, ο απλός τρόπος σκέψης, η πίστη στο ένστικτο και στους ανθρώπους, αφέλεια μέσα σε ένα υστερόβουλο περιβάλλον, σε έναν κόσμο στον οποίο η τύχη ευνοεί μόνο τους δυνατούς, ο χρόνος αργά ή γρήγορα βαραίνει τα πάντα ακόμα και η ελάχιστα λανθασμένη απόφαση μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες.

Αναλογίζομαι ξανά όσους ήρωες του Σιμενόν μπορώ ν' ανακαλέσω στη μνήμη μου, και διακρίνω αυτό το νήμα να τους ενώνει, αναλογίζομαι πράγματα δικά μου και των κοντινών μου ανθρώπων, και διακρίνω επίσης το ίδιο νήμα, και μετά σκέφτομαι πως εκείνοι που δεν νιώθουν αφελείς, αλλά αντίθετα διαθέτουν και επιδεικνύουν μια πίστη στην τέλεια ύπαρξή τους, αδικαιολόγητη για το εμβαδόν που καταλαμβάνουν στο σύμπαν, θα ήταν ιδανικοί, αργά ή γρήγορα, για πρωταγωνιστές μιας ιστορίας του Σιμενόν. 
 

(*Και τα δύο βιβλία σε μετάφραση Αργυρώς Μακάρωφ)

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Μπέττυ - Georges Simenon



Την ενοχλούσε που είχαν φύγει πόντοι σε κάθε γάμπα. Για πρώτη φορά στη ζωή της δεν είχε αλλάξει κάλτσες εδώ και μια αιωνιότητα. Δυο μέρες; Τρεις μέρες; Δεν ήθελε και τόσο πολύ να το θυμάται. Ούτε μπάνιο είχε κάνει, πράγμα που θα την έφερνε σε δύσκολη θέση αργότερα. Άραγε θα υπήρχε μπανιέρα, και θα έβρισκε χρόνο να πλυθεί;
Μια γυναίκα, η Μπέττυ, συνοδευόμενη από έναν άντρα, θα μπουν στην Τρύπα, ένα κέντρο διασκέδασης στα περίχωρα του Παρισιού, εξίσου μεθυσμένοι και οι δύο. Εκεί θα συνεχίσουν να πίνουν. Εκείνον τον γνωρίζουν στο μαγαζί και φροντίζουν να τον συνοδεύσουν διακριτικά στο σπίτι του λίγο πριν χάσει εντελώς τον έλεγχο. Θα το αναλάβει ο Μάριο, ιδιοκτήτης του μαγαζιού με το αναμενόμενο σκοτεινό παρελθόν. Εκείνη όμως; Είναι η πρώτη φορά που τη βλέπουν, δεν ξέρουν τίποτε γι' αυτή. Θα την περιμαζέψει η Λωρ, μόνιμη θαμώνας και ερωμένη του αφεντικού, θα φροντίσει να της εξασφαλίσει το δπλανό δωμάτιο με το δικό της στο ξενοδοχείο που μένει η ίδια, μάλιστα τα δύο δωμάτιο επικοινωνούν με εσωτερική πόρτα, θα τη συνοδεύσει ως το κρεβάτι και θα την πλύνει... Ένα ακόμα σκληρό μυθιστόρημα του Σιμενόν ξεκινά!

Ποια είναι η Μπέττυ; Γιατί η Λωρ προθυμοποιείται να τη βοηθήσει; Ποιο ρόλο θα παίξει ο Μάριο, ο σκληρός της διανομής;

Αυτά είναι τα ερωτήματα, αρχικά. Ύστερα θα προκύψουν και άλλα, έτσι συμβαίνει πάντα στα έργα του Σιμενόν. Ακόμα και αν για κάποιον αυτή είναι η πρώτη επαφή με τον Βέλγο συγγραφέα, ήδη από τις πρώτες κιόλας σελίδες θα νιώσει μια αιωρούμενη απειλή, καθώς η ιστορία μοιάζει να κυλάει ομαλά, φυσιολογικά ή και ανθρώπινα, ο φόβος και η πλήρης ανατροπή κρύβονται θαρρείς στην επόμενη γωνία, μέχρι την οποία ο αναγνώστης φτάνει επιφυλακτικά για να διαπιστώσει πως τίποτα δεν κρύβεται εκεί, για να συνεχίσει την ανάγνωση στον ίδιο πυρετώδη ρυθμό. Από τις πολλές φορές που έχει χρησιμοποιηθεί ο επιθετικός προσδιορισμός ατμοσφαιρικός, σίγουρα θα έχει χάσει κάτι από την αξία και τη σημασία του, όμως εδώ η χρήση του φαντάζει υποχρεωτική. Δεν υπάρχει αθώα πρόταση, υπονοούμενα και σκοτάδια καιροφυλακτούν, ο κοφτός λόγος επιτείνει το συναίσθημα αυτό.

Εκτός των δεδομένων αρετών της γραφής του Σιμενόν, πιστεύω πως η επιτυχία του, η διαχρονική επιτυχία του, και ιδιαίτερα σε ένα είδος όπως το νουάρ μυθιστόρημα, έγκειται στην ικανότητά του να προσφέρει στον αναγνώστη ένα γνώριμο έδαφος ταύτισης, ένα περιβάλλον ανεπιθύμητα οικείο μέσα στο οποίο τον εγκλωβίζει παρέα με τους ήρωές του, καλλιεργώντας το εθιστικό συναίσθημα της αγωνίας, της βαθιάς αγωνίας για την κάθε ελάχιστη απόφαση που πρέπει να λάβουν οι ήρωες, για την υπαρκτή ή ανύπαρκτη δυνατότητα διαφυγής. Έτσι και εδώ, το ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον, η απώλεια του συντρόφου και η επικείμενη μοναξιά, τα καταπιεσμένα σεξουαλικά ένστικτα, η σαγήνη της νύχτας, η δίψα για εξουσία και η ανάγκη για υποτέλεια, και ίσως και άλλα, ανάλογα με τα βιώματα του αναγνώστη, σχήματα διαμέσου των οποίων διαβαίνουν η Μπέττυ, η Λωρ και ο Μάριο καθώς εκτυλίσσεται η πλοκή.

Αγαπημένος, σκοτεινός Σιμενόν!

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα  

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Το προνόμιο του πρίγκηπα - Amélie Nothomb




- Αν ένας καλεσμένος πεθάνει απρόσμενα στο σπίτι σας, προπάντων μην καλέσετε την αστυνομία. Καλέστε ένα ταξί και πείτε του να σας οδηγήσει στο νοσοκομείο μαζί μ' αυτόν το "φίλο σας που ένιωσε αδιαθεσία". Ο θάνατος θα διαπιστωθεί φτάνοντας στα επείγοντα περιστατικά, κι εσείς μπορείτε να διαβεβαιώσετε, έχοντας και μάρτυρα, ότι ο άνθρωπος πέθανε στη διαδρομή. Σε αντάλλαγμα, θα σας αφήσουν ήσυχο.

Αυτό συμβουλεύει ο παράξενος συνομιλητής τον ήρωα της νουβέλας της Νοτόμπ κατα τη διάρκεια μιας μάζωξης σε κάποιο σπίτι κοινών γνωστών. Και θα ήταν απλώς μια κάπως ιδιότυπη και ενδιαφέρουσα συμβουλή αν την επόμενη μέρα δεν χτυπούσε το κουδούνι στο σπίτι του Μπατίστ Μπορντάβ, ένας άγνωστος, ζητώντας να πραγματοποιήσει ένα τηλεφώνημα και πεθαίνοντας λίγα δευτερόλεπτα πριν απαντήσει η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Τι κάνω τώρα; σκέφτεται ο ήρωας μας, μη μπορώντας να βγάλει από το μυαλό του τη συζήτηση της προηγούμενης βραδιάς. Αποφασίζει λοιπόν να μην καλέσει ούτε την αστυνομία ούτε κάποιο ασθενοφόρο, αλλά, αντίθετα, να οικειοποιηθεί την ταυτότητα του νεκρού και να πάρει τη θέση του.

Έτσι ξεκινά η ιστορία, με έναν τρόπο δυναμικό και έξυπνο. Το πρώτο κεφάλαιο, η συζήτηση των δύο σχετικά με το τι κάνει κανείς αν κάποιος πεθάνει σπίτι του ξαφνικά, είναι ένα δείγμα της αφηγηματικής άνεσης και της οργιώδους φαντασίας της Νοτόμπ, μιας ιδιότυπης περίπτωσης δημιουργού, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως γραφομανής και δημοσιεύει ανελλιπώς από το 1992, κάθε φθινόπωρο, και ένα βιβλίο.

Η συνέχεια δεν στέκει στο ύψος του πρώτου αυτού κεφαλαίου, δίνοντας μια νότα ανισότητας στο τελικό αποτέλεσμα, μια φθίνουσα πορεία. Παρ' όλα αυτά, οι πινελιές μαύρου χιούμουρ και υπερρεαλισμού παρουσιάζουν ενδιαφέρον και κρατούν σε εγρήγορση τον αναγνώστη, σε μία νουβέλα που διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα.

Το προνόμιο του πρίγκηπα είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Νοτόμπ που διαβάζω, δεν με ενθουσίασε αλλά με έπεισε πως σίγουρα θα διαθέτει κάποιους τίτλους στην πλούσια εργογραφία της που πραγματικά θα αξίζουν τον κόπο να τους διαβάσει κανείς. Γεγονός που αποτελεί σημαντικό επίτευγμα, να καταφέρει να δείξει δηλαδή η συγγραφέας τις πτυχές του ταλέντου της παρά τη χλιαρή αίσθηση του συγκεκριμένου βιβλίου. Ένα μυαλό που γεννά ιστορίες, μια συγγραφέας που ζει μέσα από το γράψιμο, που αντιμετωπίζει τη συγγραφή ως ένα σοβαρό παιχνίδι, μια ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού.

υγ. Συζητώντας για το συγκεκριμένο βιβλίο ανακάλυψα πως η Βέλγα συγγραφέας έχει ένα αρκετά μεγάλο κοινό στη χώρα μας. Οι περισσότεροι δε επιβεβαίωσαν την ενστικτώδη άποψή μου αναφορικά με το συγκεκριμένο βιβλίο σε σύγκριση με κάποια από τα υπόλοιπα βιβλία της, που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια