Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ροντρίγκο Ρέι Ρόσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ροντρίγκο Ρέι Ρόσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Λογαριασμοί που κλείνουν για να μείνουν ανοιχτοί (μέρος Β')

Και αυτές οι λίστες, πώς μεγαλώνουν, με τρόπους διάφορους, της επιμονής και της συγκυρίας, μεταξύ άλλων, αλλά κυρίως: διαβάζοντας· γεγονός που διόλου, αν και φαινομενικά, παράδοξο δεν είναι, διαβάζοντας, λοιπόν, οι λίστες αντί να μικραίνουν μεγαλώνουν. Διάβασες ένα βιβλίο, σου άρεσε, τσεκάρεις την υπόλοιπη εργογραφία, ποια έχουν μεταφραστεί, ποια κυκλοφορούν, η λίστα μεγαλώνει, ένας ακόμη συγγραφέας. Να μια εκδοχή των πραγμάτων.

(το μέρος Α' το βρίσκετε εδώ)

Βιβλίο ΙΙΙ, Η βροχή και άλλα παιδιά, Ροδρίγο Ρέι Ρόσα, μτφρ. Μαρίνα Διάφα, Γιάννα Σκαρβέλη, εκδόσεις Μαγια

Στις αρχές του καλοκαιριού διάβασα τη Σεβερίνα του Ροδρίγο Ρέι Ρόσα (μτφρ. Καλυψώ Αγγελοπούλου, εκδόσεις Κυψέλη), με τον τρόπο της υποβλητική, ίσως και λόγω επαγγελματικής συγγένειας με τον αφηγητή, υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο και εκείνος, μια ερωτική ιστορία στην κόψη της παρανομίας και της εκμετάλλευσης, παλπ και στακάτος ρυθμός, ισορροπία ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό και τον αναχωρητισμό, ένα ερωτεύσιμο αερικό, με λίγα λόγια μου άρεσε πολύ το βιβλίο αυτό. Κάπου εκεί γύρω κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση Κώστα Αθανασίου η Μυστική φυλακή, μια καλοδεχούμενη συγκυρία!

Ψάχνοντας περισσότερα για τον συγγραφέα, εντόπισα μια παλιότερη έκδοση, του 1994, με τίτλο Η βροχή και άλλα παιδιά, η οποία στην ουσία είναι η έκδοση σε έναν τόμο των πρώτων δύο συλλογών με διηγήματα του Ρόσα. Δεν έχω καταφέρει ακόμα να σιγουρευτώ για το πού μπαίνει ο τόνος στις εκδόσεις Μάγια/Μαγιά, και οι δύο εκδοχές μου αρέσουν, ίσως η έλλειψη τόνου να είναι μέρος του παιχνιδιού, όπως και να έχει λειτούργησαν με έδρα τη Θεσσαλονίκη στα πέριξ της δεκαετίας του '90. Δεν κουράζομαι ποτέ να λέω πόσο τυχεροί, σε άλλα τόσο άτυχοι, είμαστε όσον αφορά τη λογοτεχνία στον τόπο μας, η πολυτέλεια να υπάρχουν τόσο πολλές και τόσο καλές επιλογές για όλα τα γούστα. Με λίγο ψάξιμο, να μην τα πολυλογώ, το βρήκα. Αποφάσισα να πιάσω το νήμα από την αρχή, σύντομα θα ακολουθήσει η Μυστική φυλακή.

Για τον Ρόσα είχε εκφραστεί με κολακευτικά λόγια ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, ωστόσο, υπάρχει ακόμα ένας τεράστιος συγγραφέας, τέτοιος υπήρξε ο Πολ Μπόουλς, που μάλλον στην Ελλάδα δεν αναγνωρίστηκε στο βαθμό που του αναλογούσε, ο οποίος, εκτός από φιλικές σχέσεις μαζί του, μετέφρασε στα αγγλικά κάποια από τα πρώτα έργα του, τι παράσημο!

Η έκδοση περιλαμβάνει 37 διηγήματα, μικρού σχετικά μεγέθους στην πλειοψηφία τους, τα οποία διέπονται από την συνύφανση δύο κόσμων, που τουλάχιστον στα μάτια του μακρινού παρατηρητή χαρακτηρίζουν τη Λατινική Αμερική, όπως αυτή αποτυπώνεται λογοτεχνικά, ιδιαίτερα μετά την επέλαση του μαγικού ρεαλισμού αλλά και την επιρροή του φαινομένου Μπόρχες, ένας κόσμος μαγικός, ανοιχτός στο παράδοξο και το παράλογο, αλλά και τον σκληρό ρεαλισμό μιας περιοχής με μεγάλη παράδοση στην πολιτική αστάθεια, στην οικονομική δυσπραγία, στη μεταποικιακή πραγματικότητα, χώρες των ανισοτήτων και της βίας. Ο Ρόσα, στα πρώτα του αυτά διηγήματα, περισσότερο από το προσωπικό του στυλ, ευδιάκριτο αλλά όχι ιδιαίτερα προσωπικό, ίσως η μεσολάβηση των χρόνων να παίζει τον ρόλο της, ορίζει τα όρια της επικράτειας εντός της οποίας επιθυμεί να κινηθεί λογοτεχνικά, τους μικρόκοσμους εντός της πραγματικότητας που θέλει να χτίσει, και αυτό είναι που διέπει τα διηγήματα των δύο συλλογών, το κακό και ο έρωτας, η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς, μια σκοτεινή ματιά χωρίς να εγκλωβίζεται στον εξωτισμό, διηγήματα ψηφίδες, διηγήματα κεφάλαια, διηγήματα γέφυρες, προλογίζουν και προοικονομούν ένα μυαλό που γεννά ιστορίες, τις πρώτες καταχωρήσεις σε μια εργογραφία που μένει να εξελιχθεί.

υγ. Για τη Σεβερίνα, περισσότερα θα βρείτε εδώ.  Για βιβλία του Πολ Μπόουλς: Τσάι στη Σαχάρα εδώ, Ψηλά πάνω από τον κόσμο εδώ, Ο καιρός της φιλίας εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 

Βιβλίο IV, Το μεγάλο όνειρο του παραδείσου, Σαμ Σέπαρντ, μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδόσεις Καστανιώτη 

Όταν διάβασα το Ο άλλος μέσα του, δεν ήμουν προετοιμασμένος γι' αυτό που θα μου συνέβαινε, κανείς δεν είχε βρεθεί να με προειδοποιήσει, μια καινούρια έκδοση, κάτι μου έλεγε το όνομα του συγγραφέα, δεν άργησα να φτάσω στο Παρίσι, Τέξας, αυτό ήταν, το αγόρασα, το διάβασα, σοκ και δέος. Είμαστε στο 2019, δύο χρόνια αφού ο Σέπαρντ είχε φύγει από τη ζωή, και αυτό αποδείχτηκε το καλύτερο βιβλίο που διάβασα σύμφωνα με εκείνη την ετήσια απογραφή. Κάποιος, ενώ μοιραζόμουν το δέος, μου είπε πως επρόκειτο να κυκλοφορήσει και το τελευταίο βιβλίο του που εκδόθηκε, ακόμα τίποτα. Πέρασαν κάποια χρόνια, το βιβλίο ακόμα έστεκε μέσα μου, επανερχόταν στην ασθενή μου μνήμη διαρκώς, ωστόσο παρότι συγκέντρωσα, καλό μυρμήγκι είμαι ώρες και φορές, και άλλα βιβλία του, έφτασε το περσινό καλοκαίρι για να νιώσω την ανάγκη καταφυγής σε κάτι ακόμα δικό του, τα Χρονικά των Μοτέλ.

Είναι σωτήριο, στο όριο της υπερβολής κινούμαι και το ξέρω, να υπάρχει στη βιβλιοθήκη σου κάποιο αδιάβαστο βιβλίο ενός συγγραφέα που ξέρεις πως θα σε συντρέξει όταν η ανάγκη παρουσιαστεί. Και φέτος, σχεδιάζοντας το πλάνο διακοπής, με έκανα εικόνα να διαβάζω ένα διήγημά του και ύστερα να κάνω μια βουτιά, και κάπως έτσι να περάσω μια ολόκληρη μέρα στη θάλασσα κυνηγώντας τη σκιά, να διαβάζω ένα διήγημα και να βουτάω, ίσως γιατί διαισθητικά πρόσμενα το εφέ Κάρβερ, που, δική μου επινόηση, έχει να κάνει με τον τρόπο που το κάθε διήγημα περνάει στο επόμενο, πως άλλα πρόσωπα σε άλλα σαλόνια ανεβαίνουν σε κάθε επόμενη σκηνή, αλλά είναι πάντα η ίδια ατμόσφαιρα, ο ίδιος καμβάς, η μια ιστορία μέσα στην άλλη, και ναι, κάθε ένα διήγημα, του Κάρβερ, αλλά και του Σέπαρντ στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί με θαυμαστή άνεση να σταθεί μόνο του, ωστόσο η μαγεία να διαβάζεις διαδοχικά τα διηγήματα, ειδικά αν μεσολαβεί μια βουτιά σε ιδανικά προς το παγωμένη θάλασσα, αγγίζει άλλες σφαίρες αναγνωστικής απόλαυσης.

Και τα διηγήματα του Σέπαρντ επιτέλεσαν με θαυμαστή ακρίβεια τον ρόλο τους έτσι όπως τον είχα φανταστεί και επιθυμήσει, παρότι η θάλασσα ήταν ρηχή και ζεστή, εκείνα άφηναν ξέφτια από νήματα για να ενώνονται, κάθε ένα από εκείνα ακόμα ένα κομμάτι στο συνολικό παζλ. Περιττό να μιλήσω για την τεχνική αρτιότητα, βαρετό να αναφερθώ σε κάθε μία από τις επιμέρους πλοκές. Για μια ώρα ανάγκης έχω στη βιβλιοθήκη το Διασχίζοντας τον παράδεισο, ίσως για κάποια επόμενη διακοπή, για κάποια επόμενη θάλασσα.

υγ. Ακόμα μια χρονιά ξεκινά, ακόμα μια φορά δεσμεύομαι στον εαυτό μου πως θα διαβάσω επιτέλους Λουσία Μπερλίν.
υ.υγ. Για το Ο άλλος μέσα του, περισσότερα θα βρείτε εδώ, για τα Χρονικά των Μοτέλ εδώ. Για τα βιβλία του Κάρβερ, Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη εδώ, για το Ελέφαντας εδώ.
υ.υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!  

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Σεβερίνα - Rodrigo Rey Rosa

«Την παρατήρησα από την πρώτη φορά που μπήκε, κι αμέσως κατάλαβα ότι ήταν κλέφτρα, παρόλο που εκείνη τη μέρα δεν έκλεψε τίποτα.
Τις Δευτέρες, τα απογεύματα, είχε συνήθως βραδιές ποίησης στο "Λα Εντρετενίδα", το βιβλιοπωλείο που είχαμε ανοίξει πρόσφατα μια παρέα φίλων παθιασμένων με τα βιβλία. Δεν είχαμε και τίποτα καλύτερο να κάνουμε και επίσης είχαμε κουραστεί να δίνουμε υπερβολικά ποσά για βιβλία που δεν ήταν του γούστου μας, πράγμα σύνηθες για τους περίεργους, όπως συχνά μας αποκαλούν στις επαρχιακές πόλεις. (Εδώ συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τώρα.) Εντέλει, για να τελειώνουμε με αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, ανοίξαμε το δικό μας κατάστημα».

Όταν η Σεβερίνα, που τότε εκείνος δεν ήξερε το όνομά της, μπήκε στο βιβλιοπωλείο αμέσως κατάλαβε πως ήταν κλέφτρα, λίγο πριν, λίγο μετά, ταυτόχρονα ίσως, τη βρήκε πανέμορφη, η γοητεία της τον κατέλαβε πάραυτα. Εκείνος, μαζί με κάτι φίλους, είχαν ανοίξει το βιβλιοπωλείο, ο τρόπος να κάνεις ένα ακριβό χόμπι επάγγελμα, ο τρόπος να σε βλέπουν οι άλλοι, αντί για περίεργο, ένα είδος επιχειρηματία. Όλα αυτά, ωστόσο, τα αναφέρει η πρώτη σελίδα. Τα υπόλοιπα τα αφήνει να εννοηθούν, τα προοικονομεί κατά κάποιο τρόπο, έπεται να τα αφηγηθεί εκείνος.

Αν ισχύει πως εκείνοι που γράφουν, είναι περισσότεροι από εκείνους που διαβάζουν, ίσως να ήταν ακόμα πιο σοκαριστικό, αν υπάρχει πια κάτι που να σοκάρει μια κοινωνία έτσι και αλλιώς σε σοκ, το ποσοστό των ανθρώπων που θα δήλωναν πως το όνειρό τους είναι να ανοίξουν ένα βιβλιοπωλείο, καθένας για τους δικούς του λόγους, φαινομενικά, κυρίως, ωστόσο, για να είναι, όπως θα δήλωναν, όλη μέρα ανάμεσα σε βιβλία, να διαβάζουν και να συζητούν γι' αυτά, και θα μπορούσα πολλά να πω για τα όνειρα που γίνονται φυλακές, για τους τόνους από λογιστικό χαρτί, για τη διαρκή ανατροφοδότηση με τίτλους, πωληθέντες και καινούργιους, για τα περιθώρια κέρδους, για όλα εκείνα που —αφελώς;— δεν τα σκέφτηκαν, δεν τα υπολόγισαν και τώρα γκρινιάζουν για όλα αυτά, όπως εκείνοι που μετά από χρόνια στο Λονδίνο συνεχίζουν να παραπονιούνται πως βρέχει διαρκώς, χωρίς να αναφέρονται στο βασικό, και αυτό δεν είναι το όνειρο που έγινε πραγματικότητα, αλλά το γεγονός πως ένα βιβλιοπωλείο είναι παρ' όλ' αυτά ένα μέρος μαγικό. Όλα αυτά, ωστόσο, είναι μάλλον άσχετα με το βιβλίο αυτό, ή και όχι.

Τα βιβλία που στο επίκεντρό τους έχουν βιβλία ή δημιουργούς βιβλίων ή χώρους βιβλίων, που συχνά χαρακτηρίζονται ως βιβλιοφιλικά, λες και υπάρχουν και βιβλιοεχθρικά, είναι για μένα μια συχνά ένοχη απόλαυση, ένοχη γιατί πια, τώρα που κάπως έχουν γίνει της μόδας, ούτε το πάθος, που παλιότερα χαρακτήριζε τη συγκεκριμένη κατηγορία, δεν υπάρχει, απλά μια διέξοδος πιθανής εμπορικής επιτυχίας διαφαίνεται, το βιβλιοπωλείο-φαρμακείο που σώζει χαμένες ψυχές, τα διαβάζω, αλλά ρίχνω και μια ματιά τριγύρω, μήπως κάποιος με παρακολουθεί, ενίοτε, όπως συνέβη με το Σεβερίνα, η αλυσίδα την ένοχης απόλαυσης απολύει τον χαρακτηρισμό της και απομένει μονάχη της. Και η αλυσίδα άξιζε το βάρος της.

Η κλοπή βιβλίων, ανάμεσα σε άλλες κλοπές, έχει ένα στοιχείο ευγένειας και ρομαντικότητας, σαν να μη πρόκειται για απλή κλοπή, καταδικασμένη απερίφραστα, ένας μύθος έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτή, σαν κάτι προφανές, σαν κάτι που όλοι μας έχουμε κάνει, γιατί ήμασταν μικροί και φτωχοί και θέλαμε να διαβάσουμε. Η Σεβερίνα είναι μια κλέφτρα βιβλίων.

Ο αφηγητής μας την ερωτεύεται, την παρακολουθεί, την περιμένει να έρθει ξανά στον τόπο του εγκλήματος, το πάθος της κλοπής δύσκολα καταλαγιάζει, το ξέρουν όλοι αυτό, αργά ή γρήγορα εκείνη θα επιστρέψει, εκείνος θα την πιάσει στα πράσα, θα της δείξει τη λίστα με τα βιβλία που υπεξαίρεσε, θα της μιλήσει για κάμερες, αλλά η φωνή του θα τρέμει, είναι όμορφη η Σεβερίνα, και, μην το αμελούμε, μοιράζεται, ή μοιάζει να μοιράζεται, το ίδιο πάθος με εκείνον, τα βιβλία, εκείνη τα κλέβει, εκείνος άνοιξε ένα βιβλιοπωλείο.

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, που η λογοτεχνία, παρέα με το διάχυτο κακό, ήταν ένας από τους βασικούς πόλους της λογοτεχνίας του, εκτός από δεινός γραφιάς, ένας από τους μεγάλους σύγχρονους, ένας ακόμα από τους πρόωρα χαμένους, που άφησε πίσω του τόσα βιβλία αλλά και τόσα τι θα συνέβαινε εάν δεν πέθαινε στα πενήντα του, ήταν και ένας δεινός αναγνώστης, με μεγάλη επάρκεια για τη συγκαιρινή του λογοτεχνία, επίσης, να κάτι που οι δεινοί κάνουν, δεν βάζουν φίλτρα και αναχώματα, αλλά διαβάζουν πολύ, είχε πει για τον Ροντρίγκο Ρέι Ρόσα: «Ο πιο αμείλικτος συγγραφέας της γενιάς μου, ο πιο διάφανος... ο πιο φωτεινός απ' όλους», και αυτός ο συγγραφέας, παρ' όλη την ισπανόφωνη λογοτεχνία που έχει μεταφραστεί, δεν υπήρχε πρακτικά στα ελληνικά, πλην μιας αρχαίας έκδοσης, το 1992 από τις εκδόσεις Μάγια, μέχρι που η Καλυψώ Αγγελοπούλου τον μετέφρασε ιδανικά και οι εκδόσεις Κυψέλη τον εξέδωσαν όμορφα, έτσι επανασυστήθηκε και τώρα περιμένουμε και άλλα βιβλία του να κυκλοφορήσουν, να ένα άγχος όταν διαβάζεις ένα βιβλίο που σου αρέσει πολύ, εύχεσαι/αγωνίας να πάει καλά εμπορικά.

Ο πήχης είχε τοποθετηθεί έτσι και αλλιώς ψηλά, όταν ένας σπουδαίος συγγραφέας συστήνει έναν ομότεχνό του, τότε οι λίστες έρχονται και γεμίζουν με νέα ονόματα, με επιπλέον βιβλία, λες και δεν μας έφταναν όσα ως τώρα είχαμε βάλει στο μάτι, λες και θα ζήσουμε σε καιρούς και χρόνια ανέφελα και πολλά, λες και μας περισσεύει χρόνος. Τέλος πάντων. Έλεγα για τον πήχη, ήδη τοποθετημένο ψηλά, ακολούθησε η πρώτη σελίδα, ψήλωσε και άλλο, η ανάγνωση έμενε να αποφανθεί επί αυτού. Όσο αυθαίρετος και αν είναι ο ορίζοντας προσδοκιών που, συνειδητά ή όχι, συνήθως όχι, δημιουργήθηκε άπαξ και το βιβλίο βρέθηκε μπροστά μου, κάπου μέσα μου ήξερα τι είδους βιβλίο θα ήταν αυτό, τι και αν γραμμένο χρόνια μετά τον θάνατο του Μπολάνιο, πως, αφού θα ήταν του γούστου του, τότε η λογοτεχνία και το κακό θα ήταν εκεί, με έναν χαρακτήρα παλπ διάχυτο, μια λογοτεχνία αλλεργιογόνα για τις αναγνωστικές ελίτ, με το πάθος διάχυτο, την αίσθηση πως εδώ διακυβεύονται τα πάντα, θαρρείς. Και ο Ρέι Ρόσα, στη Σεβερίνα, ανταποκρίθηκε εξαιρετικά σε όσα ο έρμος ορίζοντας προκατέλαβε. Μια —ακόμα μια— ιστορία αγάπης.

Στακάτος ρυθμός που ορίζει το αναγνωστικό τέμπο, άψογα αποτυπωμένη, η άβυσσος στην οποία με τη θέλησή του πέφτει μέσα της ο αφηγητής και η Σεβερίνα ένα αερικό, αδύνατο να το κρατήσει ανάμεσα στα χέρια του. Ο κόσμος της λογοτεχνίας, ένας κόσμος μέσα στον κόσμο, μια επικράτεια γνώριμη, οικεία για τον αναγνώστη, μια συγγένεια, η αναγνώριση ενός ομοίου, που συχνά μπερδεύεται ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθοπλαστικό, που βλέπει τη λογική του να παραμερίζεται, να γίνεται ήρωας —εδώ γελάμε φωναχτά— μιας ιστορίας, η αφέλεια ποτίζει τον κήπο, εκείνος καρπίζει όνειρα με τα μάτια ανοιχτά και ένα βιβλίο ακουμπισμένο στο στήθος, το κακό παραφυλά, και εκείνη η παρένθεση πως (Εδώ συμβαίνουν πολύ χειρότερα πράγματα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τώρα), αποδεικνύεται ξανά και ξανά τόσο απόλυτα σχετική με την ενασχόληση με τη λογοτεχνία, εντάξει και με τον έρωτα, τόσο απλά και τόσο κοινότοπα, το μπούνκερ όπως συνηθίζω να λέω, που δεν μαγεύει, δεν σκορπά χρυσόσκονη, δεν παρασέρνει με γλυκόλογα, αλλά είναι γεμάτο από ζωή και πράγματα των ανθρώπων. Μέσα στον κόσμο, αλλά για λίγο μέσα σε ένα κομμάτι του, τα άλλα σε παρένθεση, η φρίκη και ο ζόφος, παράπονο δεν έχουμε κανένα, άλλωστε. Μια λογοτεχνία που δεν μπλέκεται μέσα στα γρανάζια του απόλυτου, από τη μια ή την άλλη μπάντα, του σκληρού ρεαλισμού ή της αναχώρησης, μια λογοτεχνία που κάτι θυμίζει, κάτι σκάβει, κάτι βρίσκει, κάπου αγκιστρώνεται, κάτι αποκολλά και κάτι μεταμοσχεύει.

Αν ήταν βιβλίο του Μπολάνιο θα ήταν ίσως το Λούμπεν μυθιστορηματάκι, αν μια τέτοια αναλογία χρησιμεύει σε κάτι.

υγ. Για το Λούμπεν μυθιστορηματάκι περισσότερα θα βρείτε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Καλυψώ Αγγελοπούλου
Εκδόσεις Κυψέλη