Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Ξεφυλλίζοντας το ημερολόγιο ανάγνωσης του 2012


Δεν είχα πρόθεση να κάνω ανασκόπηση. Αναλογιζόμουν όμως τα βιβλία που διάβασα φέτος, ανέτρεξα στις αναρτήσεις από πέρυσι το Γενάρη και κάπως έτσι προέκυψαν οι παρακάτω ημερολογιακού χαρακτήρα σημειώσεις.





Ιανουάριος

Στις γιορτές των Χριστουγέννων, τα τελευταία χρόνια, διαβάζω Μουρακάμι και η παράδοση συνεχίστηκε, Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο. Ο μήνας συνεχίστηκε σε ρυθμούς βιβλιοφιλικούς (Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα, Δουβλινιάδα, Στο καλό μυθιστόρημα). Με την Υπόθεση Μπεστ σέλλερ ολοκλήρωσα τα μυθιστορήματα του Χρήστου Βακαλόπουλου.
 Κουκκίδα χοντρή : Η νουβέλα του Τζούλιαν Μπαρνς, Ένα κάποιο τέλος


Φεβρουάριος

Δε συμμερίστηκα τον ενθουσιασμό της πλειοψηφίας σχετικά με τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πρόκειται για ένα κακό βιβλίο. Ο Γιόζεφ Ροτ είναι τεράστιος συγγραφέας κάτι το οποίο επιβεβαίωσα ακόμα μια φορά διαβάζοντας την Ομολογία ενός Δολοφόνου.

Κουκκίδα χοντρή : Η γνωριμία με τη άκρως ενδιαφέρουσα συγγραφέα Άντζελα Δημητρακάκη (Ανταρκτική)


Μάρτιος

Το γενέθλιο μήνα του ιστολογίου έμελλε να έρθω, για πρώτη φορά, σε επαφή με δύο τεράστιους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο λόγος για τους Χουάν Ρούλφο (Πέδρο Πάραμο) και Αντόνιο Ταμπούκι (Ο Τριστάνο πεθαίνει). Από τα υπόλοιπα αναγνώσματα ξεχώρισαν το Πάρκο των ελαφιών του σπουδαίου Νόρμαν Μαίηλερ και τη νουβέλα του Τόμας Μαν, Τόνιο Κρεγκερ.


Απρίλιος

Η πλειοψηφία των απριλιάτικων βιβλίων ανήκει σε γυναίκες δημιουργούς: Μάργκαρετ Άτγουντ (Η πορφυρή δούλη), Γιόκο Ογκάουα (Ξενοδοχείο Ίρις), Άλι Σμιθ (Κορίτσι συναντά αγόρι), Άννα Ζένγκερς (Το τέλος) και Νικόλ Κράους (με το Όλα καταρρέουν ξεκινά η γόνιμη συνεργασία με το Mixtape.gr). Πρώτη επαφή με τον Εντουάρντο Γκαλεάνο (Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου).
Κουκκίδα χοντρή : Εμείς του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, προπομπός της λογοτεχνικής δυστοπίας.


Μάιος


Αρκετή και καλή ελληνική λογοτεχνία: Αριστείδης Αντονάς (Ο φλογοκρύπτης), Γιάννης Σκαρίμπας (Φυγή προς τα εμπρός), Κωνσταντίνος Τζαμιώτης (Η εφεύρεση της σκιάς), Ιωάννα Μπουραζοπούλου (Τι είδε η γυναίκα του Λώτ;), Θοδωρής Καλλιφατίδης (Τα περασμένα δεν είναι όνειρο). Αγαπημένος Βίλα Μάτας (Μπαρτλεμπυ & Σία).

Κουκκίδα χοντρή : Αμερικανική Λήθη του David Foster Wallace.


Ιούνιος

Δεύτερο μυθιστόρημα της Δημητρακάκη (Αντιθάλασσα) και η συγγραφέας ανεβάζει ακόμα ψηλότερα τον πήχη. Ο Δημήτρης Σωτάκης σε νέα μονοπάτια με το Θάνατο των Ανθρώπων. Ο Νορβηγός μουσικός Ketil Bjornstad με το Ποτάμι στη συνέχεια της Λέσχης των νέων πιανιστών.
Κουκκίδα χοντρή : Η τυφλόμυγα, Siri Hustvedt.


Ιούλιος

Σε ρυθμούς παραλίας με την Υποψία του Ντύρενματ και τα Τηλεφωνήματα του Μπολάνιο. Λίγο νωρίτερα, μια καυτή Κυριακή, ο Καθένας του Φίλιπ Ροθ. Τεράστια έκπληξη οι Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ της Νάνσυ Χιούστον.
Κουκκίδα χοντρή : Κοσμόπολις, Ντον Ντελίλλο.


Αύγουστος

Διάβασα λιγότερο απ' όσο υπολόγιζα. Ας με λένε Γκάντενμπαϊν του Μαξ Φρις. Και το 2012 αγαπάμε με πάθος γερμανόφωνη ελβετική λογοτεχνία. Η παρωδία αστυνομικού μυθιστορήματος Τα μυστήρια της Μαδρίτης δια χειρός Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα. Το Μανιφέστο της ήττας, τρίτο μυθιστόρημα της Δημητρακάκη και μπορώ, με βεβαιότητα, να πω πως πρόκειται για μία από τις αποκαλύψεις της χρονιάς.
Κουκκίδα χοντρή : Το πολλά υποσχόμενο συγγραφικό ντεμπούτο της Μαρίας Ξυλούρη, Rewind.  


Σεπτέμβριος

Σίρι Χούστβεντ (Καλοκαίρι δίχως άντρες), Μαρία Ξυλούρη (Πώς τελειώνει ο κόσμος). Διηγήματα του Ηπειρώτη καθηγητή ιχθυολογίας, Γιάννη Πάσχου, υπό τον τίτλο Μία νυξ δι' εν έτος.
Κουκκίδα χοντρή : Γιάκομπ Φον Γκούντεν, Ρόμπερτ Βάλζερ.


Οκτώβριος

Αλέξανδρος Κοτζιάς (Η μηχανή) και Φαίδων Ταμβακάκης (Η Υστάτη). Κενζαμπούρο Όε (Τσάκισέ τα από μικρά, σκότωσε τα από παιδιά) και Αντόνιο Ταμπούκι (Η χαμένη κεφαλή του του Νταμασένου Μοντέιρου).
Κουκκίδα χοντρή : Ο Εξώστης του Νίκου Καχτίτση.


Νοέμβριος

Πολ Όστερ μετά από καιρό (Το παλάτι του φεγγαριού). Ημιτελές μα υπέροχο το αφήγημα της Ingeborg Bachmann, Περίπτωση Φράντσα. Στρατοπεδική λογοτεχνία από τον Χόρχε Σεμπρούν (Ο νεκρός που μας χρειάζεται). Ενδιαφέρον ντεμπούτο για τον Ρωμανό Σκλαβενίτη- Πιστοφίδη (Διαβάτες στην πόλη). Το μοναδικό μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, Έξι νύχτες στην Ακρόπολη.
Κουκκίδα χοντρή : Υπέροχοι Απόκληροι, Λέοναρντ Κοέν.


Δεκέμβριος

Σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία από το Νικόλο Αμανίτι, Εγώ και εσύ. Η συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Παλαβού, Αστείο. Γιόζεφ Ροτ (Hotel Savoy). Γαλλικό νουάρ με τη Σιωπή των νεκρών του Jean Paul Noziére.
Κουκκίδα χοντρή : Η εφεύρεση του Μορέλ, Adolfo Bioy Casares. 




Πολλές ευχές για μια χρονιά γεμάτη δημιουργικότητα, υγεία και καλές αναγνώσεις.






Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω...(#4)

Δεν είναι φήμη ή κουτσομπολιό αλλά πρακτική διάφορων εκδοτικών οίκων να απαιτούν από τον επίδοξο συγγραφέα να καταβάλλει το σύνολο του κόστους έκδοσης ώστε να μπορέσει να δει το έργο του τυπωμένο υπό του οίκου και στην πρόσοψη κάποιου βιβλιοπωλείου.

Γεγονός, που δεν είναι απαραίτητα κατακριτέο ή ακατανόητο, αλλά φέρει συχνά μία προβληματική που οφείλεται κυρίως στην έλλειψη τακτ και ειλικρίνειας.

Οι ιστορίες που γνωρίζω προσωπικά είχαν την εξής παρόμοια εξέλιξη:  Ο επίδοξος συγγραφέας πιστεύοντας πως το πόνημά του είναι έτοιμο να κάνει τη γύρα του ανά τους εκδότες, ψάχνει και καταλήγει σε κάποιους. Το στέλνει, σε άλλους ταχυδρομικά και σε άλλους ηλεκτρονικά. Από την επόμενη κιόλας μέρα, ρίχνει κλεφτές ματιές στην αλληλογραφία του και στο τηλέφωνό του. Αν και είναι νωρίς δε μπορεί να κάνει αλλιώς, τον τρώει το σαράκι της αναμονής.

Και τότε το τηλέφωνο χτυπάει, στην άλλη άκρη της γραμμής υπάλληλος γνωστού εκδοτικού οίκου του ανακοινώνει τα χαρμόσυνα νέα, "το έργο σας μας ενδιαφέρει και θα θέλαμε να έρθετε από εδώ να το συζητήσουμε". Ο επίδοξος δε μπορεί να το πιστέψει (ειδικά αν είναι η πρώτη του φορά), συμφωνεί με όλα όσα ακούει και πλημμυρίζει με ευχαριστίες τη γραμμή. Αν και το ραντεβού είναι για την επόμενη μέρα εκείνος δε διστάζει να μοιραστεί το νέο με τους κοντινούς του ανθρώπους, η χαρά του δεν περιγράφεται...

...ώσπου φτάνει η μέρα του ραντεβού. Ο δικηγόρος του οίκου περιμένει με ένα συμβόλαιο στο χέρι, ξεκαθαρίζει στον αποσβολωμένο συνομιλητή  πως ο ίδιος δεν έχει διαβάσει το υπό έκδοση έργο και μπαίνει κατευθείαν στο ψητό των αρμοδιοτήτων του, τόσα θα δώσεις, τόσα αντίτυπα θα αγοράσεις, τόσα θα στείλεις, αλλά και εμείς θα και θα και θα...

Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνω, ο τρόπος με τον οποίο ενεργούν ορισμένοι, το γεγονός πως δε μπορούν το σταράτο του πράγματος, το ευθύ και το τίμιο. Ο τρόπος τους είναι αυτός που σε αναγκάζει να σκεφτείς πονηρά, που δε σε πείθει πως κάποιος ασχολήθηκε με το γραπτό σου και σε οδηγεί στο συμπέρασμα πως δεν πρόκειται για λογοτεχνία μα για οικονομική συνδιαλλαγή. Ξεκάθαρα. Ύστερα το συζητάς και διαπιστώνεις πως υπάρχουν και άλλοι που βρέθηκαν στην ίδια άβολη θέση, παρακολουθείς την πορεία των τιμών και το πλήθος των αντιτύπων να ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση και το είδος, νιώθεις την αλληλεγγύη του θύματος.

Η αυτοέκδοση δεν είναι κατακριτέα, για μένα τουλάχιστον. Από τη μία, άνθρωποι που έχουν επενδύσει χρόνο και κόπο στο έργο τους και επιθυμούν να το αντικρίσουν τυπωμένο, κάτι που κανείς δε μπορεί να τους απαγορεύσει. Από την άλλη, οι εκδότες που κρίνουν αν επιθυμούν/μπορούν να προχωρήσουν στη συγκεκριμένη έκδοση, μας αρέσει δε μας αρέσει. Αν τώρα, εκδότης και συγγραφέας επιθυμούν να βαδίσουν τον τρίτο εκδοτικό δρόμο έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν, ο καθένας με το ρίσκο και τις βλέψεις του και αφού πρώτα ο εκδότης (ή κάποιος υπεύθυνος του οίκου, όχι πάντως ο δικηγόρος) συζητήσει με το συγγραφέα σχετικά με τη λογοτεχνική πλευρά του έργου πριν προχωρήσουν στην οικονομική. Πιστεύω πως σε έναν (φαινομενικά τουλάχιστον) ειλικρινή διάλογο ο συγγραφέας θα μπορούσε να αντιληφθεί τις οικονομικές συνθήκες αλλά ταυτόχρονα να πιστέψει πως ο εκδότης γουστάρει να εκδώσει, με το λογότυπο, του οίκου του το βιβλίο.   

Οι γνωστοί μου, που έπεσαν στην τηλεφωνική αυτή φάρσα, αρνήθηκαν την "προσφορά". Κάποιοι βρήκαν γρήγορα εκδοτική στέγη και τα βιβλία τους είναι εκεί έξω, ανάμεσα σε άλλα, και προσπαθούν να δελεάσουν υποψήφιους αναγνώστες. Οι υπόλοιποι επέστρεψαν με πείσμα στο συγγραφικό εργαστήρι και θα επανέλθουν δριμύτεροι!

(Δε θα ασχοληθώ με τον αριθμό των εκδόσεων ανά έτος ή ανά κάτοικο. Τόση ποίηση και τόση λογοτεχνία. Δεν είναι μαρούλια. Το έχω επαναλάβει, το πρόβλημα του βιβλίου στη χώρα μας είναι καθαρά θέμα παιδείας, οι αριθμοί έπονται.) 

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Η σιωπή των νεκρών - Jean Paul Noziére







Ο Κριστιάν Μιλιούς, γνωστός και με το παρατσούκλι Μπλου που του κόλλησαν οι συνάδελφοί του στο τμήμα, βγαίνει στη σύνταξη. Τα τελευταία χρόνια της υπηρεσίας του οι ανώτεροι συνήθιζαν να του φορτώνουν όλη τη χαμαλοδουλειά. Μόλις κάποια υπόθεση αποδεικνυόταν πιο σύνθετη άμεσα την ανέθεταν σε άλλον. Εκείνος στωικά περίμενε να περάσει ο καιρός, να βγει στη σύνταξη, να απαλλαγεί από τους κατ’ ευφημισμόν συναδέλφους του. Δεν έκανε τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που του ζητούσαν, βιαστικά έκλεινε τις υποθέσεις για να βυθιστεί αμέσως στην εφημερίδα. Η τελευταία υπόθεση που ανέλαβε ήταν μια φαινομενικά αθώα αυτοκτονία. Ένας Άραβας βρέθηκε νεκρός στο τροχόσπιτό του δίπλα στη λίμνη λίγο έξω από τη μικρή επαρχιακή πόλη. Παρά το γεγονός πως η σύντομη επιτόπια έρευνα έφερε στο φως στοιχεία ικανά να κινήσουν την περιέργειά του, εκείνος θα κλείσει βιαστικά την υπόθεση. Θα συναντήσει την αδερφή του θύματος η οποία επιμένει πως ο αδερφός της δε θα αυτοκτονούσε ποτέ αλλά γρήγορα συμβιβάζεται με τη μοίρα του μέσου Άραβα μετανάστη που θεωρείται πολίτης δεύτερης κατηγορίας όχι μόνο από την κοινωνία αλλά και από τις επίσημες αρχές του κράτους.

Στις μέρες μετά τη συνταξιοδότηση ο χρόνος θα διασταλεί, οι ώρες θα κυλούν αργά για τον Κριστιάν ο οποίος ζει μόνος του μετά το θάνατο της γυναίκας του. Οι δύο του κόρες τον κατηγορούν για το θάνατό της ενώ με το γιο του συντηρεί μια τυπική ηλεκτρονική αλληλογραφία. Περνά μεγάλο μέρος της ημέρας του σε ένα τάνγκο-μπαρ με το όνομα «Σώματα Ασώματα». Ο χορός είναι ένα πρόσκαιρο και σύντομο αποκούμπι απέναντι στη μοναξιά. Στο μπαρ θα γνωρίσει τον Κοκκινομάλλη, έναν νεαρό ζιγκολό που φιλοδοξεί να γίνει ιδιωτικός ντετέκτιβ. Η βαρεμάρα σε συνδυασμό με κάποιες τύψεις θα τον οδηγήσουν στην απόφαση να ανοίξει ξανά το φάκελο της αυτοκτονίας. Τα στοιχεία θα τον οδηγήσουν σε έναν πάμπλουτο, πρώην ακόλουθο πρεσβείας, που είναι γνωστός στην περιοχή ως Πρέσβης.

Πρόκειται για το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα στη Γαλλία. Η υπόθεση λαμβάνει χώρα στην επαρχία, μακριά από την παρισινή λάμψη. Νουάρ μυθιστόρημα, τέκνο γνήσιο της γαλλικής παράδοσης στο είδος. Η αστυνομική αναζήτηση αποτελεί την επίφαση, το όχημα μέσω του οποίου ο συγγραφέας επιλέγει να εκφραστεί, η σκοπιά από την οποία παρατηρεί την εποχή και τους ανθρώπους της. Το κυνήγι του δολοφόνου προσδίδει το απαραίτητο σασπένς στο βιβλίο με τον αναγνώστη να δυσκολεύεται να το αφήσει από τα χέρια του θέλοντας να μάθει τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα. Όμως, αυτό από μόνο του δε θα ήταν αρκετό, είναι δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) τα νουάρ μυθιστορήματα που κυκλοφορούν ανήκοντας σε ένα λογοτεχνικό είδος ανέκαθεν αγαπητό που τα τελευταία χρόνια κερδίζει όλο και περισσότερους αναγνώστες. Ο πλουραλισμός και η τριβή ‘‘αυστηροποιούν’’  τα κριτήρια του αναγνωστικού κοινού ενώ ταυτόχρονα οι απαιτήσεις μεγαλώνουν καθώς η διαλεύκανση του εγκλήματος από μόνη της δε φαντάζει αρκετή.

Ο Νοζιέρ τα καταφέρνει περίφημα. Σε μια ιστορία που δε χρήζει ιδιαίτερης πρωτοτυπίας προσδίδει στοιχεία ικανά να κάνουν ξεχωριστό αυτό το μυθιστόρημα. Χαρακτήρες δουλεμένοι, σχολιασμός και αποτύπωση της σύγχρονης εποχής, κορυφώσεις στην αγωνία, ανατροπές, πλοκή σφικτή. Ψηφίδες στο κολάζ αποτελούν μεταξύ άλλων το παρακμιακό μπαρ και οι μεσήλικες, μοναχικοί θαμώνες του, η ζωή στην επαρχία, οι μετανάστες από τις πρώην γαλλικές αποικίες, ο θρησκευτικός φομενταλισμός, η μοναξιά και η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, οι δύσκολες οικογενειακές σχέσεις. Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι άνθρωποι ατελείς, αντιήρωες που αγωνίζονται με όση αξιοπρέπεια διαθέτουν σε ένα βαθιά ανθρώπινο βιβλίο.

Με τη Σιωπή των νεκρών ο Νοζιέρ κέρδισε το 2007 το Μεγάλο Βραβείο Νουάρ Μυθιστορήματος.



Μετάφραση Δημήτρης Σιδηρόπουλος
Εκδόσεις Πόλις

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω...(#3)

Δεν καταλαβαίνω την απαξίωση της λέξης επαγγελματίας - καθώς και των παραγώγων της - όταν κάποιος αναφέρεται στην κριτική. Αιωρείται θαρρείς μια διάκριση, ανάμεσα σε αιμοσταγείς, φιλάργυρους επαγγελματίες και ρομαντικούς ερασιτέχνες, που στα μάτια μου μοιάζει σαν απόπειρα να ευλογήσουμε τα γένια μας όσοι αποτελούμε μέρος της "εναλλακτικής" κοινότητας του ιστολογείν. Φαντάζομαι πως οι κατήγοροι θα ορίζουν ως επαγγελματίες εκείνους οι οποίοι αμοίβονται για την κριτική τους γιατί δεν έχω υπόψη μου κάποια σχολή από την οποία αποφοιτά κανείς με πτυχίο κριτικού...

Μισώ τις γενικεύσεις. Δε δέχομαι πως όλοι οι κριτικοί παίρνουν γραμμή από το τμήμα μάρκετινγκ, πως εξυπηρετούν συμφέροντα και φίλους, πως λένε ψέματα ότι κάτι τους άρεσε ή πως δε διαβάζουν καν το βιβλίο για το οποίο γράφουν και απλά κάνουν αντιγραφή-επικόλληση κάποιο δελτίο τύπου. Σίγουρα θα υπάρχουν εξαιρέσεις, αντιεπαγγελματίες, υπεύθυνοι μερικώς για το κακό στίγμα στο χώρο. 

Και από την άλλη το διαδίκτυο, ιστολόγια επώνυμα και ανώνυμα, ενδιαφέροντα και βαρετά. Δηλώνω μεγάλος φαν των ιστολογίων αλλά ισχύει και εδώ η παραπάνω απέχθειά μου ως προς τη γενίκευση. Δεν αποτελούν όλα τα ιστολόγια ρομαντικές απόπειρες έκφρασης. Όμως, υπάρχουν ιστολόγια, στο χώρο της βιβλιοκριτικής, που αποτελούν πυξίδα ακόμα και για τον πλέον απαιτητικό βιβλιόφιλο. Μεράκι και αγάπη για το βιβλίο που παρασύρει τον αναγνώστη και δημιουργεί μία εστία δημόσιου διαλόγου που τόσο έχει ανάγκη το βιβλίο στην Ελλάδα.

Αρνούμαι να δεχτώ πως η αποδοχή διαφήμισης είναι αμαρτία. Μια όμορφη και τεκμηριωμένη παρουσίαση αποτελεί από μόνη της διαφήμιση για το βιβλίο, έμμεση ή άμεση μικρή σημασία έχει. Ο δημόσιος λόγος για ένα βιβλίο αποτελεί μέρος (καλώς ή κακώς) της οικονομικής αλυσίδας του συγκεκριμένου προϊόντος και με την άνθιση των κοινωνικών δικτύων το ποσοστό της επιρροής ολοένα και αυξάνεται. Υπάρχουν ήδη τα πρώτα στοιχεία από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού για την επιρροή των ιστολογίων και των κοινωνικών δικτύων στην αγορά του βιβλίου.

Η τελική ευθύνη βαραίνει τον ίδιο τον αναγνώστη. Είναι εκείνος που πρέπει να μάθει να διακρίνει την παραπλανητική κριτική, την ύπουλη διαφήμιση, τη λίστα δώρων ή τη λάμψη ενός βραβείου. Και δεν είναι μόνο ζήτημα εξαπάτησης, είναι και θέμα γούστου, αισθητικής. Το βιβλίο που εμένα μου άρεσε πιθανόν εσένα να μη σου αρέσει. Διαφωνία γούστου ή και απλή συγκυρία.

Προσπαθώ να αντιμετωπίζω τους κριτικούς όπως τους φίλους μου (όσον αφορά τις προτάσεις τους). Τους παρακολουθώ συστηματικά για να τους γνωρίσω καλύτερα, δοκιμάζω κάτι που θα προτείνουν, μαθαίνω να διαβάζω ανάμεσα στις γραμμές σε μια απόπειρα να αντιληφθώ αν το βιβλίο θα μου αρέσει ή όχι, αναζητώ τους γλωσσικούς κώδικες που κρύβουν τον ενθουσιασμό του αναγνώστη. Μετά από κάποιες δοκιμές νιώθω πιο βέβαιος, μαθαίνω να εμπιστεύομαι αυτόν που υπογράφει το κείμενο και όχι το μέσο, εξακολουθώ να την πατάω αλλά συνεχίζω και δεν το μετανιώνω, το τελικό ταμείο είναι θετικό, δεκάδες - αν όχι περισσότερα- είναι τα βιβλία που έχω ανακαλύψει λόγω μιας κριτικής/παρουσίασης!!

Υπάρχουν ιστολόγοι που κερδίζουν χρήματα, ίσως όχι τόσα πολλά όσα αρκετοί φαντάζονται, τα οποία προέρχονται από διαφημίσεις του εκάστοτε πάροχου αλλά και banners. Ακόμα πιο συχνό είναι το έμμεσο κέρδος που προκύπτει από τη δωρεάν διάθεση βιβλίων από μεριάς εκδοτικών οίκων και συγγραφέων στα πλαίσια προώθησης. Προσωπικά, δε βλέπω δαίμονες πουθενά στα παραπάνω. Ήδη η wordpress πρόσθεσε διαφημίσεις χωρίς την έγκριση των μπλόγκερς με σκοπό (όπως ισχυρίζεται) να συνεχίσει να προσφέρει δωρεάν την υπηρεσία, οπότε αυτόματα η αυτοδιάθεση του χρήστη τέθηκε στο περιθώριο. Φαντάζομαι πως και οι λοιποί πάροχοι θα ακολουθήσουν αργά ή γρήγορα. Ποιος θα κατηγορήσει τότε εκείνον που επέλεξε ο ίδιος να φιλοξενήσει διαφημίσεις (με το όποιο κέρδος του αναλογεί) και δε δέχτηκε παθητικά την απόφαση του πάροχου;

Άραγε οι παραπάνω εισέρχονται στην κατηγορία των επαγγελματιών του χώρου; Υπάρχει μήπως κάποιο άλλο κριτήριο;
 
Θέλετε να αντικαταστήσουμε τη λέξη επαγγελματίας με τη λέξη απατεώνας; Να αφήσουμε τον επαγγελματία στην ησυχία του (και να του ευχηθούμε να έχει δουλειά και να πληρώνεται) και να τοποθετήσουμε στο στόχαστρο τους απατεώνες. Ο χρόνος και η τριβή είναι οι καλύτεροι σύμμαχοι στη μάχη για το διαχωρισμό της ήρας από το σιτάρι.



    

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Εγώ και Εσύ - Νικόλο Αμανίτι






Ο Λορέντσο είναι ένα μοναχικό αγόρι που επιδιώκει να βρίσκεται μακριά από το επίκεντρο της προσοχής και αποζητά την ηρεμία της ζωής στο περιθώριο. Οι γονείς του όμως ανησυχούν, κυρίως η μητέρα του. Καταφεύγει σε έναν παιδοψυχολόγο. Ο μικρός έχει υψηλό δείκτη συναισθηματικής νοημοσύνης, αντιλαμβάνεται την αγωνία των δικών του και επιχειρεί με μικρά ψέματα να ικανοποιήσει την ανάγκη τους να διακρίνουν σε αυτόν ένα "φυσιολογικό" παιδί. Όταν θα ανακοινώσει στη μητέρα του πως μία φίλη του τον κάλεσε στο εξοχικό της, παρέα με άλλα παιδιά, για τη Λευκή Εβδομάδα, εκείνη θα κλειστεί στο μπάνιο και από τη χαρά της θα ξεσπάσει σε λυγμούς. Παρά τις τύψεις για το ψέμα του, δε θα βρει το κουράγιο να το πάρει πίσω και αποφασίζει να περάσει τη βδομάδα εκείνη κρυμμένος στην αποθήκη του σπιτιού...

Η μικρή έκταση του μυθιστορήματος του Ιταλού συγγραφέα μου άφησε ανάμεικτα συναισθήματα, όμως το πέρας των ημερών από την ανάγνωση δείχνει να δικαιώνει τελικώς την επιλογή του. Λιτά και χωρίς φιοριτούρες καταφέρνει να μιλήσει για την ενηλικίωση ενός εφήβου, του Λορέντσο. Θέμα που συναντάται συχνά και ανήκει στα πλέον απαιτητικά της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ο Αμανίτι τα καταφέρνει αρκετά καλά αξιοποιώντας στο ακέραιο το εύρημα της παραμονής του νεαρού στο υπόγειο. Διαμορφώνει κατάλληλα το χώρο που λειτουργεί ως αντανάκλαση της αντίληψης του νεαρού για τη ζωή με κύριο άξονα τη μοναξιά και τον αποκλεισμό των ενοχλητικών στοιχείων του έξω κόσμου. Εκτός από τις προμήθειες που κουβαλά εκεί ο νεαρός και την παρουσία μέσων ψυχαγωγίας, όπως το βιντεοπαιχνίδι, τα βιβλία και η μουσική, ο χώρος κατακλύζεται από άχρηστα οικογενειακά αντικείμενα του παρελθόντος. Επίσης, αποφεύγει συνετά να μιλήσει για τον ενήλικο Λορέντσο, αφήνοντας ελεύθερο τον αναγνώστη να πραγματοποιήσει τις δικές του υποθέσεις. 

Αφηγητής της ιστορίας είναι ο ενήλικας Λορέντσο, είναι εκείνος που θα δώσει φωνή στον έφηβο εαυτό του. Ο Αμανίτι αναγκάζει τον ήρωά του να επιστρέψει στο παρελθόν και να ανακαλέσει στη μνήμη του το παιδί που κάποτε υπήρξε. Το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ομαλοποιεί το λόγο του αφηγητή και ανοίγει μια ελάχιστη χαραμάδα από την οποία εισβάλλει μια διάθεση ανασκόπησης και κριτικής ματιάς για εκείνη την περίοδο. Ένα τρικ το οποίο αφήνει την αίσθηση της εφηβικής αφήγησης και συγκινεί αβίαστα. Ο Λορέντσο επιθυμεί να ανατρέξει στο παρελθόν χωρίς υπερβολικές λεπτομέρειες. Χρονικός άξονας του μυθιστορήματος είναι η εβδομάδα στο υπόγειο παρά τις παρεκβάσεις σε πρότερες αναμνήσεις και καταστάσεις. Το πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο επιτρέπει στο συγγραφέα να παραμείνει στην επιφάνεια των γεγονότων, η ιστορία αφορά πρώτα και κύρια τον ίδιο τον ήρωα και δευτερευόντως τον αναγνώστη. Ο Αμανίτι αρνείται να δώσει λεπτομερείς ψυχολογικές διαστάσεις επιτρέποντας στον αναγνώστη να φέρει την ιστορία στα μέτρα του και να ταυτιστεί με τον αφηγητή.

Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του Αμανίτι που διαβάζω. Είχε προηγηθεί, πριν από χρόνια, η ταινία Εγώ δε φοβάμαι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημά του και - απ' όσο μπορώ να θυμηθώ - μου είχε αφήσει καλές εντυπώσεις. Η πρώτη αυτή επαφή μου αποκάλυψε μεν έναν αξιόλογο συγγραφέα, αλλά αρνούμαι να δεχτώ πως πρόκειται (σύμφωνα με το οπισθόφυλλο) για τον σημαντικότερο σύγχρονο Ιταλό συγγραφέα...
 


Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης.
Εκδόσεις Καστανιώτη.


υ.γ Η συγκεκριμένη ανάγνωση εν πολλοίς οφείλεται στον μπλόγκερ Read for a life και σε αυτή εδώ την ανάρτηση.




Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

αστείο - Γιάννης Παλαβός






Την αρχική θετική προδιάθεση που μου προκάλεσε το ξεφύλλισμα της συλλογής του Παλαβού, κάποιο απόγευμα πριν από μήνες, ακολούθησαν ελπιδοφόρα σχόλια από αναγνώστες, την άποψη των οποίων έχω με τον καιρό "αναγκαστεί" να λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου σχετικά με τα μελλοντικά διαβάσματά μου. Γιατί, όσο μάρκετινγκ και αν επενδυθεί, η καλύτερη διαφήμιση για ένα βιβλίο ποτέ δε θα πάψει να ταξιδεύει στόμα με στόμα, επιτρέποντάς του να ακολουθήσει μία σταθερή καμπύλη αναγνωστών και να αποφύγει έτσι την πρόσκαιρη μεγιστοποίηση και την άτακτη επιστροφή στην αφάνεια.

Η τέχνη, αντίθετα με την επιστήμη, δε στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην παρουσία του καινοτόμου στοιχείου. Σημαντική, σαφέστατα, η συμβολή των εκάστοτε μοντέρνων και διορατικών δημιουργών στην εξέλιξη και στη διάνθισή της, όμως, στα μεσοδιαστήματα και στην καθιέρωση του νέου, απαραίτη κρίνεται η γόνιμη συνομιλία με την παράδοση. Ο Παλαβός δε φέρει κάτι καινούριο, μήτε στη θεματική μήτε στην τεχνική, αλλά αυτό δε μειώνει στο ελάχιστο την ομορφιά που αναβλύζει από τα διηγήματα της συλλογής αυτής. Αυτό βέβαια δε σημαίνει σε καμία περίπτωση τη στείρα προσκόλληση του συγγραφέα στο λογοτεχνικό παρελθόν καθώς η σύγχρονη ματιά του, απόρροια τόσο της οξύνοιας όσο και των βιωμάτων που αναπόφευκτα επηρεάζουν, είναι καταλυτική, σε συνδυασμό με το ταλέντο του Παλαβού, για το τελικό αποτέλεσμα.

Είναι τέτοια η έκταση των διηγημάτων αλλά και γενικότερα της συλλογής που καθιστά φαινομενικά περιττό το σχόλιο περί απνευστί ανάγνωσης. Και όμως όχι. Είναι τέτοια η ένταση της γραφής που μαγνητίζει τη ράχη του βιβλίου στα χέρια του αναγνώστη και δημιουργεί την ανάγκη να επιστρέψεις ξανά και ξανά σε μια "αθώα" φράση. Περισσότερο απ' όλα θα ήθελα να σταθώ στη συγκίνηση που αβίαστα πηγάζει, αυτό το βάρος που πυκνώνει στο στήθος και σε ωθεί να ξεφυσήξεις λυτρωτικά ευελπιστώντας στην αποσυμπίεση. Έχω επαναλάβει πολλάκις την αλλεργία που μου προκαλεί ο συναισθηματικός εξαναγκασμός στον οποίο καταφεύγουν συχνά οι δημιουργοί, σε μια απόπειρα να κρύψουν επιμελώς αδυναμίες τεχνικής και θεματικής φύσεως. Στην προκειμένη, και παρά το γεγονός της παρουσίας βιωμάτων του συγγραφέα, το συναίσθημα δεν επιβάλλεται.

Θα αποφύγω να αναφερθώ ξεχωριστά σε κάποιο από τα διηγήματα της συλλογής, δε βρίσκω το νόημα. Ο Παλαβός καταφέρνει να παντρέψει αρμονικά αρκετά ζεύγη φαινομενικά αντίθετα. Η σύγχρονη ματιά στη λογοτεχνική παράδοση, η παρουσία του μεταφυσικού και του ονείρου σε συνθήκες ρεαλισμού, τα βιώματα της παιδικής ηλικίας στη μακεδονική ενδοχώρα και η ενήλικη ζωή στην πόλη. Λόγος λιτός και συμπυκνωμένος που υπηρετεί άξια το πολύπαθο λογοτεχνικό είδος της μικρής φόρμας.

Ανάμεσα στους αναγνώστες που μου επέτειναν την επιθυμία να διαβάσω το αστείο ήταν και η Βιβή της Λέσχης Degas. Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτησή της.


Εκδόσεις Νεφέλη.


Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω... (#2)

Κάποτε βρέθηκα στην Ισπανία για δουλειά. Πέρασα εννέα υπέροχους μήνες σε ένα μικρό χωριό. Μία συνάδελφος, η Άλμα, μου είπε μια μέρα κάτι το οποίο μου έκανε τρομερή εντύπωση και από τότε, και παρά το πέρας των χρόνων, συνεχίζει να με προβληματίζει. Η Άλμα λοιπόν, κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ισχυρίστηκε πως το πολύ διάβασμα είναι βέβαιο πως οδηγεί τον άνθρωπο στην τρέλα και για να επιβεβαιώσει τη θέση της έφερε ως ακλόνητο παράδειγμα ένα συγχωριανό. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα να την κοιτάζω αρνούμενος να πιστέψω πως άκουσα ότι άκουσα. Ήλπιζα να πρόκειται για γλωσσική "παρεξήγηση", αλλά όχι. Το επανέλαβε με περισσότερη σιγουριά και μεγαλύτερη βεβαιότητα. Η γη γυρίζει και το διάβασμα τρελαίνει.

Μετά από λίγα λεπτά, και αφού κάπως ξεπέρασα το αρχικό σοκ, τη ρώτησα αν στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται και οι επιστήμονες που περνούν μεγάλο μέρος της ζωής τους διαβάζοντας.
"Όχι" μου απάντησε " τρελαίνονται μόνο εκείνοι που διαβάζουν για ψυχαγωγία." Ενώ είχα αποφασίσει να αφήσω την κουβέντα της να πέσει κάτω, πιστεύοντας πως θα ήταν μάταιη η οποιαδήποτε απόπειρα εποικοδομητικού διαλόγου με επιχειρήματα, δέχτηκα το δεύτερο χτύπημα. " Δε μπορώ να φανταστώ πιο άχρηστο πράγμα από τη φιλοσοφία, δεν προσφέρει τίποτα και δεν καταλαβαίνω γιατί διδάσκεται ακόμα."

Δεν ξέρω αν έπραξα σωστά που δεν αντέδρασα και απλώς άφησα τους αφορισμούς της να παρασυρθούν από τις κουβέντες, περί ανέμων και υδάτων, που ακολούθησαν. Ο καθένας έχει την άποψή του και εκείνη είχε τη δική της, κάτι το οποίο είναι σεβαστό. Αναρωτιέμαι απλώς, τι βιώματα μπορεί να έχει κάποιος για να πιστεύει κάτι τέτοιο;


υ.γ ελπίζω επίσης η Άλμα να έχει άδικο γιατί αλλιώς...