Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

Αφανισμός - Jeff VanderMeer




Η Περιοχή Χ, πριν από τ' απροσδιόριστο Συμβάν που την έκλεισε πίσω από το σύνορο, τριάντα χρόνια πίσω, και την κατέστησε αντικείμενο τόσων και τόσων ανεξήγητων γεγονότων, ήταν τμήμα μιας ερημιάς δίπλα σε μια στρατιωτική βάση. Άνθρωποι ζούσαν ακόμη εκεί, σ' ένα καταφύγιο άγριας ζωής, αλλ' όχι πολλοί -λιγομίλητοι απόγονοι ψαράδων οι περισσότεροι. Η εξαφάνισή τους μπορεί σε κάποιους να φάνηκε σαν απλή επιτάχυνση μιας διαδικασίας αρχινημένης πριν από γενιές ολόκληρες.
Η αποστολή στην Περιοχή Χ, δωδέκατη κατά σειρά, αποτελείται από τέσσερις γυναίκες, μία βιολόγο, μία ανθρωπολόγο, μία χωρομέτρη και μία ψυχολόγο. Η ψυχολόγος είναι η αρχηγός της αποστολής, εκείνη που γνωρίζει περισσότερα και ήταν υπεύθυνη της εκπαίδευσης που προηγήθηκε της αποστολής. Αφηγήτρια είναι η βιολόγος. Ο άντρας της συμμετείχε στην προηγούμενη αποστολή, γύρισε μια μέρα ξαφνικά στο σπίτι, τον αναζήτησε για ανάκριση η αστυνομία και λίγο αργότερα πέθανε. Κάποια σχέση φαίνεται να έχουν με εκείνον η απόφασή της να συμμετάσχει στην αποστολή και η τελική επιλογή της. Τα στοιχεία σχετικά με την Περιοχή Χ αποτελούν μυστικό υψίστης ασφαλείας, ενώ οι στόχοι και οι επιδιώξεις της κάθε αποστολής καλύπτονται από ένα πέπλο μυστηρίου. Όταν τα μέλη της αποστολής διασχίζουν το σύνορο και βρίσκονται στην Περιοχή Χ ούτε που μπορούν να φανταστούν αυτό που τους περιμένει.

Ο Αφανισμός, πρώτο μέρος της τριλογίας της Νότιας Ζώνης, είναι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, το οποίο διαδραματίζεται σε κάποια ακαθόριστη περίοδο στο μέλλον. Ο Βάντερμιερ κατασκευάζει έναν κόσμο ζοφερό και τρομακτικό, μα ταυτόχρονα οικείο, ένα σκηνικό κατάλληλο για να στήσει την ιστορία του, επιτρέποντας την είσοδο στο μεταφυσικό στοιχείο, που σκιάζει τη λογική και την επιστημονική γνώση των μελών της ομάδας, μοναδικών ανθρώπινων όντων στην Περιοχή Χ, με αρκετά φλας μπακ στο παρελθόν της αφηγήτριας και του συζύγου της, προκαλώντας περισσότερα ερωτήματα απ' όσα απαντάει -βρισκόμαστε άλλωστε στο πρώτο μέρος της τριλογίας.

Για να θεωρηθεί πετυχημένο ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, κατά τη γνώμη μου, οφείλει να συνδυάζει δύο χαρακτηριστικά. Πρώτον, το σασπένς. Να μην αφήνει τον αναγνώστη να το αφήσει από τα χέρια του, προκαλώντας του την επιθυμία να μάθει την εξέλιξη της ιστορίας το συντομότερο δυνατόν. Ως προς αυτό ο Βάντερμιερ τα καταφέρνει αρκετά ικανοποιητικά, καλλιεργώντας το απαραίτητο κλίμα αγωνίας, με μετρημένες και ξαφνικές ανατροπές. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι οι προεκτάσεις, κοινωνιολογικές, πολιτικές, ανθρωπολογικές, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των σπουδαίων έργων επιστημονικής φαντασίας. Εδώ δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να πω ότι ο συγγραφέας τα καταφέρνει εξίσου καλά, αφού δεν αποφεύγει κάποιες εύκολες και απλοϊκές συνδέσεις, ποντάροντας ίσως περισσότερο στη συνωμοσιολογία και στην κινηματογραφική δράση. Οι ηρωίδες του είναι κάπως χάρτινες και στερεοτυπικές. Βέβαια, όλα αυτά μένουν να ανατραπούν ή να αποδειχτούν με την ολοκλήρωση της τριλογίας, όταν και θα είναι πλέον οριστικές και ξεκάθαρες οι προθέσεις του συγγραφέα.

Σε γενικές γραμμές η ανάγνωση του μυθιστορήματος αυτού με άφησε με ανάμικτα συναισθήματα. Παρ' όλ' αυτά θα ήθελα να διαβάσω και τα άλλα δύο μέρη της τριλογίας, που αναμένεται να κυκλοφορήσουν τους επόμενους μήνες.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Καστανιώτη  


Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

Μπερλίν - Άντζη Σαλταμπάση



Το Βερολίνο είναι ιδανική πόλη για να καταδυθείς στον εαυτό σου, μου είπε η Κ. ένα βράδυ που πίναμε κοκτέιλ στο Γκέρλιτσερ Μπάνχοφ.
Όταν κάποιος συγγραφέας είναι διατεθειμένος να αφηγηθεί μια κατάδυση προσωπική, και μάλιστα με ένα ιδιαίτερο αφηγηματικό στυλ, επηρεασμένο κυρίως από την ενασχόληση με τη γερμανόφωνη λογοτεχνία και την αγάπη του για αυτή, και ιδιαίτερα από το στυλ του Ζέμπαλντ -θα ήθελα να βάλω κάποιον επιθετικό προσδιορισμό όμως θα ήταν τόσο φτωχός και ανακριβής για έναν συγγραφέα όπως ο Ζέμπαλντ-, τότε υπάρχει περίπτωση το αποτέλεσμα να είναι άρτιο, τόσο τεχνικά -που για κάποιους είναι το αποκλειστικό ζητούμενο- όσο και συναισθηματικά, όχι μόνο για τον συγγραφέα αλλά και για τον αναγνώστη.

Ήδη από τη φωτογραφία του εξωφύλλου, το τραπέζι με τις δύο καρέκλες, δύο συνομιλητές -δύο κόσμοι- που επιχειρούν να συνδιαλεχθούν, η μία καρέκλα πεσμένη στο έδαφος, ο ηττημένος που κείτεται στο πάτωμα ή που έτρεξε μακριά -όπως προτιμά κανείς-, αφήνοντας πίσω του ένα λουλούδι, η Σαλταμπάση δίνει το στίγμα στον επίδοξο αναγνώστη. Αφηγείται μία κατάδυση έντονα αυτοβιογραφικής απόχρωσης, με έναν λόγο ιδιαίτερο, μακροπερίοδο και στυλιζαρισμένο, μια περιδιάβαση σε ένα Βερολίνο που, μόνο φαινομενικά, έχει επουλώσει τις πληγές της ιστορίας του, ένα Βερολίνο φιλόξενο για τον ξένο, μόνο φαινομενικά, κανένας τόπος δεν είναι πραγματικά φιλόξενος για έναν ξένο άλλωστε. Το προσωπικό εμπλέκεται με τη μελέτη και την ανάγκη για κατανόηση και επιτόπια έρευνα, τα ερωτήματα ξεπηδούν κατά την περιδιάβαση στην πόλη και στα αρχεία, οι απαντήσεις, όχι πάντοτε ικανοποιητικές, έρχονται από αυτόπτες μάρτυρες, μιας εποχής περασμένης, και από την τριβή με την καθημερινότητα. Ούτε ο τόπος, ούτε ο άνθρωπος μπορούν να απαλλαγούν ποτέ ολοκληρωτικά από τα βιώματά τους.  

Και δεν ξέρω αν θα μπορούσε άλλη πόλη να αποτελεί το σκηνικό μίας αφήγησης, όπως αυτής της Σαλταμπάση, σκηνικό που, εκτός από το προσωπικό βίωμα, φέρει τέτοιο ιστορικό βάρος, σκηνικό που επιτρέπει τις ευθείες αναλογίες ανάμεσα στο προσωπικό και το πανανθρώπινο, σκηνικό που μπορεί να επηρεάσει ακόμα και τον τρόπο σκέψης και αφήγησης, την οπτική των πραγμάτων και την αναμέτρηση με τον εαυτό. Το Βερολίνο είναι μια ιδιαίτερη πόλη, ακόμα και ο πλέον αφελής τουρίστας μπορεί να το νιώσει αυτό, χωρίς καν να μιλάει γερμανικά, περνώντας μόνο λίγες μέρες, πάντα με τον χάρτη ανά χείρας, επιχειρώντας να δει τα πιο σημαντικά και να ενισχύσει την ψευδαίσθηση πως κατάφερε να πιάσει τον παλμό της πόλης, παλμός που χτυπάει βαθιά μέσα στο σώμα του Βερολίνου.
Ένα ξενοδοχειάκι που έχει διατηρήσει το βερολινέζικο στιλ της δεκαετίας του '20 και είναι διάσημο γι' αυτό, αλλά και γιατί φέρει το όνομα του αυθεντικού ξενοδοχείου "Ασκάνισερ Χοφ" που βρισκόταν στη σημερινή Στρέζενμανστράσε, εκεί όπου ο Φραντς Κάφκα συνδέθηκε με τη Φελίτσε Μπάουερ την Κυριακή του Πάσχα του 1914, εκεί όπου το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς τον επισκέφτηκε η Φελίτσε μαζί με την αδερφή της και την Γκρέτε Μπλοχ και διέλυσε τον αρραβώνα τους.
Διάβασα το Μπερλίν απνευστί. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς και νιώθω τυχερός που οι εξωτερικές συνθήκες μου επέτρεψαν μία τέτοια ανάγνωση. Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα ένιωσα το συναίσθημα του ανικανοποίητου, θα ήθελα κι άλλο.

Εκδόσεις Πόλις 

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Οι τυφλοί - Νίκος Μάντης






Θα ξεκινήσω κάπως απότομα το κείμενό μου σχετικά με το τελευταίο μυθιστόρημα του Νίκου Μάντη. Θεωρείται δεδομένος, και όμως καθόλου συνήθης δεν είναι, και για τον λόγο αυτό πρέπει να επισημαίνεται όταν συναντάται, ο ρεαλισμός στην περιγραφή καταστάσεων και τόπων, η αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση, πως ο συγγραφέας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, έχει περπατήσει τους δρόμους και έχει παρατηρήσει από κοντά το αστικό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περιβάλλον. Ο Νίκος Μάντης κινείται στην Αθήνα, γνωρίζει την Αθήνα και ιδιαίτερα το κέντρο της. Αυτό, σε συνδυασμό με την αφηγηματική του ικανότητα, του επιτρέπει να παρουσιάζει μυθιστορήματα που όντως λαμβάνουν χώρα στην Αθήνα, στην Αθήνα όπως -καλώς ή κακώς- είναι, και όχι σε μία πόλη αποκύημα της φαντασίας, της εξ αποστάσεως πληροφόρησης και δοσμένης με τρόπο που να εξυπηρετεί την αφήγηση. Κουράζουν οι δημιουργοί εκείνοι οι οποίοι μιλούν για πράγματα που δεν γνωρίζουν, κουράζουν γενικότερα εκείνοι που μιλούν για πράγματα που δεν γνωρίζουν, διαθέτοντας επιπλέον το ύφος εκείνου που τα ξέρει όλα. Είναι ένα φαινόμενο που όλο και διογκώνεται και περιλαμβάνει κάθε πιθανή πλευρά της καθημερινότητας. Με τον Μάντη μπορεί κανείς να διαφωνήσει για τη γωνία παρατήρησης που επιλέγει αλλά δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τον κατηγορήσει πως δεν ήταν εκεί.

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάντη, Οι Τυφλοί, αποτελεί ένα στοίχημα για τον συγγραφέα -αλλά και για τον εκδοτικό οίκο. Μυθιστόρημα πολυσέλιδο και με διάθεση πειραματισμού, με επίκεντρο την Αθήνα και το καλοκαίρι των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, με πολυεπίπεδη αφήγηση και έντονο το στοιχείο του φανταστικού -ή συνομωσιολογικού-, με την ιστορική έρευνα να παντρεύεται με διάφορες θεωρίες, την υπέργεια Αθήνα να συναντά την υπόγεια -κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Ήταν η εποχή των διαδηλώσεων. Καλοκαίρι του 2011. Περπατούσαν για ώρες, για ώρες περπατούσαν, μέχρι που τα πόδια τους πληγιάζανε απ' το περπάτημα και την ορθοστασία, απ' την ορθοστασία και το περπάτημα, εναλλάξ, και κάποτε η εναλλαγή ορθοστασίας και περπατήματος διακοπτόταν κι από ένα άλλο είδος ταλαιπωρίας του σώματος και των ποδιών, εκείνης του τρεξίματος, κι ύστερα ακόμα κι από την ακραία καταπόνηση των συμπλοκών, έτσι που όλα γίνονταν κουβάρι μες στο σώμα και πια δεν άντεχαν, αλλά με κάποιον ανεξιχνίαστο τρόπο άντεχαν, γιατί δεν τους είχανε πάρει τα χρόνια, ο μεγαλύτερος ίσως να είχε πατήσει τα τριάντα δύο, όσο για τον μικρότερο, ε, αυτό το μέγεθος, ή μάλλον το μη μέγεθος, χανόταν στα απροσδιόριστα χωράφια της κρυψίνοιας και της αοριστίας, γιατί κανείς δεν ήθελε να είναι ο Βενιαμίν, ο αναμφισβήτητα χλωρός και αθώος, αν όμως έπρεπε κάπως, πάση θυσία να διαπιστωθεί το ληξιαρχικό τετελεσμένο της νεαρότερης ζωής ανάμεσά τους, εκείνη ίσως να προσδιοριζόταν χρονικά κάπου ανάμεσα στο δέκατο ένατο και το εικοστό έτος [...] 

Η ιστορία ξεκινά το καλοκαίρι του 2011, ο Ισίδωρος, οικονομικά απόκληρος από την οικογένειά του, λόγω της επιλογής του να ασχοληθεί με την υποκριτική, παλεύει να επιζήσει στην Αθήνα. Συναντά τη Σοφία και την ερωτεύεται ακαριαία. Εκείνη δέχεται να τον φιλοξενήσει για ένα διάστημα, όμως λίγες μέρες αργότερα θα εξαφανιστεί. Εκείνος θα μείνει στο άδειο, από την παρουσία της, σπίτι και θα γυρίζει στους δρόμους μήπως και τη συναντήσει. Μάταια όμως. Καθώς ψάχνει, θα γνωρίσει τον Κλεάνθη, έναν παράξενο ηλικιωμένο, ερασιτέχνη συλλέκτη στοιχείων, ο οποίος πιστεύει ότι μπορεί να βοηθήσει τον Ισίδωρο στην αναζήτησή του.

Συμπέρασμα πρώτο: ο Μάντης έχει κατακτήσει ένα υψηλού επιπέδου αφηγηματικό στυλ, έντονα μακροπερίοδο στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, το οποίο δεν κουράζει και δεν χάνει τον βηματισμό του. Επιπλέον, καταφέρνει να παρουσιάσει ένα τόσο εκτενές κείμενο με αξιομνημόνευτη συνοχή.

Συμπέρασμα δεύτερο: έρευνα και γνώση συνδυάζονται με την προαναφερθείσα αφηγηματική ικανότητα.

Συμπέρασμα τρίτο: διαθέτει όραμα. Όραμα προσωπικό, για το οποίο δεν δίστασε να αφιερώσει χρόνο και κόπο, και το τελικό αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Δεν καταφεύγει σε καμία σχεδόν ευκολία -ακόμα και το κλείσιμο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ως επιλογή. Διαλέγει τον δύσκολο τρόπο, αρνείται να σκεφτεί με όρους αποδοχής, και επιμένει να διερευνήσει τα όρια της ιστορίας του, να βάλει δύσκολα στον εαυτό του, να φέρει στα άκρα τη δυνατότητα για συνοχή, να παρασυρθεί από την ίδια του τη φαντασία και να διασπάσει τον χρόνο και τον τόπο.

Εκείνο το οποίο με προβλημάτισε, μέχρι και το τέλος της ανάγνωσης, είναι η πολιτική άποψη του συγγραφέα, παρασυρμένος ίσως από την ιδιαιτερότητα της εποχής, κατά την οποία κάθε τι οφείλει να παίρνει τη θέση του στην πολιτική αρένα. Ίσως να μην έχει κανένα νόημα ή ίσως αυτή η σύγχυση να αποτελεί κεντρική επιδίωξη του συγγραφέα, να αποτυπώσει αυτή τη σύγχυση που επικρατεί, το θόλωμα και την αμηχανία, κυρίως στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς και της αναρχίας. Ίσως ο προβληματισμός μου εντάθηκε εξαιτίας της ικανότητας του Μάντη, στην οποία, πριν από οτιδήποτε άλλο, αναφέρθηκα, να αποτυπώνει ανάγλυφα την κατάσταση που επικρατεί στο κέντρο αυτής της πόλης.

Στοίχημα κερδισμένο. Ο Μάντης επιτυγχάνει αποτυπώνοντας τη σημερινή εποχή -χωρίς να αμελεί το εγγύς παρελθόν-, επιλογή που δεκάδες άλλοι συγγραφείς επιχείρησαν να υλοποιήσουν με αποτελέσματα τουλάχιστον αμήχανα. Οι Τυφλοί είναι ένα μυθιστόρημα που αποτυπώνει με υψηλή ευκρίνεια το κέντρο της Αθήνας, αφήνοντας όμως χώρο να αναδειχθούν η οργιαστική φαντασία και η αφηγηματική δεινότητα, το όραμα και ο μόχθος του Μάντη. Τέτοια μυθιστορήματα, ακόμα και αν σε κάποιον δεν αρέσουν, είναι σημαντικό να εκδίδονται και να διαβάζονται, καθώς φέρουν κάτι νέο και φρέσκο στην εγχώρια παραγωγή.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

υγ. Εδώ μπορείτε να βρείτε τις αναρτήσεις για τα προηγούμενα μυθιστορήματα του Μάντη: Άγρια Ακρόπολη και Πέτρα Ψαλίδι Χαρτί

Εκδόσεις Καστανιώτη

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Μπέττυ - Georges Simenon



Την ενοχλούσε που είχαν φύγει πόντοι σε κάθε γάμπα. Για πρώτη φορά στη ζωή της δεν είχε αλλάξει κάλτσες εδώ και μια αιωνιότητα. Δυο μέρες; Τρεις μέρες; Δεν ήθελε και τόσο πολύ να το θυμάται. Ούτε μπάνιο είχε κάνει, πράγμα που θα την έφερνε σε δύσκολη θέση αργότερα. Άραγε θα υπήρχε μπανιέρα, και θα έβρισκε χρόνο να πλυθεί;
Μια γυναίκα, η Μπέττυ, συνοδευόμενη από έναν άντρα, θα μπουν στην Τρύπα, ένα κέντρο διασκέδασης στα περίχωρα του Παρισιού, εξίσου μεθυσμένοι και οι δύο. Εκεί θα συνεχίσουν να πίνουν. Εκείνον τον γνωρίζουν στο μαγαζί και φροντίζουν να τον συνοδεύσουν διακριτικά στο σπίτι του λίγο πριν χάσει εντελώς τον έλεγχο. Θα το αναλάβει ο Μάριο, ιδιοκτήτης του μαγαζιού με το αναμενόμενο σκοτεινό παρελθόν. Εκείνη όμως; Είναι η πρώτη φορά που τη βλέπουν, δεν ξέρουν τίποτε γι' αυτή. Θα την περιμαζέψει η Λωρ, μόνιμη θαμώνας και ερωμένη του αφεντικού, θα φροντίσει να της εξασφαλίσει το δπλανό δωμάτιο με το δικό της στο ξενοδοχείο που μένει η ίδια, μάλιστα τα δύο δωμάτιο επικοινωνούν με εσωτερική πόρτα, θα τη συνοδεύσει ως το κρεβάτι και θα την πλύνει... Ένα ακόμα σκληρό μυθιστόρημα του Σιμενόν ξεκινά!

Ποια είναι η Μπέττυ; Γιατί η Λωρ προθυμοποιείται να τη βοηθήσει; Ποιο ρόλο θα παίξει ο Μάριο, ο σκληρός της διανομής;

Αυτά είναι τα ερωτήματα, αρχικά. Ύστερα θα προκύψουν και άλλα, έτσι συμβαίνει πάντα στα έργα του Σιμενόν. Ακόμα και αν για κάποιον αυτή είναι η πρώτη επαφή με τον Βέλγο συγγραφέα, ήδη από τις πρώτες κιόλας σελίδες θα νιώσει μια αιωρούμενη απειλή, καθώς η ιστορία μοιάζει να κυλάει ομαλά, φυσιολογικά ή και ανθρώπινα, ο φόβος και η πλήρης ανατροπή κρύβονται θαρρείς στην επόμενη γωνία, μέχρι την οποία ο αναγνώστης φτάνει επιφυλακτικά για να διαπιστώσει πως τίποτα δεν κρύβεται εκεί, για να συνεχίσει την ανάγνωση στον ίδιο πυρετώδη ρυθμό. Από τις πολλές φορές που έχει χρησιμοποιηθεί ο επιθετικός προσδιορισμός ατμοσφαιρικός, σίγουρα θα έχει χάσει κάτι από την αξία και τη σημασία του, όμως εδώ η χρήση του φαντάζει υποχρεωτική. Δεν υπάρχει αθώα πρόταση, υπονοούμενα και σκοτάδια καιροφυλακτούν, ο κοφτός λόγος επιτείνει το συναίσθημα αυτό.

Εκτός των δεδομένων αρετών της γραφής του Σιμενόν, πιστεύω πως η επιτυχία του, η διαχρονική επιτυχία του, και ιδιαίτερα σε ένα είδος όπως το νουάρ μυθιστόρημα, έγκειται στην ικανότητά του να προσφέρει στον αναγνώστη ένα γνώριμο έδαφος ταύτισης, ένα περιβάλλον ανεπιθύμητα οικείο μέσα στο οποίο τον εγκλωβίζει παρέα με τους ήρωές του, καλλιεργώντας το εθιστικό συναίσθημα της αγωνίας, της βαθιάς αγωνίας για την κάθε ελάχιστη απόφαση που πρέπει να λάβουν οι ήρωες, για την υπαρκτή ή ανύπαρκτη δυνατότητα διαφυγής. Έτσι και εδώ, το ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον, η απώλεια του συντρόφου και η επικείμενη μοναξιά, τα καταπιεσμένα σεξουαλικά ένστικτα, η σαγήνη της νύχτας, η δίψα για εξουσία και η ανάγκη για υποτέλεια, και ίσως και άλλα, ανάλογα με τα βιώματα του αναγνώστη, σχήματα διαμέσου των οποίων διαβαίνουν η Μπέττυ, η Λωρ και ο Μάριο καθώς εκτυλίσσεται η πλοκή.

Αγαπημένος, σκοτεινός Σιμενόν!

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα  

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Δύο μητέρες και ένα όνειρο - Αποστόλη Καραπαναγή




Μάζεψα τις λέξεις μου για να της ζωγραφίσω το λάθος, μα όλες τους σχημάτιζαν μια φράση: "Τρέξε λοιπόν τρέξε". Όποια ζαριά και αν έριχνα για να κερδίσω το λάθος, οι λέξεις έγραφαν πεισματικά: "Τρέξε λοιπόν τρέξε".

Και τι γράμμα να γράψει κανείς με μια μονάχα φράση;

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα ζεστό σαν βότσαλο και φωτεινό σαν καλογραμμένη σελίδα· για τις κακοτοπιές του ποταμού.
Και πώς να γράψει κανείς ένα γράμμα ζεστό σαν βότσαλο και φωτεινό σαν καλογραμμένη σελίδα; Πώς; Και μάλιστα με μια μονάχα φράση. Να χωρέσει εκείνα, να παραλείψει τα άλλα, να περιγράψει και να διευκρινίσει. Να διαχωρίσει την ποίηση από το ψέμα, τα συναισθήματα από την υπερβολή των κλισέ, το παρελθόν από την επιλεκτική μνήμη, που είναι ταγμένη να το ωραιοποιεί.

Να βρει τις λέξεις πρώτα. Να τις βάλει στη σειρά μετά. Να τις διακρίνει με τα κατάλληλα σημεία στίξης. Να πιάσει να διαβάσει το κείμενο από την αρχή, να μη σκαλώνει, να μην έχει κενά. Να διαβάζει και να ακούει τον εαυτό του πίσω από τις λέξεις. Να διαβάζει και να βλέπει τον παραλήπτη πίσω από τις λέξεις.

Και αν πει πολλά, και αν πει λίγα ο κίνδυνος παραμονεύει, και τα λίγα να περισσεύουν και τα πολλά να μην αρκούν. Ο ένας, που γράφει, να ελαφρύνει, ο άλλος, που διαβάζει, να βαρύνει. Ο ένας να πιεστεί και ο άλλος να γελάσει. Το γράμμα να μην φτάσει ποτέ.

Το σπίτι έστεκε στην άκρη του ποταμού.
Ο μεταλλωρύχος έμεινε στα βάθη του ορυχείου.

Να μη διστάσει να αναγνωρίσει τον παράγοντα της τυχαιότητας. Να μη διστάσει να εκφράσει το προσωπικό. Να μην φανερωθεί αλλά και να μην κρυφτεί. Να μην αναγκάσει αλλά να μην προκαλέσει αδιαφορία. Ακόμα και χωρίς κάποιο φυλαχτό.

Μπορεί να δει έναν αναγνώστη να μπαίνει στο βιβλιοπωλείο και απ' όλα τα βιβλία να διαλέγει αυτό. Και ας μην απευθυνόταν σε εκείνον αλλά σε έναν και μοναδικό παραλήπτη. Και ας ήταν η έκδοση κρυψώνα και ανάχωμα συστολής. Ας ήταν η έξοδος βουτιά προς τα μέσα.

Το γράμμα θα γεννήσει ένα κείμενο. Μπορεί. Το γράμμα θα το παρεξηγήσεις, θα το ωραιοποιήσεις, θα το οικιοποιηθείς. Το γράμμα θα σε γοητεύσει, θα σε συγκινήσει, θα σε θυμώσει. Το γράμμα θα παραπέσει και θα ξεχαστεί. Μπορεί.

Εκδόσεις Ίνδικτος




Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Η ξάγρυπνη πόλη - Bill Hayes





Ο πόνος της απώλειας. Ο χρόνος δεν γιατρεύει, απλώς αλλοτριώνει και σέρνει στο διάβα του τη συνήθεια. Η λήθη επιβάλλεται. Η μνήμη ξυπνά με το πλέον ελάχιστο, συχνά αόρατο, ερέθισμα. Η λογική ελάχιστα υποστηρίζει, παρά την όποια επιμονή. Η νέα αρχή πρέπει να επιβληθεί, όχι από τη λογική αλλά από το αδιέξοδο, η σύγκρουση με τον τοίχο δείχνει τον μονόδρομο, και ας χρειάζεται να καθίσεις με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο κάποιο χρόνο, μέχρι ο ορίζοντας να αποκτήσει βάθος. Τα κοινά βιώματα να απομακρυνθούν με κάποιον τρόπο, οι γωνιές της πόλης, το φως του απογευματινού ήλιου στο σαλόνι, η τελετουργία πριν από τον βραδινό ύπνο.

Η αγρύπνια, κτήνος της κόλασης. Εδώ και αν δεν λειτουργούν η λογική και οι συμβουλές. Εδώ και αν το σώμα δεν υπακούει στον νόμο της κόπωσης και της εξάντλησης. Οι νύχτες είναι μεγάλες και μοναχικές. Ο χρόνος δεν γιατρεύει, απλώς αλλοτριώνει και σέρνει στο διάβα του τη συνήθεια. Η αποδοχή δεν συνιστά πράξη παραίτησης, όπως θα σπεύσουν να διακηρύξουν οι εκτός χορού.

Η απώλεια του συντρόφου του θα οδηγήσει τον Hayes στη Νέα Υόρκη. Με ελάχιστες αποσκευές σε ένα περιβάλλον καθαρό από αναμνήσεις. Το γράψιμο και η φωτογραφία. Η μεγάλη πόλη, γεμάτη αντιφάσεις, απαιτεί κόπο για να γίνει αντικείμενο αγάπης. Διώχνει μακριά όσους αρνούνται να την αγαπήσουν, σε όσους αρνούνται να καταβάλουν το δυσθεώρητο κόστος. Οι περίπατοι στους νυχτερινούς δρόμους, τα πάρκα, το μετρό, οι άνθρωποι. Οι νέοι φίλοι. Η γνωριμία με τον Oliver Sacks. Η μνήμη εξακολουθεί να ξυπνά με το πλέον ελάχιστο, συχνά αόρατο, ερέθισμα.

Πώς διηγείται κανείς μια προσωπική ιστορία απώλειας, χωρίς να καταφύγει στην ευκολία ενός διαρκούς συναισθηματικού εξαναγκασμού; O Hayes μοιάζει να γνωρίζει τον τρόπο.

Η επιλογή του ρόλου του θύματος δεν λειτουργεί σε κανένα επίπεδο. Κουράζει τον αναγνώστη. Δεν απαλύνει τον πόνο του γράφοντος. Πρέπει κανείς να κάνει ένα, έστω και ελάχιστο, βήμα προς τα πίσω, να αντικρίσει την ίδια την ιστορία του, να την παρατηρήσει και να την καταγράψει. Μόνο τότε, ίσως, καταφέρει να ξεγελάσει τους δαίμονες, να βρει το κουράγιο να διηγηθεί ακόμα μία προσωπική απώλεια, χωρίς να αμελήσει όσα υπέροχα συνέβησαν στο ενδιάμεσο, όσα σκληρά συνέβησαν στο ενδιάμεσο, όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο τέλος πάντων.

Η ξάγρυπνη πόλη δεν αποτελεί εγχειρίδιο αυτοβοήθειας. Σε καμία περίπτωση. Δεν αποτελεί ούτε μία ωραιοποίηση του πόνου, της απώλειας, της νέας αρχής, του νέου έρωτα, της νέας απώλειας. Σε καμία περίπτωση. Ο συγγραφέας δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει, δεν ξέρει καν ούτε γιατί έκανε ό,τι έκανε. Και ας μοιάζει έτσι στην ασφάλεια της παρατήρησης του παρελθόντος από το μακρινό πια παρόν της αφήγησης. Η μάχη ενάντια στη λήθη είναι μόνο μία μάχη, η οποία, μάλιστα, αν δεν δοθεί σωστά, κινδυνεύει να αποτύχει οικτρά, παραπαίοντας ανάμεσα σε τέλειους ταφικούς τύμβους και δακρύβρεχτους στύλους δόξας.

Κανείς, πιστεύω, δεν θα επιθυμούσε την ταύτιση με τον προσωπικό του πόνο διηγούμενος σε κάποιον την ιστορία του. Δεν επιθυμώ να με θαυμάσεις, μοιάζει να λέει ο συγγραφέας, δεν επιθυμώ να με λυπηθείς, μοιάζει να φωνάζει, δεν επιθυμώ να σε βοηθήσω, μοιάζει να ισχυρίζεται σχεδόν υπεροπτικά. Επιθυμώ να διηγηθώ όσα συνέβησαν, με έναν τρόπο για τον οποίο δεν είμαι σίγουρος, για τον οποίο ποτέ δεν θα είμαι σίγουρος, επιθυμώ να διηγηθώ όσα συνέβησαν επειδή δεν ξέρω άλλον δρόμο.

Και κάπως έτσι το βιβλίο του Hayes δεν αποτελεί ένα καταθλιπτικό ανάγνωσμα, και ας εμπεριέχει αρκετή θλίψη. Πρόκειται για ένα δυνατό βιβλίο λόγω της αλήθειας που περιέχει, αλήθεια που αποτελεί το κυρίως μέρος ενός ψηφιδωτού στο οποίο συνυπάρχουν η Νέα Υόρκη, ο σπουδαίος Oliver Sacks, η Björk και οι ιστορίες καθημερινών ανθρώπων.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Βαγγέλης Προβιάς
Εκδόσεις Ροπή


Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Το νησί γάμα - Παρασκευάς Ακαμάτης





Το περιβάλλον, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον, οδηγεί το κωμικό στην τραγωδία. Αναγκάζει όλο και περισσότερους δημιουργούς να καταφύγουν στη σάτιρα για να αντιμετωπίσουν αυτό το πέπλο στάχτης που έχει σκεπάσει την καθημερινότητα, και ενώ αρχικά θέλουν να επιτύχουν, μέσα από την υπερβολή κυρίως, τη διακωμώδηση μιας κατάστασης, πέφτουν αναπόφευκτα σε ένα χιούμορ μαύρο, αναζητούν τη σχέση του εγώ με τον έξω κόσμο, και το συγκριτικό πλεονέκτημα μοιάζει να αποτελεί ζητούμενο, η ανάδειξη της διαφορετικότητας μέσω της παρατήρησης και του αυτοσαρκασμού. Κάπως έτσι, κείμενα που εκκινούν ως πρόζα καταστάσεων κωμικών, γρήγορα μεταμορφώνονται σε μια απόπειρα ενδοσκόπησης και διαφυγής για συναισθήματα όπως η θλίψη και η απογοήτευση, έξοδοι κινδύνου για τη ματαιότητα, φωνές υπαρξιακής αγωνίας.

Και είναι μια ισορροπία αυτή η οποία δεν επιτυγχάνεται πάντα, δύσκολη από τη φύση της, προσωπική υπόθεση του δημιουργού καθώς είναι, μένει να φανεί αν μπορεί να αποτελέσει ένα έδαφος κοινό με τον αναγνώστη. Το χιούμορ αρκετές φορές δεν λειτουργεί, όχι πάντα λόγω έλλειψης έμπνευσης, αλλά λόγω των καταστάσεων. Δεν είναι πάντα εύκολο να γελάσει κανείς, ακόμα και όταν δεν υπάρχει κάτι άλλο για να κάνει.

Και καταλλήγοντας τον παραπάνω συλλογισμό εκεί από όπου ξεκίνησε, στο βιβλίο του Ακαμάτη δηλαδή, μοιάζει να είναι ακόμα πιο ευκρινής, μέσα από τη σύγκριση με το προηγούμενο βιβλίο του, τα Ζωνιανά Gold, με πρωτοπρόσωπο αφηγητή επίσης τον Παρασκευά. Είναι εύκολο να διακρίνει κανείς το βάρος που προστέθηκε στους ώμους του συγγραφέα στο διάστημα που μεσολάβησε, την πίκρα, τον θυμό, την απογοήτευση, επίσης. Και όλο αυτό το βάρος περνάει στις σελίδες του βιβλίου, στις ατάκες του Παρασκευά, στη διαχείριση της κεντρικής ιδέας.

Ο Παρασκευάς αναγκάζεται να επιλέξει την παραμονή του στο νησί Γάμα, συμφερόντων μιας ιδιωτικής εταιρείας, ως μια εναλλακτική ποινή αντί για τον εγκλεισμό του σε κάποια φυλακή. Βρισκόμαστε στο κοντινό μέλλον, ένα περιβάλλον παρατεταμένης οικονομικής κρίσης και κρατικής καταστολής. Η διαφορετικότητα τιμωρείται αυστηρά, η μη προσαρμογή επίσης.

Ο Παρασκευάς είναι ένας αντιήρωας με κραυγαλέες ατέλειες, σε σύγκριση όμως με το περιβάλλον είναι συμπαθής, διαθέτει μια αφέλεια ώρες ώρες ενοχλητική, μια πίστη στο εγώ του κάπως ιδιότυπη. Μοιάζει με μοναχικό καβαλάρη, ή καλύτερα με μοναχικό σέρφερ, και αυτό είναι κάτι που δεν τον ενοχλεί, μάλλον, να του το προσάψει κανείς.

Επιστρέφοντας όμως στο βάρος των χρόνων που μεσολάβησαν, θα μπορούσε κανείς να αποδεχτεί και να δικαιολογήσει την ανάγκη του συγγραφέα να διηγηθεί την ιστορία της παραμονής του άλτερ έγκο του στο νησί Γάμα, μια αναγκαία βαλβίδα αποσυμπίεσης από την πραγματικότητα, ακόμα και μέσω μιας πραγματικότητας ακόμα πιο σκληρής.

Διαβάζοντας το βιβλίο, και έχοντας ανάμεικτα μάλλον συναισθήματα, μου ήρθε ξαφνικά στον νου η θεατρική του μεταφορά: ο Παρασκευάς στη μπάρα να διηγείται, πίνοντας Jameson, την ιστορία της παραμονής του στο νησί, σε έναν μονόλογο παραληρηματικό κάποιες στιγμές, εκεί που ο ακροατής πρέπει κάποιες στιγμές να του προσφέρει ξανά το χαμένο νήμα της αφήγησης. Έτσι ναι, θα μπορούσε να λειτουργήσει θαυμάσια.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Εκδόσεις Ωκεανίδα