Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

Το Σάββατο των ψυχών - Cees Nooteboom




Μόνο λίγα δευτερόλεπτα αφού προσπέρασε το βιβλιοπωλείο, ο Άρτουρ Ντάνε αντιλήφθηκε ότι μια λέξη είχε σκαλώσει στο μυαλό του και ότι στο μεταξύ είχε κιόλας μεταφράσει αυτή τη λέξη στη δική του γλώσσα, με αποτέλεσμα μεμιάς να ακούγεται πιο ακίνδυνη απ' ό,τι στα γερμανικά.
Ο Άρτουρ Ντάνε, μετά τον θάνατο της γυναίκας του και του γιου του σε ένα αεροπορικό δυστύχημα, έχει αποφασίσει να δουλεύει μόνο όσο είναι απαραίτητο, και τριγυρίζει διαρκώς από μέρος σε μέρος, με μια κάμερα ανά χείρας, τραβώντας πλάνα για ένα βίντεο που ετοιμάζει, πλάνα κάπως παράξενα, για να εξηγήσει τα κριτήρια επιλογής ή το σκεπτικό του τελικού του σχεδίου, ένας flaneur χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.

Το μυθιστόρημα του σπουδαίου Ολλανδού Νόοτεμποομ, ακολουθώντας τον Άρτουρ, εκτυλίσσεται ανάμεσα στο Βερολίνο, στο Άμστερνταμ και στη Μαδρίτη, αλλά κυρίως στο μυαλό του ήρωα, με τη διαμεσολάβηση ενός ιδιότυπου παντογνώστη αφηγητή, που δεν διστάζει να πάρει τον λόγο και να απευθυνθεί στον αναγνώστη. Ο αφηγηματικός χρόνος, φαινομενικά γραμμικός, κατακερματίζεται διαρκώς λόγω των αναμνήσεων του Άρτουρ από πρόσωπα και καταστάσεις.

Η εμφάνιση μιας νεαρής κοπέλας, η γέννηση, μετά από καιρό, ενός νέου συναισθήματος, θα δώσει μια νέα κατεύθυνση στην περιπλάνηση του Άρτουρ.

Είναι προκλητικά ενδιαφέρον πώς ο Νόοτεμποομ καταφέρνει να παράγει τόσο συναίσθημα παρότι το γράψιμό του είναι τόσο κυρίαρχα εγκεφαλικό, εμπειρία αντίστοιχη με την ανάγνωση του Μαξ Φρις.  Ο Νόοτεμποομ εξουσιάζει τον χρόνο, τον επιβραδύνει κατά το δοκούν, μια στιγμή μπορεί να κρατήσει όσο εκείνος κρίνει απαραίτητο, εμπειρία αντίστοιχη με εκείνη στα τελευταία έργα του ΝτεΛίλο. Καταλαβαίνω ότι θα έπρεπε να προσθέσει κανείς πολλή "σάλτσα" στην υπόθεση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος ώστε να έχει πιθανότητες να μη φανεί βαρετή, ίσως η υπόσχεση μιας ερωτικής ιστορίας να πετύχαινε κάτι τέτοιο. Η αίσθηση είναι εκείνη ενός αργού κινηματογραφικού τράβελινγκ, μία αφήγηση χωρίς φαινομενικό ενδιαφέρον από την οποία όμως δεν μπορείς να ξεφύγεις, και κάπου εκεί, στην αφήγηση της περιπλάνησης του Άρτουρ, ο μάστορας τοποθετεί το πλαίσιο, τις φωτογραφίες του Βερολίνου πριν και μετά την πτώση του Τείχους, την ολλανδική πραγματικότητα, τον απαραίτητο στοχασμό, τους δευτερεύοντες χαρακτήρες και φυσικά τον παιχνιδιάρη αφηγητή.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως το όνομα του Νόοτεμποομ εμφανίζεται κάθε χρόνο ανάμεσα στα φαβορί για το βραβείο Νόμπελ, και μάλλον, διαβάζοντας Το Σάββατο των ψυχών, την εβδομάδα πριν την ανακοίνωση του βραβείου, πόνταρα στο δικό του όνομα, συμμετέχοντας με τη σειρά μου στο δημοφιλές στοιχηματικό παιχνίδι των αναγνωστών, με την ελπίδα να δούμε και άλλα βιβλία του σπουδαίου αυτού πικρού ποιητή της παρακμής στα ελληνικά.

υγ. Λίγα λόγια για τα άλλα δύο βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά ( Η ακόλουθη ιστορία, Ιεροτελεστίες) θα βρείτε πατώντας στους αντίστοιχους συνδέσμους.
 
Μετάφραση Ινώ Βαν Ντάικ Μπαλτά
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Ο υπεύθυνος των βατράχων - Pedro Zarraluki




Θα άξιζε, σκέφτομαι, να διηγηθώ την ιστορία ανακάλυψης αυτού του βιβλίου. Εδώ και ώρα γράφω και σβήνω την πρώτη πρόταση του κειμένου που θα εξιστορούσε εκείνο το σαββατόβραδο στο κέντρο της Αθήνας, την τελευταία καλοκαιρινή αστική βόλτα, το περίπτερο με τα μεταχειρισμένα βιβλία στην Ακαδημίας. Δεν τα καταφέρνω να συνεχίσω όμως. Δεν ξέρω γιατί. Οι συνθήκες σε τίποτα δεν διαφέρουν από τις συνηθισμένες και όμως οι λέξεις δεν πειθαρχούν.

Όχι, δεν μπορώ να διηγηθώ την ιστορία ανακάλυψης του βιβλίου του Θαραλούκι, Ο υπεύθυνος των βατράχων. Αδυνατώ να αποδώσω εκείνο το σαββατόβραδο στο κέντρο της Αθήνας, την τελευταία καλοκαιρινή αστική βόλτα, τη στάση στο περίπτερο με τα μεταχειρισμένα στην Ακαδημίας.

 Ναι, της διάβασα την πρώτη παράγραφο, περπατώντας:
Ανάμεσα στα πολλά πράγματα που δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω, ένα από τα πιο ανεξήγητα, είναι το πώς στο διάβολο κατέληξα να γίνω ο υπεύθυνος αυτών των σιχαμένων βατράχων, ενώ εγώ είχα βάλει σκοπό να ζήσω μια συναρπαστική ζωή. Ο κατήφορος άρχισε μια βροχερή νύχτα, όταν άνοιξα την τηλεόραση και είδα τη συνέντευξη μιας συγγραφέως που είχε κερδίσει σ' ένα διαγωνισμό πορνογραφικής ποίησης.
Συνεχίσαμε τη βόλτα. Κρατούσα το βιβλίο στο χέρι όλο το βράδυ, δεν είχα πάρει τσάντα μαζί μου, γεγονός σπάνιο. Πέρασαν εβδομάδες από τότε, τώρα δεν κάνει ζέστη.

Ο Θαραλούκι ήταν ένας από τους συγγραφείς πάνω στον οποίο έπεφτα διαρκώς και όλο ανέβαλλα τη γνωριμία για αργότερα. Εκείνη η πρώτη παράγραφος έμεινε χαραγμένη στη μνήμη, ο παραλογισμός και η τρέλα της ιστορίας που υποσχόταν.

Ο ήρωας-συγγραφέας θα αποφασίσει να μείνει σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό, σε απόσταση αναπνοής από ένα εργοστάσιο χημικών, εκεί θα βρεθεί και η νικήτρια του διαγωνισμού πορνογραφικής ποίησης, εθισμένη στον καφέ και τα χάπια, και ένα ζευγάρι, που εγκατέλειψε τη ζωή στην πόλη για χάρη της φύσης. Σε αυτό το ουτοπικό περιβάλλον κυριαρχεί, όπως φαντάζεστε, το παράλογο. Κάπως έτσι ο ήρωας-συγγραφέας θα βρεθεί υπεύθυνος των βατράχων, ενός είδους βατράχων, το οποίο ζει μόνο στους νερόλακους του χωριού εκείνου.

Ο αφηγηματικός ιστός δεν παύει στιγμή να ακολουθεί τις πλέον απροσδόκητες κατευθύνσεις, μακριά από την οποιαδήποτε αναγνωστική προσδοκία, σε ένα εγκεφαλικό παιχνίδι φαντασίας, θαρρείς, του συγγραφέα με αντίπαλο τον ίδιο του τον εαυτό, μια ιστορία με δεδομένο τέλος, τον ήρωα ως υπεύθυνο των βατράχων, μα με απροσδόκητη διαδρομή μέχρι εκεί. Έξυπνη και καλογραμμένη, αν και μερικές φορές η υπερβάλλουσα φαντασία βαραίνει την αφήγηση, η νουβέλα του Θαραλούκι είναι ένα συμπαθητικό και τρελό ανάγνωσμα, ιδιαίτερα για τους λάτρεις της ισπανόφωνης λογοτεχνίας.

Η νουβέλα διαθέτει ένα σπουδαίο και λειτουργικότατο εύρημα, που της χαρίζει πολλούς πόντους, και αυτό είναι το επάγγελμα του αφηγητή, που δουλεύει για ένα περιοδικό ως συγγραφέας βιογραφιών, με τον τίτλο Υποδειγματικοί βίοι. Ζητούμενο, κατά τον εκδότη, η κατάδειξη των μηχανισμών της ψυχής και ο έντονος διδακτισμός, η γαλήνη του Σωκράτη μπροστά στο κώνειο, η μυστικιστική τόλμη της Ζαν ντ' Αρκ και η αποφασιστικότητα του Τόμας Έντισον. Βιογραφίες οι οποίες παρεμβάλλονται στην αφήγηση, ως εγκιβωτισμένες ιστορίες, και οξύνουν την τρέλα και το παράλογο του κειμένου.

Τρελό, ευφάνταστο, γλυκόπικρο και απολαυστικό, όπως το αστικό τοπίο ένα Σαββάτο βράδυ.


Μετάφραση Βιβή Φωτοπούλου
Εκδόσεις Σέλας 

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Ενάντια στο εφήμερο





Τι είναι, σκέφτομαι, εκείνο που δελεάζει κάποιον στον εφήμερο χαρακτήρα των κοινωνικών δικτύων και τον αποκόπτει από την τήρηση ενός ιστολογίου; Το σκεφτόμουν αυτό αναλογιζόμενος όλα εκείνα τα ιστολόγια, κυρίως για την γραφή και την ανάγνωση, που παρακολουθώ και τα βλέπω να εγκαταλείπονται πλήρως ή σχεδόν, να μην διαθέτουν πια εκείνη τη φρεσκάδα και τη διάθεση για έκφραση και επικοινωνία που τα διέκρινε, να δίνουν τη θέση τους σε αναρτήσεις, όχι απαραίτητα μικρές σε μέγεθος, αλλά σίγουρα εφήμερες, παρά τη φαινομενική -αλλά πρόσκαιρη- "επιτυχία" τους.

Και σίγουρα δεν μπορώ να γνωρίζω τα κίνητρα του καθενός, ούτε τις συνθήκες της καθημερινότητάς του. Δεν μπορώ επίσης να ευαγγελιστώ κάποιου είδους υποχρέωση ως προς την ανάγκη ή την επιθυμία να αφήσει κάποιος ένα κείμενο στο διαδίκτυο, προσβάσιμο και παρόν, ακόμα και όταν ο αλγόριθμος του οποιουδήποτε κοινωνικού δικτύου θα το αφήσει πίσω του ως παρωχημένο. Κοινώς, δεν είναι ένα ερώτημα σωστού ή λάθους. Είναι μια απλή απορία.

Θα μπορούσα εδώ να παραθέσω όλα εκείνα τα οποία μου προσφέρει η διάδραση με το ιστολόγιο, όμως ούτε αυτό είναι το θέμα.

Θα μπορούσα επίσης να αναφερθώ σε έννοιες όπως η μόδα και η επιτυχία -όπως την ορίζει ο καθένας- του μέσου, όμως ούτε αυτό είναι το θέμα.

Εκείνο που με απασχολεί είναι ο εφήμερος χαρακτήρας, εκείνο το νήμα που θα χαθεί για πάντα. Σε μια εποχή ολοένα αυξανόμενης ταχύτητας και υπερπληροφόρησης, που η συντομία του κειμένου και η εικόνα μοιάζουν να επικρατούν ολοκληρωτικά, που τα βιβλία -ακόμα και αυτά- είναι αναλώσιμα, που κάθε καινούρια έκδοση έρχεται να ρίξει στη λήθη κάθε προηγούμενη, τα κοινωνικά δίκτυα επιτείνουν το φαινόμενο αυτό.

Και προφανώς θα κοινοποιήσω το κείμενο αυτό στα κοινωνικά δίκτυα, γιατί δεν φταίει -σχεδόν- ποτέ το μέσο αλλά η χρήση του.

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017

Ίσως την επόμενη φορά - Κωνσταντίνος Τζαμιώτης



Από τη δυσάρεστη αίσθηση πως είναι κανείς μονίμως στο λάθος μέρος έως την ακόρεστη επιθυμία να βρίσκεται ταυτόχρονα παντού και πουθενά μεσολαβεί ακριβώς μια συνηθισμένη ζωή.
Ο Πέτρος, ανήμερα των τεσσαρακοστών δεύτερων γενεθλίων του, αφήνει το σπίτι του νωρίς το πρωί, γεγονός ασύμβατο με τη συνήθη καθημερινότητά του, περπατάει μέχρι τον σταθμό του ηλεκτρικού και στην απέναντι αποβάθρα βλέπει τη Βασιλική, αν και το όνομά της δεν θα το μάθει παρά αργότερα, να διαβάζει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Έτσι ξεκινάει η ιστορία για εκείνον.

Η Βασιλική, νεαρή νηπιαγωγός, εκμεταλλεύεται το ρεπό της για να βγει μόνη της για έναν καφέ, στην τσάντα της έχει το βιβλίο ενός Έλληνα συγγραφέα, το οποίο άφησε σπίτι της η αδερφή της, περιμένοντας στην αποβάθρα το βγάζει από την τσάντα και το ξεφυλλίζει, μπαίνοντας στο τρένο παρατηρεί τον Πέτρο, αν και το όνομά του δεν θα το μάθει παρά αργότερα, να κάθεται απέναντί της. Έτσι ξεκινάει η ιστορία για εκείνην.

Ο Πέτρος και η Βασιλική, λοιπόν. Το κέντρο της Αθήνας. Η ανάγκη για συντροφικότητα και η προάσπιση της ατομικότητας. Η μοίρα και η συγκυρία. Το πάθος και οι άμυνες. Η λογική και το συναίσθημα. Η στρατηγική και η παράδοση.

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, στο όγδοο βιβλίο του, επιλέγει να διηγηθεί μια ερωτική ιστορία, την ιστορία του Πέτρου και της Βασιλικής, με το γνώριμο ύφος του, διαποτισμένο από σκεπτικισμό, με επιμονή στους πρωταγωνιστές της ιστορίας του, που διαδραματίζεται στο κέντρο της Αθήνας, στο κέντρο με τον ετερόκλητο χαρακτήρα. Διηγείται την ιστορία και από τις δύο πλευρές, επιτυγχάνοντας έτσι να δημιουργήσει εκτός της κοινής τους ιστορίας, ακόμα δύο, τις ατομικές ιστορίες του Πέτρου και της Βασιλικής.

Δυστυχώς νιώθω την ανάγκη να αναφερθώ σε αρετές του βιβλίου που θα έπρεπε να θεωρούνται δεδομένες σε κάθε μυθιστορηματική απόπειρα που φλερτάρει με τον ρεαλισμό, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποτελεί τον κανόνα αλλά την εξαίρεση, και γι' αυτό ακριβώς δυστυχώς, που όμως το Ίσως την επόμενη φορά τις διαθέτει. Το κέντρο της πόλης και η ζωή του, για παράδειγμα, τα ετερόκλητα στοιχεία που μαγεύουν και απωθούν, δοσμένα από τον συγγραφέα με τέτοιο τρόπο που καταδεικνύουν τόσο την καθημερινή τριβή του στη ζωή του κέντρου της Αθήνας όσο και την οξυδερκή παρατήρησή της. Ή επίσης την ικανότητά του στο χτίσιμο και την απόδοση των χαρακτήρων του, που είναι άνθρωποι πραγματικοί και όχι εξολοκλήρου και αφελώς επινοημένοι. Ή ακόμα, το κεντρικό εύρημα της συνάντησης των δύο ηρώων, το οποίο αποτελεί την αφετηρία για την ιστορία τους και δεν καταλήγει παγίδα αυτοεγκλωβισμού του Τζαμιώτη.

Ρυθμός στακάτος και λεπτομέρειες δουλεμένες σε μια υπόθεση φαινομενικά απλή, χωρίς διάθεση για γλωσσική υπερβολή και μελό εξάρσεις, με λειτουργικά ευρήματα και ανατροπές, περιθώρια για κοινωνικό σχολιασμό, ένα μυθιστόρημα σύγχρονο, που αγγίζει συναισθηματικά τον αναγνώστη με την αλήθειά του, επιτρέπει, χωρίς να επιβάλλει, τη συγκίνηση αλλά και την ταύτιση, και όμως δεν αρκείται σε αυτές. Μυθιστόρημα από το οποίο δεν απουσιάζει η σεξουαλικότητα και ο ερωτισμός, δίπλα στο ξενέρωμα και την ύφεση του πάθους. Ιστορία που κουβαλάει στις πλάτες της το παρελθόν, γεμάτο απογοητεύσεις, προσδοκίες και ανασφάλειες, ιστορία που κάθε στιγμή μετατρέπεται και η ίδια σε παρελθόν, για να βαρύνει και να οδηγήσει στο αβέβαιο μέλλον.

Εκδόσεις Μεταίχμιο  

    

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Η βλάβη - Friedrich Dürrenmatt





Ήταν Σάββατο, αν και συνήθως είναι Κυριακή όταν βγαίνω για κυνήγι βιβλίου, αλλά αυτό δεν έχει σημασία στην ιστορία μας. Περπατούσα στα στενά του κέντρου, λοιπόν, όταν είδα ένα ταπεινό πανί, μικρού εμβαδoύ, απλωμένο στον πεζόδρομο στο τέλος της Ηφαίστου με λίγα βιβλία πάνω του. Πλησιάζω με ελάχιστες προσδοκίες, το μάτι μου πέφτει κατευθείαν στη Βλάβη του Ντύρενματ. Καταπίνω τον ενθουσιασμό μου, παίρνω το πλέον αδιάφορο ύφος, κάνω βαθύ κάθισμα και αρχίζω να χαζεύω τα βιβλία, χωρίς να χάσω στιγμή το αντικείμενο του πόθου από το οπτικό μου πεδίο. Ο πωλητής με προτρέπει: ένα ευρώ το ένα. Το αγόρασα.

Επιτρέψτε μου να σας δώσω μία συμβουλή: μην αφήνετε ποτέ τον ενθουσιασμό σας να φανεί όταν βρίσκετε έναν θησαυρό μπροστά από κάποιον πάγκο με μεταχειρισμένα βιβλία, καθώς διακινδυνεύετε την εκτόξευση της τιμής του στα ύψη. Ας ξεκαθαρίσω πως η συγκεκριμένη συμβουλή έχει εφαρμογή όταν ο πωλητής δεν ξέρει τι είναι αυτό που πουλάει, ενώ στα ενημερωμένα παλαιοβιβλιοπωλεία ο θησαυρός έχει και το ανάλογο αντίτιμο, αν και πάντα υπάρχει ένα περιθώριο για παζάρια.

Η Βλάβη, που χρόνια αναζητούσα και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου, για να δώσει κάπως έτσι στο Σάββατο εκείνο άλλη τροπή από την προγραμματισμένη, επιστροφή στο σπίτι, γρήρορο φαγητό και καναπές. Αργότερα ήρθαν οι δικαιολογίες, όχι και πολύ πειστικές, σ' εκείνους που έστησα και ποτέ δεν ενημέρωσα, πράγμα που με απασχόλησε μόνο όταν σηκώθηκα πια από τον καναπέ. Αργότερα το ίδιο βράδυ αναλογιζόμουν πόσο καιρό είχα να διαβάσω ένα ολόκληρο βιβλίο (έστω και εβδομήντα σελίδων) σε μία μόνο μέρα, κατέληξα πως δεν θυμόμουν και άρα πρέπει να ήταν μεγάλο χρονικό διάστημα, και δικαιολόγησα τον εαυτό μου πως παρασύρθηκα από τον ενθουσιασμό μου και καταπάτησα την αναγνωστική μου αρχή, που λέει πως πρέπει να κοιμάσαι τουλάχιστον ένα βράδυ με το βιβλίο που διαβάζεις πριν το τελειώσεις, έτσι ώστε οι υποθέσεις σχετικά με τις πιθανές εκδοχές της πλοκής να συναντούν τα βαθύτερα στρώματα της συνείδησης, να εγγράφονται στα όνειρα και να μπλέκονται με την πραγματικότητα. Όμως η παράβαση σημειώθηκε και τίποτα δεν μπορούσε να γίνει πια.

Η ιδέα πίσω από τη Βλάβη είναι ευφυώς απλή: ένας εμπορικός αντιπρόσωπος υφασμάτων θα δει το πανάκριβο αυτοκίνητό του να χαλάει κατά την επιστροφή του από κάποιο ταξίδι και, ενώ προλαβαίνει το τελευταίο τρένο, θα προτιμήσει να διανυκτέρευση στη μικρή επαρχιακή πόλη, προσδοκώντας κάποια εφήμερη ερωτική απόλαυση. Όμως το πανδοχείο είναι πλήρες και η μόνη λύση είναι η βίλα κάποιου ηλικιωμένου που ενίοτε φιλοξενεί ταξιδιώτες και μάλιστα χωρίς αμοιβή. Το βράδυ ο οικοδεσπότης τον καλεί σε δείπνο με τρεις ακόμα φίλους του, ο αντιπρόσωπος από ντροπή δέχεται και έτσι αποχαιρετά την ιδέα της εξόδου προς άγραν ερωτικής συντροφιάς. Όλα αρχίζουν όταν θα του προτείνουν ένα φαινομενικά αθώο παιχνίδι το Δικαστήριο, στο οποίο εκείνος θα είναι ο ένοχος και ο καθένας από τους ηλικιωμένους συνταξιούχους θα αναβιώσει το επάγγελμά του. Έτσι έχουμε έναν δικαστή, ένα εισαγγελέα, έναν δικηγόρο και έναν δήμιο...

Αγωνία και μαύρο χιούμορ, οι σπεσιαλιτέ του Ντύρενματ δηλαδή, με την απαραίτητη πολιτική και ηθική διάσταση και την κριτική για τον σύγχρονο κόσμο. Ένα βιβλίο λακωνικό και απλό, αντιπροσωπευτικό όμως του ύφους και του ταλέντου του Ελβετού συγγραφέα, που καταφέρνει πολλά με τα πλέον απλά υλικά.

Στο ιστολόγιο έχουν προηγηθεί κείμενα για τα εξής βιβλία του Ντύρενματ: Η κοιλάδα της αταξίας, Η υποψία, Η αποστολή, Ο δικαστής και ο δήμιος του.

Μετάφραση Γιώργος Βαμβαλής
Εκδόσεις Επίκουρος

  



Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Άσωτοι - Greg Jackson




Ούτε κι εγώ ήμουν αθώος, δεν αγνοούσα την αργή και ύπουλη διολίσθηση με την οποία τα μέσα για την επίτευξη των πιο πολύτιμων και ευγενών σκοπών μας γίνονται τα ίδια σκοποί -έτσι που, για παράδειγμα, το να γράψεις κάτι που θα αλλάξει τον κόσμο γίνεται το να γράψεις κάτι που θα έχει αξία για σένα τον ίδιο, που γίνεται το να εκδώσεις κάτι σχετικά αξιοπρεπές, που γίνεται το να γράψεις κάτι που να μπορεί απλώς να εκδοθεί· ή, για να δώσω άλλο ένα αυθαίρετο παράδειγμα, η αναζήτηση του αιώνιου έρωτα γίνεται η αναζήτηση ενός έρωτα που μπορεί και να κρατήσει, που γίνεται η αναζήτηση ενός συνετού μείγματος ανοχής και πάθους, που γίνεται η αναζήτηση ενός ταιριαστού κοινωνικού συντρόφου. Και φυσικά με κάθε αναπροσαρμογή δεν πιστεύεις ότι συμβιβάζεσαι ή ότι προδίδεις τις αρχές σου αλλά ότι ωριμάζεις. Κι ίσως και να 'ναι έτσι. Ίσως να κάνεις το καλύτερο που μπορείς. Αλλά η αλήθεια είναι ότι μια μέρα ξυπνάς νεκρός.
Θα τολμούσα να πω ότι η ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα της πραγματικότητας, ή της ζωής αν προτιμάτε, έχει μεταφέρει, κατά τουλάχιστον μία δεκαετία νωρίτερα, τη πιθανότητα να βρεθεί κάποιος αντιμέτωπος με τη στιγμή εκείνη, που τόσο ρεαλιστικά την περιγράφει ο Καμύ, όταν στη στροφή ενός δρόμου, ανηφορικού και σε τοπίο βραχώδες όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ, θα δει, λίγο πριν ο ορίζοντας αποκτήσει και πάλι το βάθος του, τη ζωή του να περνάει μπροστά από τα μάτια του, και, αντιλαμβανόμενος το ερώτημα της αυτοκτονίας ως το μόνο που πραγματικά αξίζει να απαντηθεί, θα αμφιταλαντευτεί ανάμεσα στο βάρος της ύπαρξης και της αδιαφορίας. Εκεί λοιπόν, λίγο μετά τα τριάντα, εκτός από την προσωπική αξιολόγηση, είναι πιθανόν να παρουσιαστεί ξαφνικά μια απομάγευση του κόσμου, του οικείου κόσμου, του ελάχιστου κόσμου, για τον οποίο ως τότε θα έβαζες το χέρι σου στη φωτιά, πιστεύοντας στη διαφορετικότητά σου, και ακριβώς εκείνη τη στιγμή της απομάγευσης αντιλαμβάνεσαι την απάτη πίσω από το ρήμα ωριμάζω.

Κουβαλούσα το βιβλίο του Τζάκσον μαζί μου, ακόμα και όταν δεν επρόκειτο να διαβάσω ούτε γραμμή, ακόμα και όταν το είχα τελειώσει και θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ήταν μόνο ένα επιπρόσθετο περιττό βάρος, για να μπορώ να διαβάζω το παραπάνω απόσπασμα σε φίλους, γύρω στα τριάντα πέντε, να λέω από μνήμης τη φράση Και φυσικά με κάθε αναπροσαρμογή δεν πιστεύεις ότι συμβιβάζεσαι ή ότι προδίδεις τις αρχές σου αλλά ότι ωριμάζεις, έτσι ώστε να μπορώ να έχω καρφωμένο το βλέμμα στο πρόσωπό τους, να βλέπω την έκφρασή του να μεταβάλλεται από το "ναι, έτσι είναι" στο "λες, να είναι έτσι;" Και ύστερα να στεκόμαστε για λίγο αμίλητοι πάνω από φλιτζάνια καφέ ή ποτήρια μπύρας.

Συμβιβασμός και απομάγευση· μια φωνή από το παρελθόν ακούγεται: έτσι είναι η ζωή, θα μεγαλώσεις, και θα δεις. Μια φωνή που πάντα μας προκαλούσε αλλεργία και θυμό, ακόμα και ένα σαρκαστικό γέλιο, μια τόνωση στην αυτοπεποίθησή μας: ναι, σιγά μη γίνω έτσι εγώ. Και έρχεται τώρα εκείνο το παρελθόν να μας περιγελάσει δικαιωμένο, με τον δείκτη στον κρόταφο. Σ' τα 'λεγα εγώ, μας λέει.

Οι ιστορίες του Τζάκσον εκτυλίσσονται  στο πρόσφατο παρελθόν του αφηγητή, αφού το βάρος τους τις έχει μετατρέψει πια σε ιστορίες προς αφήγηση. Οι ιστορίες του Τζάκσον εκτυλίσσονται σ' ένα μέρος μακριά από τη ρουτίνα των ηρώων του, σε κάποιες διακοπές, σε ένα ησυχαστήριο, στο σπίτι του παππού. Καμία από τις δύο επιλογές δεν μοιάζει τυχαία, κάθε άλλο, μετατρέπουν το χωροχρονικό σημείο αφήγησης σε σημείο παρατήρησης.

Η ανάγνωση των διηγημάτων προκαλεί μια συναισθηματική αναστάτωση, οι ήρωες μοιάζουν οικείοι και γνώριμοι, μοιάζουν με αντικατοπτρισμό σε καθρέφτη, σε καθρέφτη ακριβείας και κάθε άλλο παρά παραμορφωτικό. Και ο συνδυασμός εγκεφαλικής και συναισθηματικής γραφής ενισχύει το αίσθημα αυτό, λέξη τη λέξη, πρόταση την πρόταση, χωρίς να περισσεύει τίποτα, παρά τις παρεκβάσεις στην κάθε ιστορία. Ο Τζάκσον, γεννημένος το 1983, γράφει κάτι που αφορά τη γενιά του, τη γενιά μας, έτσι το εξέλαβα εγώ τουλάχιστον, και θα ήθελα να μιλήσω με μεγαλύτερους σε ηλικία αναγνώστες, να δω πώς το εξέλαβαν εκείνοι, πώς βίωσαν την ανάγνωση, αν, πίσω από την σπουδαία πρόζα και τις υπέροχες προτάσεις, διέκριναν αυτό το βάρος της απομάγευσης. Και όλα αυτά συμβαίνουν στο πρώτο βιβλίο του Τζάκσον.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις αντίποδες   

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Το τέλος της ιστορίας - Lydia Davis




Την τελευταία φορά που τον είδα -τότε δεν ήξερα ότι θα ήταν η τελευταία- καθόμουν στη βεράντα με μια φίλη. Εκείνος μπήκε απ' την αυλόπορτα ιδρωμένος, με ροδαλό το πρόσωπο και το στήθος, με τα μαλλιά βρεγμένα, και κοντοστάθηκε ευγενικά, για να μας μιλήσει. Κάθισε οκλαδόν στο κεραμιδί τσιμεντένιο δάπεδο, ή μπορεί και στην άκρη ενός ξύλινου πάγκου.
Ήταν μια καυτή μέρα του Ιουνίου.
Το τέλος της ιστορίας, εκ των υστέρων, συρρικνώνεται σε μια ελάχιστη και δεδομένη χρονική στιγμή. Το τέλος, βέβαια, μπορεί να επαναπροσδιοριστεί ή ακόμα και να θεωρηθεί προσωρινό. Το τέλος χωρίζει το πριν από το μετά, όσα προηγηθήκαν απ' όσα ακολούθησαν, και αυτή είναι στην πραγματικότητα η ιστορία κάθε τέλους. Για το τέλος αυτό καθαυτό λίγα μπορούν να ειπωθούν, ελάχιστοι κύκλοι να διαγραφούν, ωστόσο σε όσα προηγήθηκαν και σε όσα ακολούθησαν μπορούν να προστεθούν πολλά αν και ίσως, λεπτομέρειες του τότε και μύχιες σκέψεις του μετά να έρθουν στην επιφάνεια της σκέψης, της αναβίωσης της ιστορίας, μέχρι να καταλύσει ο χρόνος, κυρίως αυτός, τις εξουσίες του συναισθήματος.   

Η ιστορία αυτή μπορεί να μοιάζει με άλλες ιστορίες, φαινομενικά μπορεί και να υστερεί σε σύγκριση με άλλες ιστορίες, όμως διαθέτει μια ισχύ εμμονική, επαναπροσέγγισης και μηρυκασμού, και τότε τα πώς και τα γιατί που βασανίζουν το τέλος μετατρέπονται σε πώς και σε γιατί που βασανίζονται από την επιμονή του συναισθήματος. Και όταν, όπως στην περίπτωση της αφηγήτριας, εμφανιστεί η επιθυμία για εξωστρέφεια και δημοσιοποίηση, τότε εμφανίζεται ακόμα ένα πώς. Πώς γράφει κανείς για κάτι προσωπικό; 

Φαινομενικά, το μυθιστόρημα της Lydia Davis, γνωστής κυρίως για τις πολύ σύντομες ιστορίες της, διαπραγματεύεται το τέλος μιας ερωτικής ιστορίας, χρόνια μετά. Όμως, και αυτό είναι που το κάνει πραγματικά σπουδαίο, στην πραγματικότητα πρόκειται για μία άσκηση γραφής, χωρίς να αφήνεται στιγμή έξω το συναίσθημα, καθώς εκείνο που διακυβεύεται είναι η ένταξη του προσωπικού, με το άγχος της έκθεσης και το βάρος του πόνου να υπερισχύουν της ανάγκης για δημιουργία και του θράσους που συχνά συνοδεύει την ανάγκη αυτή.

Η Davis υποδεικνύει και ενσωματώνει στην ιστορία της όλες τις κρυψώνες που θα χρησιμοποιούσε συγκαλυμμένες κάθε συγγραφέας που θα τολμούσε να αφηγηθεί μία πραγματική ερωτική ιστορία. Και ακριβώς αυτή η διαφάνεια της γραφής και των συστατικών της είναι που συγκινεί πραγματικά, η διαρκής ανασφάλεια για τις προθέσεις της και τις συνέπειες τους. Έτσι αναδεικνύεται πραγματική η ανάγκη της να καταφύγει στη γραφή. Γιατί θα ήταν αφελής εκείνος που θα απέκλειε την εγκεφαλική γραφή από μία τόσο έντονη συναισθηματική ιστορία, αρκεί να αναλογιστεί ο ίδιος την προσωπική του εμπειρία στην επεξεργασία κάθε συναισθήματος.

Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ένιωσα τη συγγένεια της γραφής της Davis με εκείνη της Lispector, τουλάχιστον στην Ώρα του αστεριού, που διάβασα λίγους μήνες πριν, βιβλίο που εκτός των αναμενόμενων ένθερμων θαυμαστών γνώρισε και τη χλεύη μικρής μερίδας του αναγνωστικού κοινού, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι, θα έλεγα γι' αυτούς αν ήμουν καλός χριστιανός. Κάθε μία, με τον δικό της τρόπο και στη δική της εποχή, με τις δικές της καταβολές και τα δικά της βιώματα, ενσωματώνει κάτι το έντονα προσωπικό στην ιστορία που επιλέγει να αφηγηθεί. Και είναι ενδιαφέρον, αν και μετά την ανάγνωση προφανές, το πώς καταφέρνουν να κινητοποιήσουν συναισθηματικά τον αναγνώστη, διηγούμενες ταυτόχρονα και την ιστορία της συγγραφής, ξεναγώντας τον στην κατασκευή του οικοδομήματος, αρνούμενες να αφαιρέσουν εργαλεία και σκαλωσιές.

Η Davis γνωρίζει καλά πως μια ιστορία μπορεί να έχει ένα τέλος, όμως η αφήγηση του τέλους μιας ιστορίας δεν μπορεί παρά να μην έχει τέλος, να είναι ατελής και διαρκώς, ακόμα και χρόνια μετά, μεταβαλλόμενη, καθώς η αφήγηση των γεγονότων πάντα θα συνοδεύεται από την ανασφάλεια για τη σημαντικότητα και τη χρησιμότητά τους. 

Μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη
Εκδόσεις Παπαδόπουλος