Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Δρόμος προς τη μεγάλη οθόνη




Ο Δρόμος του Τζακ Κέρουακ είναι ένα από τα μυθιστορήματα εκείνα που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά, ώντας οδηγός για τους Μπίτνικς. Βέβαια, όπως συνήθως συμβαίνει, δεν είχε μόνο φανατικούς υποστηρικτές αλλά και πολέμιους, προερχόμενους είτε από συντηρητικότερα μέρη της κοινωνίας, είτε από ελιτιστές βιβλιόφιλους οι οποίοι καυτηρίασαν το ύφος και τη γλώσσα του συγγραφέα, ισχυριζόμενοι πως πρόκειται για ένα έργο μικρής λογοτεχνικής αξίας.

 Η προσπάθεια για τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη κρατάει από το 1957, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του, όταν η Warner Brothers πρόσφερε 110.000 δολάρια για την απόκτηση των δικαιωμάτων. Οι φήμες πως η Paramount με τον Μάρλον Μπράντο ενδιαφέρονταν επίσης έκανε τον μάνατζερ του Κέρουακ να πιστέψει πως θα μπορούσε να βγει κερδισμένος από τον πλειστηριασμό. Ο Κέρουακ μάλιστα έστειλε γράμμα στον ηθοποιό εκφράζοντάς του την επιθυμία του να παίξει στο πλευρό του. Τελικά ο Μπράντο δεν πείστηκε για την επιτυχία του εγχειρήματος και καμία από τις εταιρίες δε συμφώνησε με τα χρήματα που ζητούσε ο συγγραφέας.

 Ένα χρόνο μετά, η Twentieth-Century Fox και ο παραγωγός Jerry Wald θέλησαν να εκμεταλευτούν το θάνατο του Τζέιμς Ντιν εμπλέκοντάς τον στη μεταφορά του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη κάτι το οποίο βρήκε αντίθετο τον συγγραφέα. Αργότερα το 1958 ο Κέρουακ θα πουλήσει για μόλις 25.000 δολάρια τα δικαιώματα σε μια μικρή ανεξάρτητη εταιρία η οποία όμως θα πτωχεύσει.

 Στα τέλη του ’60 το CBS θα προβάλει μια τηλεοπτική σειρά με την ονομασία Route 66, μια ελεύθερη μεταφορά του Δρόμου στη μικρή οθόνη που περιέγραφε τις περιπέτειες δύο νεαρών. Η χρήση μιας ατάκας του βιβλίου έκανε τον Κέρουακ να σκεφτεί να κινηθεί δικαστικά, όμως οι δικηγόροι του τον απέτρεψαν αφού οι πιθανότητες δικαίωσης ήταν μηδαμινές. Την ίδια περίοδο τα δικαιώματα του βιβλίου περνούν στα χέρια του Pennebaker (γνωστού από το Don´t look back σχετικά με τον Μπομπ Ντύλαν) που όμως δεν κατάφερε να υλοποιήσει το  πρότζεκτ, μην καταφέρνοντας να προχωρήσει παραπάνω από την εισαγωγική σκηνή.




 Το 1969, μετά από μια περίοδο απομόνωσης και προβλημάτων με το αλκοόλ, ο Κέρουακ πεθαίνει και το ενδιαφέρον για τη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου ατονεί. Δέκα χρόνια αργότερα τα δικαιώματα περιέρχονται στα χέρια του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Για τριάντα χρόνια θα προσπαθεί, χωρίς αποτέλεσμα, να γράψει το σενάριο. Θα συνεργαστεί με αρκετούς σεναριογράφους και θα φλερτάρει με την ιδέα του ασπρόμαυρου φιλμ, όμως το 2007 θα παραδεχτεί την αδυναμία του να μετατρέψει σε σενάριο το βιβλίο του Κέρουακ. Τελικώς θα δώσει το χρίσμα στον Βάλτερ Σάλες δηλώνοντας εντυπωσιασμένος από τα Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας. Ο Σάλες θα συνεργαστεί ξανά με τον Χοσέ Ριβέρα στο σενάριο και κάπως έτσι, μετά από 55 χρόνια, θα έχουμε τη δυνατότητα να δούμε αν η τόση αναμονή άξιζε τελικώς τον κόπο!

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Γιάκομπ Φον Γκούντεν - Robert Walser







"Αυτό το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή"


Την έκδοση του δίγλωσσου Περιπάτου, το 2011 από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης, διαδέχεται η σχετικά πρόσφατη κυκλοφορία ενός ακόμα έργου του, μάλλον, παραγνωρισμένου από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, γερμανόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ρόμπερτ Βάλζερ. Το μακρινό πια 1992, με τον Παραγιό, οι Εκδόσεις Ηριδανός είχαν φροντίσει να συστήσουν τον σημαντικό αυτό λογοτέχνη που, αν και δεν έτυχε μεγάλης αποδοχής κατά τη διάρκεια της ζωής του, για το έργο του είχαν εκφραστεί με κολακευτικά λόγια αρκετοί ομότεχνοί του, ανάμεσα στους οποίους ο Κάφκα, ο Μουζίλ, ο Τσβάιχ και ο Κανέτι. Τον Παραγιό τον βρήκα στο περσινό παζάρι εκποίησης βιβλίου στην πλατεία Κλαυθμώνος...

Ο νεαρός Γιάκομπ εγκαταλείπει το σπίτι του με σκοπό να φοιτήσει στο Ινστιτούτο Μπενζαμέντα που εξειδικεύεται στην εκπαίδευση υπηρετών που αργότερα επανδρώνουν σπίτια μεγαλοαστών. Πρόκειται για μια ημερολογιακή εξιστόρηση της παραμονής του εκεί η οποία φέρει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία καθώς ο ίδιος ο Βάλζερ φοίτησε για μικρό διάστημα σε μια αντίστοιχη σχολή. Ο κ. Μπενζαμέντα είναι ο ιδιοκτήτης και διεθυντής της σχολής ενώ η αδερφή του είναι η εκπαυδεύτρια των νεαρών. Κατά την παραμονή του εκεί ο Γιάκομπ θα αναπτύξει σχέσεις τόσο με τα αδέρφια Μπενζαμέντα, όσο και με τους υπόλοιπους τρόφιμους της σχολής.

Μπορεί η βάση του βιβλίου να είναι ρεαλιστική όμως ο Βάλζερ ενσωματώνει ονειρικές περιγραφές στην εξιστόρηση, στοιχείο που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του συγκεκριμένου μυθιστορήματος (ή μεγάλης νουβέλας) και πιθανότατα την αιτία για την οποία το έργο έγινε δεκτό με αμηχανία από τη σύγχρονη σε αυτό κριτική. Πλήθος αντιθέσεων υπάρχουν στο κείμενο με πρωτεύουσα αυτών την προαναφερθείσα ανάμεσα στην ρεαλιστική και την ονειρική περιγραφή. Ο συγγραφέας, μέσα από την εξιστόρηση του Γιάκομπ, θα παρουσιάσει μέσω της σύγκρισης, μεταξύ άλλων,  τη ζωή στην επαρχία, όπου μεγάλωσε ο Γιάκομπ, και την πόλη, την άνετη οικογενιακή ζωή και τη γεμάτη στερήσεις καθημερινότητα του ινστιτούτου, το παρελθόν του ίδιου και των συμφοιτητών του, τα κίνητρα των σπουδαστών, τη ζωή του καλλιτέχνη αδερφού του (ακόμα ένα αυτοβιογραφικό στοιχείο), τις μαθητικές αναμνήσεις, το χτες και το σήμερα.

Βιβλίο που συγγενεύει με αρκετά μυθιστορήματα, της ίδιας περιόδου, έχοντας στο επίκεντρό του τον άσωτο υιό που εγκαταλείπει το σπίτι του και απαρνιέται τα αγαθά και την κοινωνική του θέση, αποφασισμένος να τραβήξει το δικό του δρόμο. Ο Γιάκομπ όμως, αντίθετα με άλλους ήρωες, δεν έχει κίνητρα θρησκευτικά ή σοσιαλιστικά, δεν επιλέγει τη φυγή νιώθοντας περιφρόνηση για την τάξη του. Πρόθεσή του είναι να ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση και να φανεί χρήσιμος. Αυτός είναι ο λόγος που ο Βάλζερ προσδίδει έντονα στοιχεία αριστοκράτη στον ήρωα του.    

Ένα συνεχές ταξίδι από το ρεαλισμό στη φαντασία αποτελεί η εξιστόρηση του Γιάκομπ. Την περιγραφή της καθημερινότητας διαδέχονται όνειρα και φαντασιώσεις του νεαρού που, παρά το γεγονός πως η καθημερινότητά του δεν προσφέρεται, καταφέρνει να ξεφεύγει από τη μιζέρια αυτή και να δραπετεύσει σε κόσμους μαγικούς,σε μέρη που όλα είναι πιθανά και διαφορετικά. Υπέροχες οι σελίδες με το νεαρό να περιδιαβαίνει τους δρόμους της μεγάλης πόλης, καθυστερώντας εσκεμμένα την επιστροφή του στο ινστιτούτο, ξεδιπλώνοντας τις σκέψεις του για το σύγχρονο τρόπο ζωής.

Μία ακόμα αντίθεση, που συναντά ο σημερινός αναγνώστης, έχει να κάνει με τη διαφορά ανάμεσα στο γλωσσολογικό ύφος, που ανήκει στην εποχή της συγγραφής (και που αποδίδεται υπέροχα από τον Έλληνα μεταφραστή), και τη μοντέρνα δομή του κειμένου. Μία αντίθεση που ναι μεν είναι έντονη αλλά σε καμία περίπτωση δεν ξενίζει. Ίσως γι'αυτό το έργο του Βάλζερ να αναγνωρίστηκε σταδιακά μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, γιατί ήταν πολύ διαφορετικό σε σύγκριση με τη λοιπή γραμματεία της εποχής. Η συνεχής αυτή εναλλαγή ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, σε συνδυασμό με την υπέροχη γλώσσα του Βάλζερ, καταφέρνουν να συνεπάρουν τον αναγνώστη μέχρι την τελευταία σκηνή και την ευθεία αναφορά στο Δον Κιχώτη.

* Στον Παραγιό του Βάλζερ ήταν αφιερωμένα δύο κείμενά μου που φιλοξενήθηκαν στο Bibliotheque.gr και μπορείτε να τα βρείτε εδώ.

** Ο Ναυτίλος, στο πανέμορφο ιστολόγιο του, γράφει σχετικά με τον Βάλζερ και διατυπώνει μία ευχή σχετικά με την κυκλοφορία και άλλων έργων του στα ελληνικά. Την ανάρτηση μπορείτε να τη βρείτε εδώ


Μετάφραση Βασίλης Πατέρας.
Εκδόσεις Ροές.

    

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Μία νυξ δι' εν έτος - Γιάννης Πάσχος




Αρκετά παρεξηγημένο λογοτεχνικό είδος το διήγημα. Η μικρή ποσότητα των απαιτούμενων λέξεων συχνά λειτουργεί  ως κάποιου είδους ευκολία για τον επίδοξο διηγηματογράφο. Πλάνη. Η μικρή φόρμα θέλει μαστοριά και πειθαρχία, σοφή χρήση της κάθε λέξης. Δεν υπάρχει το περιθώριο χώρου που βρίσκεται στο μυθιστόρημα (που ενίοτε επίσης καταπατείται αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση). "Ένα καλό διήγημα," έλεγε ο Χέμινγουέη, "πρέπει να είναι σαν το παγόβουνο: το τμήμα του που φαίνεται να είναι πάντα μικρότερο απ'αυτό που μένει αόρατο κάτω από το νερό και προσδίδει ένταση, μυστήριο, δύναμη και νόημα σ'αυτό που πλέει στην επιφάνεια."

Επιπρόσθετα, η επιλογή των διηγημάτων που θα συμπεριληφθούν σε μία συλλογή δεν έχει να κάνει με τη μπακαλίστικη λογική "τόσα έχω, τόσα βάζω", απουσιάζει με λίγα λόγια ο λογιστικός κανόνας της προσφοράς και της ζήτησης. Τα διηγήματα μίας συλλογής πρέπει να διέπονται από ένα νήμα, όχι απαραίτητα νοηματικό ή γλωσσικό. Η επιλογή εκτός από το δημιουργό βαραίνει και τον εκδότη.

Οι δύο παραπάνω λόγοι είναι υπεύθυνοι για τη μετρημένη μου στάση απέναντι στο διήγημα ως λογοτεχνικό είδος. Πολλές συλλογές διηγημάτων κυκλοφορούν στην αγορά αλλά οι περισσότερες απλώς υπακούουν σε ποσοτικά κριτήρια και όχι σε λογοτεχνικά. Διήγημα έγραφε ο Μπόρχες διήγημα λένε πως γράφουν και άλλοι...

Τον Γιάννη Πάσχο δεν τον γνώριζα. Όταν μου δάνεισαν το Μία νυξ δι' εν έτος δεν ήμουν βέβαιος πως θα το διαβάσω σύντομα, αν και η έκδοση ήταν όμορφη και προσεγμένη, στοιχείο που πάντα παίζει το δικό του ιδιαίτερο ρόλο. Η συγκυρία όμως τα έφερε έτσι ώστε να μην κρατώ μαζί μου το επόμενο της λίστας και κάπως έτσι, δίχως προσδοκίες, γύρισα την πρώτη σελίδα αφήνοντας για το τέλος, όπως συνηθίζω, το προλογικό σημείωμα.

Αυτό που περισσότερο αγαπώ σε μια καλή συλλογή διηγημάτων είναι η στιγμή, μετά το πέρας της ανάγνωσης του κάθε διηγήματος, που απομένω, με τον τόμο ανά χείρας ενώ κάποιο δάχτυλο αναλαμβάνει το ρόλο του προσωρινού σελιδοδείκτη, να κοιτάζω ευθεία μπροστά. Είναι τότε που, μετά την προσαρμογή του βλέμματος στο νέο εστιακό βάθος, η ματιά καθαρίζει πριν βυθιστεί ξανά στις αράδες του επόμενου. Ο συγγραφέας είναι εκείνος που δίνει τον αναγνωστικό ρυθμό.

Εκτός του πρώτου, τα διηγήματα που συνθέτουν ετούτη τη συλλογή είναι ολιγοσέλιδα αλλά όχι στενάχωρα. Αναπνέουν δίνοντας συνάμα την αίσθηση της πληρότητας. Αρετή που ίσως να οφείλεται στο ποιητικό παρελθόν του δημιουργού. Ο Πάσχος αποφεύγει το στείρο ποιητικό λόγο και δε διστάζει να χρησιμοποιήσει ακόμα και αργκό όταν το κρίνει αναγκαίο χωρίς να αποστερεί από τα κείμενα τη λογοτεχνική αρετή. Η παρουσία χελιών, αυτών των παράξενων και γλιστερών υδρόβιων φιδιών, σε δύο από τα διηγήματα, αναδεικνύει την ικανότητα του συγγραφέα, τόσο στη δημιουργία δυνατών εικόνων, όσο και στο πάντρεμα επιστήμης ( ο Γιάννης Πάσχος είναι καθηγητής Ιχθυολογίας) και λογοτεχνίας. Προτέρημα της συλλογής η αδυναμία κάποιου διηγήματος να ξεχωρίσει.

Ο Γιάννης Πάσχος γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1954. Έργα του : Lila Teman, ποίηση, Εκδόσεις Οδός Πάνος, 2005 και Ζωή εκτός ωραρίου, ποιήση, Εκδόσεις Μελάνι, 2007.   


Εκδόσεις Μελάνι.

 

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Περί μεγέθους ο λόγος


Η θεώρηση ορισμένων πραγμάτων ως αυτονόητων είναι υπεύθυνη για πολλά δεινά σε διάφορα επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι πολλά εκείνα που αποφεύγουμε να συζητάμε και που εμφανίζονται, ξαφνικά θαρρείς, γιγάντια θεριά. Εδώ και καιρό στροβιλίζει στο μυαλό μου η δημιουργία μιας ανάρτησης σχετικής με τη μεγεθολαγνεία που συναντάται στον εκδοτικό χώρο αλλά όλο την ανέβαλα σκεφτόμενος πως ίσως πρόκειται για κάτι το αυτονόητο. Ας αφιερώσουμε λίγο χρόνο όμως στα δεδομένα και αυτονόητα...

Προφανώς και οι εκδότες δεν είναι (πάντα) ανόητοι για να σπαταλούν τόνους επιπλέον χάρτου σε πλήθος εκδόσεων. Είναι μια ύπουλη πεποίθηση του αγοραστικού κοινού σχετικά με τη σχέση τιμής απόδοσης, μια έννοια οικονομολογική που δύναται να εφαρμοστεί σε μεγάλο μέρος της καταναλωτικής συμπεριφοράς μας, αλλά που μάλλον δεν αποτελεί εργαλείο χρήσιμο την ώρα της επιλογής κάποιου λογοτεχνικού τίτλου. Πιο χαρακτηριστικό νομίζω παράδειγμα είναι όταν το βιβλίο προορίζεται για δώρο. Είναι τότε, που το μέγεθος (αλλά και η τιμή) παίζει, δυστυχώς συχνά, σημαντικό ρόλο κατά την επιλογή. Μία ματιά στη λίστα με τα ευπώλητα θα επιβεβαίωνε επίσης την παραπάνω άποψη.

Αποτέλεσμα αυτού είναι το τράβηγμα του κειμένου με σκοπό την προσθήκη επιπλέον σελίδων. Γίνεται χρήση διαφόρων τεχνικών όπως η μεγάλη γραμματοσειρά, τα κενά δεξιά και αριστερά του κειμένου, η επιλογή της έναρξης των κεφαλαίων πάντα στη δεξιά σελίδα, τίτλοι, υπότιτλοι, εισαγωγικά κείμενα, επίμετρα και τα λοιπά και τα λοιπά. Πέραν των οικολογικών και αισθητικών ενστάσεων που προκαλεί η τακτική αυτή, δε θα έπρεπε κάποιος να παραβλέψει και την αύξηση του κόστους και τη μετακύλιση αυτού στην τιμή που καλείται να πληρώσει ο αναγνώστης-πελάτης. Και τώρα με την κρίση πως να γυρίσει πίσω το ποτάμι;

Μία προσέγγιση κατανοητή θα μπορούσε να είναι η επιλογή ενός βιβλίου με κριτήριο το μέγεθος και την πυκνότητα του κειμένου. Όσο και αν μια τέτοια πρακτική στερείται ρομαντισμού, εντούτοις διέπεται από έναν ειλικρινή ορθολογισμό. Είναι πολλά τα παραδείγματα γνωστών και φίλων οι οποίοι αναζητούν βιβλία που θα τους απασχολήσουν αναγνωστικά για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο σε όρους οικονομικούς ονομάζεται απόσβεση.  Σε μια περίοδο που το κάθε ευρώ είναι σημαντικό θα ήταν παράλογο να μην το σεβαστεί κάποιος. Βέβαια, μπορεί η παραπάνω προσέγγιση να είναι κατανοητή μα αυτό δε σημαίνει πως δεν κρύβει πολλές παγίδες, ιδιαίτερα την περίοδο αυτή που όλο και περισσότεροι αναζητούν καταφύγιο στις σελίδες ενός βιβλίου.  Μια ολιγοσέλιδη ποιητική συλλογή συχνά απαιτεί περισσότερο χρόνο από ένα ροζ μυθιστόρημα άπειρων σελίδων (αυτονόητο θα σκεφτεί κάποιος αλλά δεν πειράζει να ειπωθεί).

Οι εκδοτικές τερατογενέσεις είναι ευθύνη όλων μας και όχι αποκλειστικώς των εκδοτικών οίκων.

Διαβάζοντας ξανά την ως τώρα ανάρτηση συλλογίζομαι πως προσέγγισα το ζήτημα του μεγέθους μονοδιάστατα. Θα ήταν παράλειψη, σε μια ανάρτηση γεμάτη αυτονόητα, να μην αναφερθώ και στο φόβο (ή άγχος) που συχνά κατακλύζει κάποιον στη θέα ενός πολυσέλιδου βιβλίου. Το αφήνω όμως για κάποια επόμενη ανάρτηση στο μέλλον.

Και κάτι τελευταίο, πόση αηδία προκαλούν οι τηλεπωλητές βιβλίων όταν αναφωνούν γεμάτη έκσταση προσποιητή " και με το κιλό να πούλαγα πιο ακριβά θα ήταν...";
   
  

(Επειδή η συζήτηση περί του κόστους των βιβλίων εξακολουθεί να είναι επίκαιρη και σε λάθος βάση σας παραπέμπω σε μια παλιότερη ανάρτησή μου με τίτλο Περί διαβάσματος ή ο χρόνος που έγινε χρήμα)


Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Το μανιφέστο της ήττας - Άντζελα Δημητρακάκη




Πέρασαν αρκετές μέρες από τότε που τελείωσα το βιβλίο αυτό. Από τη μία η έλλειψη λέξεων και από την άλλη η ανάγκη να κατακάτσει εντός μου δημιούργησαν αυτό το χρονικό κενό ανάμεσα στην ανάγνωση και στην ανάρτηση. Ογκώδες, πυκνογραμμένο και χαοτικό μα υπέροχο το τρίτο μυθιστόρημα της Δημητρηκάκη η οποία αποτελεί την πλέον ευχάριστη ελληνόφωνη λογοτεχνική ανακάλυψη του 2012. Παρά το μέγεθός του τρεις μέρες ήταν αρκετές, η ανάγνωση έδινε το ρυθμό, με δυσφορία εγκατέλειπα τις σελίδες του για να επιστρέψω αργότερα με λαχτάρα.

Είναι από εκείνα τα βιβλία που σε αφήνουν με την εντύπωση της ανάγλυφης εκτύπωσης. Όσα και να πεις θα φαντάζουν λίγα, πάντα θα λείπει το σημαντικότερο, η ανάγνωση. 

Τέλη της δεκαετίας του '90, μια παρέα νεαρών καλλιτεχνών αποφασίζει να περάσει το τριήμερο της αποκριάς στο σπίτι του πατέρα του Αλέξη, γνωστού εικαστικού, σε ένα νησί του Αιγαίου. Η παραμονή τους εκεί θα έχει σοκαριστικό φινάλε καθώς οι εννιά από τους έντεκα θα χάσουν τη ζωή τους κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η Μαρίλη, μία από τους επιζώντες, χρόνια μετά, θα επιχειρήσει να μεταφέρει στο χαρτί την εμπειρία της, σε μια προσπάθεια να απαλλαγεί από τα ψυχολογικά τραύματα που τη βασανίζουν.



Θα μπορούσα να γράψω πολλά περισσότερα σχετικά με την υπόθεση χωρίς να επηρεάσω τον επίδοξο αναγνώστη αλλά μια τέτοια απόφαση θα μετατόπιζε μονομερώς τη σημασία αυτού του μυθιστορήματος για το οποίο η συγγραφέας άντλησε στοιχεία από το Μάγο του Φώουλς και εμπνεύστηκε από  Το πράσινο σύννεφο: Μια ιστορία για παιδιά από εφτά μέχρι εβδομηντα χρονών του Α.Σ.Νηλ.

Για τους αναγνώστες, με πρότερη επαφή με το συγγραφικό σύμπαν της Δημητρακάκη, το παρόν μυθιστόρημα αποτελεί την απόδειξη της συγγραφικής εξέλιξης της δημιουργού. Ισχύουν όλα όσα είχα γράψει στις προηγούμενες αναρτήσεις τις σχετικές με την Ανταρκτική και την Αντιθάλασσα. Στο Μανιφέστο τη ήττας η Δημητρακάκη ανεβάζει τον προσωπικό της πήχη ακόμα ψηλότερα κάτι που μου δημιουργεί προσδοκίες για το τέταρτο μυθιστόρημα της με τίτλο Μέσα σ' ένα κορίτσι σαν κι εσένα το οποίο και σκοπεύω να διαβάσω σύντομα.

Στον πυρήνα του μυθιστορήματος βρίσκεται ο φασισμός. Πλανάται όποιος ταυτοποιεί το φασισμό μονάχα με τα τάγματα εφόδου και αρνείται να διακρίνει την πολυπρόσωπη παρουσία του στην καθημερινότητα.

"Ο στρατηγικός αντίπαλος είναι ο φασισμός...
 ο φασισμός σε όλους μας, στο μυαλό μας και στην καθημερινή μας συμπεριφορά,
 ο φασισμός που μας κάνει να αγαπάμε την εξουσία,
 να επιθυμούμε ακριβώς ό,τι μας καταδυναστεύει και μας εκμεταλεύεται"

(Μισέλ Φουκώ)


Ενδιαφέρουσα επίσης η προσέγγιση της σύγχρονης τέχνης. Η μαζική κουλτούρα και η αναζήτηση των ορίων και της πρόκλησης. Η ανάγκη για έκφραση, οι επαγγελματίες καλλιτέχνες και ειδικοί περί τέχνης. Αντικείμενο το οποίο ανήκει στο πεδίο των γνώσεων και της έρευνας της Δημητρακάκη που διδάσκει θεωρία της σύγχρονης τέχνης στην Αγγλία.

Θα κλείσω κάπου εδώ την ανάρτηση λέγοντας πως πρόκειται για ένα εμπνευσμένο μυθιστόρημα, πολυεπίπεδο και πολυδιάστατο, δουλεμένο στη λεπτομέρεια. Η Δημητρακάκη είναι σαφέστατα μία συγγραφέας που αξίζει κάποιος να γνωρίσει μέσα από το έργο της.


Εκδόσεις  βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Χίλια κομμάτια - Τζέιμς Φράι




Στα είκοσι τρία του ο Τζέιμς Φράι μεταφέρεται σε άσχημη κατάσταση σε μία κλινική απεξάρτησης, είναι αλκοολικός και ναρκομανής στο τελευταίο στάδιο. Με την, αρχικά οικονομική, συμπαράσταση της οικογένειάς του θα επιχειρήσει να ξεφύγει από τον εφιάλτη της εξάρτησης. Λίγα χρόνια μετά θα γράψει αυτό το βιβλίο, ένα αυτοβιογραφικό χρονικό του αγώνα που έδωσε στην κλινική διανθισμένο πάντως με στοιχεία μυθιστορίας.

Η επιτυχία που γνώρισε το βιβλίο στην Αμερική είχε ως αποτέλεσμα μια διαμάχη σχετικά με την αυθεντικότητα των όσων ισχυρίζεται ο συγγραφέας. Δύο δημοσιογράφοι μπήκαν στον κόπο να ερευνήσουν την ακρίβεια των γραφομένων, αναγκάζοντας τον Φράι να παραδεχτεί δημόσια πως "εξαπάτησε" τους αναγνώστες των πρώτων εκδόσεων αφήνοντάς τους να πιστεύουν πως πρόκειται για ένα αμιγώς αυτοβιογραφικό κείμενο. Τρεις είναι οι άξονες που χρησιμοποίησε στην απολογία του προς το αναγνωστικό κοινό. Πρώτον, παρουσίασε τον εαυτό του πιο σκληρό και τολμηρό από όσο είναι γιατί πιστεύει πως ο καθένας μας, για να αντιμετωπίσει μια κατάσταση υψηλής δυσκολίας, έχει ανάγκη να δημιουργήσει μια στρεβλή αντίληψη του εαυτού του ικανή όμως να τον οδηγήσει στην υπέρβαση. Δεύτερον, αναγκάστηκε να αλλάξει διάφορα προσωπικά στοιχεία σχετικά με τα πρόσωπα τα οποία γνώρισε στην κλινική με σκοπό να τα προστατέψει. Τρίτον, πιστεύοντας στον ιερό σκοπό της καταγραφής της προσωπικής του εμπειρίας διάνθισε το κείμενο με διάφορα περιστατικά με σκοπό να εντείνει τη δραματικότητα. Στόχος του βιβλίου, κατά τον ίδιον, είναι να βοηθήσει τους εξαρτημένους και τις οικογένειές τους να κατανοήσουν το πρόβλημα και να διατηρήσουν την πίστη τους.

Καλώς ή κακώς η αυθεντικότητα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των βιβλίων αυτής της κατηγορίας. Ο τρόπος που επιλέγει ο Φράι για να διηγηθεί την ιστορία του μετατρέπει το τελικό αποτέλεσμα σε έναν αυτοβιογραφικό οδηγό βοήθειας για εξαρτημένους διανθσιμένο από στοιχεία μυθιστορίας.

Αδιαμφησβήτητο χαρακτηριστικό του βιβλίου η ευκολία με την οποία γυρίζουν οι σελίδες, με αποτέλεσμα, παρά τον όγκο του, να διαβάζεται σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Οι κοφτές προτάσεις προσδίδουν ένταση και νεύρο στο κείμενο. Δε λείπουν και κάποιες λογοτεχνικές αρετές, όπως για παράδειγμα μερικές περιγραφές με χαρακτηριστικότερη όλων τη σκηνή κατά την οποία ο συγγραφέας επισκέπτεται τον οδοντίατρο για μια σύνθετη επέμβαση στην οποία υποβάλλεται χωρίς νάρκωση. Επίσης τα καταφέρνει αρκετά καλά στους χαρακτήρες και στους διαλόγους.

Ένα ενδιαφέρον σημείο της εμπειρίας του είναι η άρνησή του να αποδεχθεί τη μέθοδο των Δώδεκα Βημάτων, βασικές αρχές της οποίας είναι η πίστη σε μια ανώτερη δύναμη και οι συνεδρίες των ανώνυμων εξαρτημένων. Χλευάζει τις συνεδρίες με το επαναλαμβανόμενο μοτίβο αποτυχίας και επιτυχίας πρώην εξαρτημένων τους οποίους έσωσε η πίστη τους στο Θεό. Επιλέγει να υποστηρίξει μια διέξοδο πιο προσωπική και αρνείται να συμβιβαστεί με δικαιολογίες όπως η γενετική προδιάθεση και τα ψυχολογικά τραύματα της παιδικής ηλικίας. Με τον καιρό αποδέχεται τη βοήθεια φίλων και συγγενών. Σε ένα βιβλίο Ταοϊσμού θα βρει καταφύγιο.

Η ερωτική ιστορία, με μια επίσης εξαρτημένη κοπέλα, θα γεμίσει με κλισέ τις σελίδες. Η αγαπη σώζει, η αγάπη δίνει φτερά, απαντήσεις και αλλά παρόμοια κοινότυπα σχόλια.
 
Το πρόβλημα των εξαρτήσεων είναι τεράστιο και δυστυχώς δεν αντιμετωπίζεται με την δέουσα προσοχή με τους εξαρτημένους συχνά να αντιμετωπίζονται περισσότερο ως εγκληματίες παρά ως ασθενείς. Άξιος σεβασμού όποιος καταφέρνει να νικήσει και να επιβληθεί στους προσωπικούς του δαίμονες. Ελάχιστοι τα καταφέρνουν τελικά.

Στη χώρα μας το βιβλίο δεν είχε την αναμενόμενη εμπορική επιτυχία με αποτέλεσμα να βρεθεί στο παζάρι της Κλαυθμώνος. Εντύπωση μου προκάλεσε το γεγονός πως δεν έχει μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη παρά την τεράστια εμπορική επιτυχία και το πιασάρικο θέμα.



Μετάφραση Αλέξης Εμμανουήλ
Εκδόσεις Ωκεανίδα

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Ου μοιχεύσεις





Διαβάζω ένα βιβλίο τη φορά αδυνατώντας να διασπάσω τον αναγνωστικό μου χρόνο. Συνήθεια παλιά στα όρια της εμμονής. Αναφέρομαι, προφανώς, στην ψυχαγωγική ανάγνωση.

Ακόμα και αν πρόκειται για πολυσέλιδο ανάγνωσμα ή για συλλογή διηγημάτων δε διαχωρίζω τα διαβάσματα σε πρωινά ή βραδινά, εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου. Νιώθω πως έτσι σέβομαι τον κόπο του συγγραφέα, δίνω τον απαραίτητο χρόνο και χώρο στο κάθε βιβλίο που κατάφερε να αποτελέσει αναγνωστική μου επιθυμία. Δε νιώθω την υποχρέωση να διαβάσω κάποιο βιβλίο, μόνο τη θέληση.

Δεν κατηγορώ όσους απιστούν, απλώς δεν αντιλαμβάνομαι την τακτική τους. Είναι κάτι το οποίο αδυνατώ να κάνω, αν και το δοκίμασα μια ή δυο φορές κατά το παρελθόν, δε μου φάνηκε γλυκός ο καρπός της αμαρτίας, δεν είναι το στυλ μου.

Το τέλος ενός βιβλίου συχνά δεν ταυτίζεται με την ύστερη τελεία του συγγραφέα. Συχνά επιμένει να στριφογυρνά στη σκέψη καιρό μετά. Ρίχνει έτσι βαριά τη σκιά του στα επόμενα, το μυαλό αρνείται να εγκαταλείψει τη θύμηση. Στην περιγραφή της αίσθησης αυτής ταιριάζει το ρήμα στοιχειώνω. Είναι αλήθεια πως πρόκειται για ένα αρκετά σπάνιο φαινόμενο, μια εμπειρία μοναδική. Τότε είναι που χρειάζεται πειθαρχία. Αυτός είναι ο λόγος που αποφεύγω να ξεκινήσω κάτι καινούργιο την ίδια μέρα που τέλευσε το προηγούμενο ανάγνωσμα, θέλοντας να κοιμηθώ μαζί του μια ακόμα βραδιά πριν ξεκολλήσω την τιμή από τη ράχη του επόμενου και τσαλαβουτήσω στις πρώτες του φράσεις.  

Χαρακτηριστικό φετινό παράδειγμα το μυθιστόρημα του Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο. Η τελευταία του σελίδα είχε και επόμενη, την πρώτη, δεύτερη ανάγνωση με πάθος και όρεξη μεγαλύτερες της πρώτης φοράς. Μετά τη δεύτερη ανάγνωση ολιγοήμερο κενό να καθαρίσει η ματιά, να κατακάτσει η σκόνη.

Η καταφυγή σε κάποιο απόσπασμα παλαιότερης ανάγνωσης είναι μία άλλη ιστορία, εδώ αναφέρομαι στην ανάγνωση που για μένα είναι αυστηρώς μια σχέση με δύο μέρη, τον αναγνώστη και το βιβλίο. Σχέση που συχνά χρειάζεται χρόνο για να καρπίσει, επιμονή και υπομονή, όπως όλες οι σχέσεις. Ποτέ δε θα μετανιώσω για το τετράμηνο εκείνο που πέρασα αναζητώντας παρέα με τον Προυστ το χαμένο χρόνο, μια περίοδο κατά την οποία ζούσα δύο ζωές, μία εντός και μία εκτός των σελίδων και νευρίαζα κάθε που η Αλπμερτίν εμφανιζόταν ξανά στο προσκήνιο της αφήγησης...