Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Οι χρόνοι του σώματος - Don DeLillo





Ο χρόνος μοιάζει να κυλάει. Ό,τι συμβαίνει στον κόσμο εκτυλίσσεται μέσα σε στιγμές, κι εσύ στέκεσαι και παρατηρείς μια αράχνη στο κέντρο του ιστού της. Στιλπνές λωρίδες γοργοκίνητου φωτός αυλακώνουν τον όρμο και το περίγραμμα των πραγμάτων διακρίνεται ανάγλυφο. Μια ολόλαμπρη μέρα μετά την καταιγίδα, όταν η συναίσθηση του ποιος είσαι διαπερνά και το παραμικρό πέσιμο ενός φύλλου, γνωρίζεις καλύτερα τον εαυτό σου. Ο αέρας σιγοσφυρίζει ανάμεσα στα κλαδιά των πεύκων, ο κόσμος υπάρχει, αμετάκλητα, και η αράχνη τρέχει πάνω στον ιστό της που πάλλεται από την πνοή του ανέμου.


Διασάλευση της σειράς, σχεδόν συνειδητά, το Σημείο Ωμέγα έπρεπε να ακολουθήσει τους Χρόνους του σώματος, κατά τον δημιουργό. Και όμως, τη στιγμή εκείνη - ένα χρόνο πριν - η απόφαση έμοιαζε σωστή, όπως μια υποχρεωτική πορεία σε μια βραδινή διαδρομή κάπου παράλληλα ή κάθετα με τους μεγάλους δρόμους της πόλης. Αναγνωστικός λογαριασμός για το μέλλον, ένας ακόμα.

Θα επέστρεφα, αργά ή γρήγορα θα επέστρεφα, αναπόφευκτα (σημ. χρήση λέξης με επίγνωση της διαπραχθείσας ύβρεως απέναντι στο άγνωστο μέλλον). Υπεύθυνη η υψηλή ταχύτητα της καθημερινότητας, οι εξοντωτικοί ρυθμοί της μεγαλούπολης σύμφωνα με τη φράση προκάτ. Οι νουβέλες της ύστερης περιόδου του ΝτεΛίλλο λειτουργούν για μένα ως παύσεις, χρονικοί αντίποδες του έξω κόσμου.

Η χρονική υστερία μού χτύπησε την πόρτα, αρχικά ανόρεχτα, από υποχρέωση θαρρείς, στην αδιαφορία μου εκείνη πείσμωνε, δεν την ένοιαζε πραγματικά, όμως ο θιγμένος της εγωισμός λειτούργησε ως κίνητρο. Με τον καιρό οι άμυνες δεν αναλώνονται στη θωράκιση της πόρτας, εμπειρία συσσωρευμένη, σχέδια στη σκόνη που άφησαν πίσω τους οι κατά καιρούς εισβολείς.

Η Λόρεν Χάρτκι βιώνει τη συντροφική απώλεια, ο παφλασμός των ωκεάνιων κυμάτων ενισχύεται με τις αντηχήσεις του τεράστιου νοικιασμένου σπιτιού. Δοκιμάζει τα όρια του σώματος, άσκηση ανάμεσα στην πειθαρχία και την τιμωρία, επίγνωση του εμβαδού. Αφορμή.

Η ιστορία εκτυλίσσεται κάπου ταυτόχρονα με την ανάγνωση. Διατύπωση μπερδεμένη, το ξέρω. Ο ΝτεΛίλλο αραιώνει και επιβραδύνει τον χρόνο, με ένα τρόπο μοναδικό, πρωτόγνωρο, σε μένα τουλάχιστον. Μια κατάσταση σχεδόν ονειρική, η εικόνα εντυπώνεται και διατηρεί τη λάμψη της αρκετά καρέ ύστερα, τυφλώνει και γεννά παραστάσεις, παιχνίδια του φωτός και του σκότους, δίνει το χώρο σε σκέψεις εξωτερικές να παρεισφρήσουν. Και όμως, - και εδώ έγκειται μέρος της μαστοριάς του συγγραφέα - στιγμή δε νιώθεις εκτός της ιστορίας, μια εμπειρία καθηλωτική, μια αποκοπή απαραίτητη για να συνεχίσει κανείς.


υ.γ εδώ το Σημείο Ωμέγα.


Μετάφραση Θωμάς Σκάσσης
Εκδόσεις της Εστίας

 

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Το Καρφί - Pedro Antonio de Alarcón





Πρόλογος

Ο Φελίπε άναψε ένα τσιγάρο και μίλησε κατ' αυτό τον τρόπο.

Τέλος προλόγου


Το άρωμα της οικονομίας λόγου ευδιάκριτο από τον πρόλογο κιόλας, οι λέξεις με το άρμα της ιστορίας στις πλάτες, υποχρέωση ιερή να την συντροφεύσουν ως το τέλος. Η απλότητα της αρχής, καθαρότητα. Κοιτάζοντας με έδρα το σήμερα όμως, γιατί η τεράστια χρονική απόσταση που μεσολαβεί επαναπροσδιορίζει εκ βάθρων την προσέγγιση ενός κειμένου -πια- κλασικού. Η λέξη Παιδικότητα αναζητά μια σχισμή για να περάσει, επιμένει να ζητά αφαίρεση της όποιας αρνητικής χροιάς. Και θα έπρεπε να προστεθεί ως ένα από τα συναισθήματα που γεννά η ανάγνωση της νουβέλας αυτής, μια παιδικότητα τόσο αναγκαία. Ένα σημείο εκκίνησης, που προσφέρει τη δυνατότητα να παρατηρήσει κανείς την εξέλιξη, τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης.  Η εξέλιξη όμως, φέρει αναπόφευκτα μαζί της - εκτός όλων των θαυμαστών - και την αλλοτρίωση, την απώλεια της αθωότητας, την ανάγκη για εντυπωσιασμό και πρωτοτυπία. Καινοτομία, λέξη ποθητή μα δύσκολη στην ορθογραφία της. 

Η επιθυμία μου να διαβάσω ξανά, στα ελληνικά ετούτη τη φορά, το διήγημα του Πέδρο Αντόνιο Ντε Αλαρκόν, πέρασε από τρεις φάσεις. Πρώτα ήρθε ο ενθουσιασμός στο άκουσμα της κυκλοφορίας του, κάπου θα το σημείωσα - έστω και νοητά-, το ξέχασα. Ύστερα ήρθε το βραβείο μετάφρασης με το οποίο τιμήθηκε ο Κρίτων Ηλιόπουλος, ενθουσιάστηκα ξανά, το σημείωσα ξανά, το ξέχασα, ξανά. Τρίτη - και φαρμακερή - όπως αποδείχτηκε η ανάρτηση της Βιβλιοσκώληκος, ευτυχώς.

Η επιστροφή στις πηγές προσφέρει νερό γάργαρο που ξεδιψά, σου τονίζει τα αρνητικά του βολέματος στην πολιτεία. Το Καρφί θεωρείται ως το πρώτο ισπανόφωνο αστυνομικό αφήγημα. Στηρίζεται σε μια δικαστική υπόθεση της εποχής (γύρω στο 1850), διαθέτει αρκετά στοιχεία δημοσιογραφικού κειμένου και απαραίτητες επιρροές ρομαντισμού. Δεν του λείπει όμως η ατμόσφαιρα μυστηρίου, προερχόμενη τόσο από το ύφος της αφήγησης, όσο και από μια μυστικοπάθεια στην αποκάλυψη ευαίσθητων στοιχείων ταυτότητας των πρωταγωνιστών και των τόπων. Η ανατροπή είναι (μάλλον) προφανής αλλά προσωπικά ήταν το τελευταίο που με απασχόλησε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, άλλοι - και αρκετοί - είναι οι λόγοι για να αναζητήσει κάποιος το Καρφί.

Και το επιμύθιο, συμπυκνωμένο και ξεκάθαρο: " Η θλίψη δεν είναι δυστυχία όταν δεν έχεις κάνει συνειδητά κακό σε κανέναν."

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις των Συναδέλφων


 

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Το Κλειδί - Τζουνιτσίρο Τανιζάκι






... Από φέτος έχω αποφασίσει να γράφω ανοιχτά πάνω σε κάτι που μέχρι σήμερα δίσταζα ακόμη και να το μνημονεύσω στο ημερολόγιό μου. Είχα αποφύγει να αναφέρομαι με τόσο συγκεκριμένο τρόπο σε ό,τι σχετίζεται με τη σεξουαλική ζωή την οποία μοιράζομαι με τη γυναίκα μου. Κι αυτό από φόβο μήπως εκείνη διαβάσει στα κρυφά αυτό το ημερολόγιο και θυμώσει· από φέτος όμως αποφάσισα να μη φοβάμαι πια τέτοια πράγματα.

Λίγο πιο κάτω σταμάτησα για να πάρω ανάσα, να συνειδητοποιήσω τι διάβασα μόλις, με την ελπίδα της παρανόησης, μακάρι κάτι άλλο να εννοεί ο αφηγητής, σκέφτηκα. Επανεκκίνηση. Οι φράσεις στέκονταν στη θέση τους ίδιες και απαράλλαχτες, ο συντάκτης δηλώνει αποφασισμένος να καταγράψει στις σελίδες του ημερολογίου του στιγμιότυπα και χαρακτηριστικά της σεξουαλικής ζωής "την οποία μοιράζεται με τη γυναίκα του".

Η απουσία επικοινωνίας ανάμεσα σε ανθρώπους που - θεωρητικώς τουλάχιστον - σχετίζονται, είτε ερωτικά είτε φιλικά, είναι κάτι που με σοκάρει, μάλλον επειδή είναι κάτι το οποίο αδυνατώ - και πεισματικά αρνούμαι - να συλλάβω, παρά τα πλείστα παραδείγματα εκεί έξω. 

Αναλογίζομαι τον αφηγητή να κρατά μέσα του όλες αυτές τις σκέψεις και νιώθω το βάρος.

Υπάρχει όμως και δεύτερος αφηγητής, για την ακρίβεια αφηγήτρια. Η σύζυγος αποφασίζει και εκείνη να κρατήσει ημερολόγιο.

Πάνω σε αυτή την εναλλαγή καταχωρήσεων και ύφους - η οποία δυστυχώς δε μπορεί να αποδοθεί τυπογραφικώς στα ελληνικά αφού το ημερολόγιο του συζύγου είναι γραμμένο με ένα συνδυασμό ιδεογραμμάτων και ενός άλλου συλλαβικού αλφαβήτου (κατακάνα) αντί για το σύνηθες (χιραγκάνα) - στηρίζει την αφήγηση της ιστορίας του ο Τανιζάκι. Καθώς οι μέρες περνούν, ένα ιδιόμορφο παιχνίδι στρατηγικής διαδραματίζεται στα γραπτά, καθώς καθένας από τους δύο επιλέγει να αποκαλύψει κάτι ποντάροντας στην πιθανότητα ο άλλος να το διαβάσει κρυφά και παράνομα, αντίστοιχο παιχνίδι όμως παίζεται και σε "βάρος" του αναγνώστη, που δυσκολεύεται να δείξει εμπιστοσύνη και μένει να παρατηρεί τις παγίδες που στήνουν οι δύο σύντροφοι.

Η απόσταση που προσδίδει ο πλάγιος λόγος της περιγραφής, οι παρελθοντικοί χρόνοι των γεγονότων και οι παροντικοί της σκέψης είναι στοιχεία που προσδίδουν στο ημερολογιακό κείμενο κάτι το αρρωστημένα απρόσωπο, ακόμα και όταν οι αφηγητές αναφέρονται στις πιο προσωπικές τους στιγμές.

Η υποκρισία μιας κοινωνίας - της ιαπωνικής στην προκειμένη περίπτωση -, το στρίμωγμα των επιθυμιών και των ενστίκτων υπό το βάρος ενός επιβεβλημένου πρωτοκόλλου συμπεριφοράς, ο συναισθηματικός δεσμός ως συμβόλαιο τύπων, η μοναξιά. Αυτά θαρρώ πως είναι τα θέματα που πρωτίστως θίγονται στο Κλειδί, ενώ οι σεξουαλικές/ερωτικές επιθυμίες του ηλικιωμένου κατέχουν σημαντική μα δευτερεύουσα θέση. Η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας του ζευγαριού τα σκεπάζει όλα.

Συγκλονιστικό ακριβώς γιατί το θέμα του είναι τόσο αφύσικο μα ταυτόχρονα συνηθισμένο, λίγα πράγματα μοιάζουν να έχουν αλλάξει στο σήμερα σε σχέση με την Ιαπωνία του 1956. Οποιουδήποτε είδους πρόκληση για την πρόκληση απουσιάζει, υπάρχει κάτι το καθάριο στη γραφή του Τανιζάκι, κομμάτια ατόφια της ανθρώπινης ύπαρξης, αμόλυντα από τεχνητές επεμβάσεις.

Να ζήσεις μονάχος σου όντας περιστοιχισμένος από ανθρώπους, πόσο θλιβερό.

Μια σημαντική επανακυκλοφορία από τις Εκδόσεις Άγρα.


υ.γ όταν ένας εραστής της ανάγνωσης και των βιβλίων ξεχωρίζει ένα και μοναδικό για να σου προτείνει, τότε αυτό κάτι σημαίνει.




Μετάφραση Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Εκδόσεις Άγρα   

   

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Deseando amar

Ετοίμαζε τη βαλίτσα της επιστροφής, για μέρες βρισκόταν ανοιχτή δίπλα στο πάντα ανάκατο κρεβάτι του, τη μια στιγμή, με πυγμή, τη γέμιζε, ύστερα μετάνιωνε, την άδειαζε. Κανένα από τα υπάρχοντά του, είτε επρόκειτο για τα μεταφερθέντα κατά την άφιξη, είτε για τα επίκτητα στον ξένο τόπο, είχαν σίγουρη θέση στον περιορισμό των είκοσι κιλών, μαθηματικό πρόβλημα για συναισθηματικούς λύτες. Προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από την οκνηρία, σα να ντρεπόταν για κάτι θαρρείς.

Η μέρα έφτασε, το μεσημέρι θα έπαιρνε το τρένο, η βαλίτσα έκλεισε. Με φώναξε στο δωμάτιο, μου έτεινε μια βιντεοκασέτα, "αυτή για σένα Έλληνα", είπε. Τη θυμόμουνα την κασέτα αυτή, προοριζόταν να αποτελέσει δώρο επετείου, ο χωρισμός προηγήθηκε όμως. Έμεινα να τον κοιτάζω, εκείνος διάβασε τη σκέψη μου, "δε χωράει" είπε κυνικά, δε με έπεισε. Αγκαλιαστήκαμε, ευτυχώς είχε αργήσει, πόσο μισητοί και αμήχανοι οι αποχωρισμοί ρε γαμώτο. Τον είδα ξανά, χρόνια μετά, στο Τολέδο, για τη σχέση εκείνη καιγόταν ακόμα να μιλάει, επιζητούσε να ακούσει λόγια δικαίωσης, όμως αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Ύστερα από λίγες μέρες έφτιαξα και εγώ τη δική μου βαλίτσα, το πλοίο μου έδινε την ελευθερία να κουβαλήσω όσα το σώμα άντεχε να σηκώσει, άφησα πίσω αρκετά, την κασέτα όμως όχι.

Μεσολάβησε μια περίοδος προσαρμογής, παράξενη μα εποικοδομητική, ύστερα η καθημερινότητα έγινε αμιγώς ελληνική, ο περασμένος χρόνος έμοιαζε με όνειρο πια. Ένα βράδυ αποσύνδεσα το dvd player, στη θέση του, μετά το απαραίτητο ξεσκόνισμα, τοποθέτησα το βίντεο, ήταν η στιγμή να δω επιτέλους το Deseando amar, του Wong Kar-wai.



Γρήγορα συνειδητοποίησα πως αδυνατούσα να παρακολουθήσω τους ισπανικούς υπότιτλους, είχα προφανώς υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις μου. Ανέβαλα προσωρινά τη σκέψη να εγκαταλείψω, απέμεινα να κοιτάζω την οθόνη, την είδα ολόκληρη τελικά.

Την επόμενη μέρα την είδα ξανά.

Την είδα πολλές φορές μέχρι να πράξω το απλό: να κατηφορίσω ως το βίντεο κλάμπ και να την αναζητήσω. Μετά την εικόνα και τη μουσική, ήταν η σειρά του λόγου. Ένιωσα να την παρακολουθώ για πρώτη φορά.

Οι επόμενοι μήνες πέρασαν ως εξής: μόλις γύριζα σπίτι, πατούσα το play, δυνάμωνα τον ήχο και ύστερα συνέχιζα με όσα είχα να κάνω, ανά τακτά χρονικά διαστήματα επέστρεφα στο σαλόνι, στεκόμουν μπροστά στην οθόνη, τις περισσότερες φορές καθόμουν στον καναπέ και δε σηκωνόμουν πριν τους τίτλους τέλους που ακολουθούν την καθαρτήρια εκμυστήρευση στο ναό. Πάντα μόνος όμως, σαν εμμονή, αργότερα μόνο ήρθαν οι εξαιρέσεις.
 

Σήμερα, στο λεωφορείο της επιστροφής από τη δουλειά, δίχως προφανή λόγο, έκανα μια λίστα με τα υπέρ και τα κατά της ζωής δίχως τηλεόραση. Αναπόλησα την παρουσία του In the mood for love στο χώρο. Μπαίνοντας σπίτι, έβαλα το soundtrack να ακούγεται από τα ταπεινά ηχεία του υπολογιστή και θυμήθηκα την υπόσχεση στον Lou πως μια μέρα θα γράψω για την ταινία αυτή. Η ζωή δίχως τηλεόραση είναι μια χαρά, μια οθόνη όμως τη χρειάζομαι.

        

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Ρόζα - Jonathan Rabb






Το Βερολίνο το Δεκέμβριο, για όσους γνωρίζουν την πόλη, δε μοιάζει με κανένα άλλο μέρος. Τα πρώτα χιόνια το στρώνουν για τα καλά και οι φαρδιές λεωφόροι από το Σαρλότενμπουργκ μέχρι το Ρόντελ ανασαίνουν την αψάδα του πρωσικού χειμώνα. Είναι η εποχή που τα αγοράκια τραβάνε με βιασύνη τις μανάδες τους από τις στολισμένες βιτρίνες του ΚαΝτεΒε ή του Βέρτχαϊμ ή τις κομψές αίθουσες τσαγιού του ξενοδοχείου Άντλον, για να πάνε πέρα στο Τίεργκάρτεν ή στη Ζίγκεσαλέ με την εντυπωσιακή σειρά των μαρμάρινων αυτοκρατόρων της.

Τώρα όμως ήταν Ιανουάριος και το χιόνι είχε μετατραπεί σε αδιάκοπο ψιλόβροχο, τόσο διαπεραστικό που περνούσε ακόμα και τις πιο χοντρές στρώσεις ρούχων. Κι αν αλλού διατηρούσαν ακόμα πεισματικά κάποια ίχνη ευγένειας, εδώ στην ανατολική πλευρά της πόλης, μέχρι πέρα τις φθηνές πανσιόν ύπνου του Πρεντσλάουερ Μπεργκ, οι άνθρωποι δεν είχαν ούτε το χρόνο ούτε την υπομονή για τέτοιες χειρονομίες. Τα Χριστούγεννα δεν είχαν φέρει τίποτα, εκτός ίσως από την αλήθεια πως ο πόλεμος είχε χαθεί πολύ πριν από το καλοκαίρι, και ότι οι στρατηγοί τούς δούλευαν όλους ψιλό γαζί μέχρι το τέλος του και τη συνθηκολόγηση του Νοεμβρίου. Αυτό είχαν φέρει τα Χριστούγεννα.

Το Βερολίνο υποβλητικό, λίγο μετά το - γραφειοκρατικό - τέλος του πολέμου, παρά τις φθορές, εξωτερικές και μη. Ο χειμώνας βαρύς, να το ντύνει με τα χρώματα, εκείνα τα σκούρα, που περισσότερο απ' όλα το κολακεύουν. Το σκοτάδι αναπόφευκτο, το φως του ήλιου δεν αρκεί, η υγρασία τροφή θρεπτική για τη μούχλα που έρχεται από τα χαμηλά. Το τοπίο ρευστό, ιδανικό προς διαμόρφωση, η χαρά των κρατούντων.

Γοητευμένος από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ (ή το μύθο αυτής), ο Ραμπ, επιλέγει το άνωθεν τελάρο για να κεντήσει την ιστορία του, ακόμα μία με πρωταγωνίστρια την Κόκκινη Ρόζα, τη μικρή Εβραία που προσπάθησε να μεταφέρει την επανάσταση του Λένιν στο Βερολίνο. Ο συγγραφέας επιχειρεί στον κορμό της Ιστορίας να μπολιάσει τη δική του, να τη δει να αναρριχάται και να πυκνώνει τα φύλλα της, από κάποια απόσταση να δείχνει ένα. Έτσι γεννιέται ο αστυνομικός επιθεωρητής Νικολάι Χόφνερ.

Η ανακάλυψη μιας σειράς από γυναικεία πτώματα κινητοποιεί τις αρχές, ο δράστης - με χαρακτηριστικά serial killer - απειλεί να διασαλεύσει τη φαινομενική και μόλις προσφάτως επανακτήσασα κανονικότητα της πόλης. Η έρευνα αλλάζει χαρακτήρα όταν ανακαλύπτεται το νεκρό σώμα της Ρόζα, η υπόθεση περνά υπό την αυστηρή επιτήρηση της Πόλπο, της πολιτικής αστυνομίας. Ο Χόφνερ όμως, όπως κάθε ντετέκτιβ της αστυνομικής λογοτεχνίας που σέβεται - έστω και ελάχιστα - τον εαυτό του, θα επιμείνει να οδηγήσει μέχρι τέλους την έρευνα, επιθυμώντας να αντικρίσει κατάματα την αλήθεια. 

Παρά την αδιαπραγμάτευτη υποβλητικότητα του Βερολίνου και τη συγγραφική ικανότητα του Ραμπ να δημιουργεί ατμόσφαιρα, η αλήθεια είναι πως άργησα να μπω στην ιστορία, ίσως να έφταιξαν τα πολλά ονόματα, ονόματα όχι μόνο προσώπων, αλλά και περιοχών ή οργανώσεων, ίσως και η - δεδομένη - ασθενής μου μνήμη. Όμως, άπαξ και εισήλθα δεν εγκατέλειψα στιγμή. Η συγκεκριμένη επιλογή αποτελούσε εξαρχής ένα στοίχημα διπλό, συνδυασμός ιδιαίτερος αυτός του αστυνομικού μυθιστορήματος  και του μυθιστορήματος εποχής, καθώς κανένα από τα δύο είδη δεν αποτελούν αναγνωστική μου αδυναμία. Έχοντας όμως ακούσει σχόλια κολακευτικά, ανθρώπων που με τα χρόνια έμαθα να εμπιστεύομαι την κρίση τους, αποφάσισα να δοκιμάσω ξανά, να προβώ σε ένα μίνι έλεγχο της αναγνωστικής μου εξέλιξης. Είναι τέτοιο άλλωστε το πνεύμα που φέρει η κάθε καινούρια αρχή.

Το αποτέλεσμα αναμενόμενο. Ναι μεν, αλλά. Υψηλή αναγνωστική απόλαυση, απόρροια της γραφής και της ιστορίας, το ξετύλιγμα της έρευνας προσφέρει επιπλέον αναγνωστικές λαβές, το μεσοπολεμικό Βερολίνο αποτελεί το κατάλληλο σκηνικό, οι ομοιότητες με το σήμερα δημιουργούν σκέψεις ανατριχιαστικές, η αύρα της Λούξεμπουργκ πανταχού παρούσα. Όμως, παρά τα όσα θετικά, το μυθιστόρημα του Ραμπ δεν κατάφερε να με ξεσηκώσει, να με ψυχαγωγήσει. Ένιωθα διαρκώς ένα διδακτισμό, η Ιστορία έριχνε τη σκιά της βαριά, το τέλος γνωστό και δεδομένο. Αν προσθέσει κανείς και την αδιαφορία μου για τη λύση των μυστηρίων γενικότερα, τότε μάλλον αντιλαμβάνεται γιατί αδυνατώ να δηλώσω γοητευμένος, παρόλο που στη Ρόζα αναγνωρίζω ένα καλογραμμένο βιβλίο, το οποίο οι λάτρεις του είδους πιθανότατα θα αγαπήσουν από τις πρώτες κιόλας σελίδες.


Μετάφραση Ρηγούλα Γεωργιάδου
Εκδόσεις Πόλις

   

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Νουθεσία ημιόνου - Γιάννης Αστερής





Το βράδυ της εικοστής έκτης Νοεμβρίου του προπερασμένου έτους, λίγες ώρες προτού επιστρέψει στο διαμέρισμα όπου αντίκρισε τη σύζυγό του ξαπλωμένη και ασάλευτη στη συζυγική κλίνη, παραμορφωμένη από μια γκριμάτσα που για μια στιγμή τον τάραξε με τη θανατερή της ένταση, και ακριβώς το λεπτό (σκέφτηκε μήνες αργότερα) που η σύζυγός του, ακόμα ζωντανή και θλιμμένη, θα πρέπει να ετοίμαζε κάτι πρόχειρο για βραδινό, ο αρχιτέκτονας Γιώργος Αυγέρης έστεκε όρθιος ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες του δικηγόρου πνευματικών δικαιωμάτων Κώστα Μάρκου και συλλογιζόταν την ιστορία του γλύπτη ο οποίος, παραλυμένος σε σημείο που να μην μπορεί να κουνήσει ούτε δάχτυλο, καθόταν νυχθημερόν μπροστά στο ημιτελές  αριστούργημά του, χυμένος σε μια μαυρισμένη , ξεσκισμένη και βρομερή πολυθρόνα, με τη σκέψη ότι όχι μόνον οφείλει αλλά είναι και ικανός να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά το βλέμμα του στη θέση της σμίλης.

Ο Γιώργος Αυγέρης θα βρει τη σύζυγό του δολοφονημένη στη συζυγική κλίνη, εκείνος έλειπε καλεσμένος σε δείπνο στο σπίτι του δικηγόρου πνευματικών δικαιωμάτων Κώστα Μάρκου. Όμως οι υποτιθέμενοι συνδαιτυμόνες του θα αρνηθούν την ύπαρξη δείπνου στις δικαστικές και αστυνομικές αρχές. Το άλλοθι καταρρέει.

Η ιστορία του μοναχού Διονύσιου - αρχικώς εγκιβωτισμένη - διεκδικεί τις διαστάσεις που τις αναλογούν και έρχεται να συνομιλήσει με την κυρίως αφήγηση, προσδίδοντάς της στοιχεία μη αναμενόμενα εκ πρώτης και καθιστώντας εαυτό ισάξιο σκέλος του τελικού συνόλου.

Λόγος μακροπερίοδος, σμιλεμένος στη λεπτομέρεια, ικανότητα ζηλευτή - ας μην κοροϊδευόμαστε. Αναρωτιέμαι πόσες φορές να μετακινήθηκαν οι λέξεις μέχρι να ριζώσουν στη θέση τους, πόσα περάσματα μέχρι να λειανθεί εντελώς η επιφάνεια, να μη σκαλώνει ο λόγος πουθενά. Δεν αποκλείω όμως και την αβίαστη εναπόθεση μετά από πολυκαιρισμένη κύηση - τέτοια είναι η λάμψη του.

Το έδαφος υποχωρεί, η τελεία αργεί, μια λεκτική δίνη είναι αυτή που δίνει το ρυθμό. Τα σημεία στίξης διατηρούν ένα ρόλο λίγο πιο αφανή στην προκειμένη περίπτωση δίχως όμως να χάνουν την εμπιστοσύνη στην κομβικότητα της ύπαρξής τους. Κατηφόρα, δρόμος απείρως δυσκολότερος του αντιθέτου της, τα χαλικάκια ακούγονται καθώς οι σόλες σέρνονται επ' αυτών και τα τρίβουν με βία στην ίδια τη γη που τα γέννησε, ο ορίζοντας παραμένει σταθερός παρά την ψευδαίσθηση της νέας αποκάλυψης που δημιουργεί η υψομετρική διαφοροποίηση. Άφημα.

Δεν είναι μόνο πως το κείμενο το ίδιο ορίζει το ρυθμό, είναι και εκείνη η δεύτερη φωνή που, αρχικώς ανεπαίσθητα, σαν ηχώ επαναλαμβάνει τις λέξεις στο κατόπι σου, φωνή που δυναμώνει όσο βυθίζεσαι στην ανάγνωση, φωνή δίχως συναίσθημα, μηχανική, σίγουρα όχι του δημιουργού, υπηρέτρια του κειμένου και όχι αντικαταστάτρια αυτού.

Το ερώτημα που θέτει αρχικώς ο Αστερής είναι αν ο αναγνώστης πιστεύει τον Αυγέρη ή όχι. Το αστυνομικού χαρακτήρα ζήτημα υποχωρεί καθώς η αφήγηση αναζητά μονοπάτια πιο εσωτερικά, έτσι ο συγγραφέας επιτυγχάνει - μαεστρικά - να σπρώξει τον αναγνώστη από την ασφαλή θέση του θεατή/κριτή και να τον μετακινήσει - έστω λίγο - πιο μέσα στον ίδιο του τον εαυτό στα πλαίσια της υλοποίησης των ξεχασμένων υποσχέσεων της λέξης ψυχαγωγία.


υ.γ Την απόσταση προς τη νουβέλα του Γιάννη Αστερή συντόμευσε αυτή η αναφορά



Εκδόσεις Ίνδικτος  

     

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Η Βικτώρια δεν υπάρχει - Γιάννης Τσίρμπας





«Έχουμε και λέμε. Το παίρνω από πάνω προς τα κάτω. Έκτος όροφος, η κυρία Αληθινού, μόνη της. Οροφοδιαμέρισμα κουφέτο η γριά. Ένα-μηδέν. Πέμπτος, οι Αλβανοί στο δυάρι. Δύο γονείς, δύο παιδιά, ένα-τέσσερα. Και στο τριάρι οι Λουκάδες. Δύο, συνταξιούχοι. Δεν τους παίρνεις μυρωδιά. Τρία-τέσσερα. Στον τέταρτο οι Κούρτηδες με τα παιδιά τους, καλοί άνθρωποι, και οι άλλοι Αλβανοί, γριά, ζευγάρι, μωρό, τέσσερις και αυτοί. Μας κάνει εφτά-οχτώ το σκορ. Στον τρίτο εμείς και ο Αλεξαντρ ο πλακάς, Ουκρανός εργένης, έντεκα-εννιά. Κι από κει και κάτω χάνεται η μπάλα.»


Σκηνή γνώριμη. Στο ταξί, στην ουρά για το ταμείο, στο λεωφορείο, στο περίπτερο, στην είσοδο της πολυκατοικίας, το παραλήρημα του αγνώστου στάζει μίσος και χολή, ακινητοποιεί με τη σιγουριά της γνώμης, τη βεβαιότητα. Δεν αφήνει περιθώρια για διάλογο, πόσο μάλλον για ενστάσεις, έτσι είναι τα πράγματα, εκείνος ξέρει. Φαινόμενο διαχρονικό, αχ και να με κάνανε πρωθυπουργό για μια μέρα, τότε θα έβλεπες... Σε ένα περιβάλλον ευμάρειας, μια τέτοια συμπεριφορά, φάνταζε σχεδόν γραφική, τώρα που το γάλα ξίνισε, αναβλύζει μια δυσωδία σήψης, κοινωνικός ιστός σε προχωρημένη αποσύνθεση.

Αριθμώντας Έλληνες και Ξένους στην πολυκατοικία που μένει, έτσι ξεκινά το λογύδριο του ο συνεπιβάτης του συγγραφέα αρκετά μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης. Με μια νοσταλγικότητα για τα περασμένα, τις παλιές καλές εποχές στη γειτονιά στα πέριξ της Βικτώριας, τότε που ο ήλιος έλαμπε πιο πολύ, τα νυχτολούλουδα μεθούσαν τους ερωτευμένους με το άρωμά τους, τα περιστέρια κελαηδούσαν, οι πολυκατοικίες ήταν πιο όμορφες, τα αυτοκίνητα ήταν αθόρυβα, οι γείτονες χαμογελούσαν μονίμως, η ελληνικότητα αποτελούσε εχέγγυο ευζωίας.

Ναι καλά.

Η Αθήνα χωρισμένη στα δύο, ακόμα και το κέντρο της, περιοχές εγκαταλελειμμένες, δίχως κανένα σχέδιο, καμία πολιτική, έδαφος πρόσφορο για την καλλιέργεια του μίσους, χώρος απόθεσης ψυχών σε συνθήκες ντροπής, η ανέχεια δεν είναι δικαιολογία αλλά δύναμη που χαλυβδώνει το ένστικτο της επιβίωσης, πέρα από οποιαδήποτε έννοια δικαίου, όπως στη ζούγκλα.

Η νουβέλα του Τσίρμπα έχει μια σαφέστατη δυναμική, ο αφηγητής μιλά τη γλώσσα της Αθήνας, χρησιμοποιεί τη σοφιστεία για να προβεί σε λογικά άλματα στην προσπάθειά του να αποδείξει την ορθότητά των λεγομένων του, δε διστάζει να υψώσει τον τόνο της φωνής, να δείξει απειλητικός. Ο συγγραφέας, ακούει με απέχθεια και κάποιο φόβο το παραλήρημα του αφηγητή του, ελέγχει την ηλεκτρονική αλληλογραφία στο κινητό του, ανάλογα με το περιεχόμενο, είτε διαγράφει είτε προωθεί τις καταναλωτικές προσφορές που κατακλύζουν τα εισερχόμενα. Βιάζεται να βγει στην επιφάνεια, να καπνίσει με ανακούφιση.

Η κεντρική αφήγηση ανακόπτεται από την παρεμβολή επιμέρους κειμένων, ιστορίες του χτες και του σήμερα, ειπωμένες σε μια γλώσσα παλιά, σφηνωμένες στο σώμα της εποχής, αφηγηματικά κατάλοιπα του παρελθόντος. Η συνύπαρξη προκαλεί μια αντίθεση, δύο φωνές διαφορετικές, ο αφηγητής και ο συγγραφέας σε αναμέτρηση, ο αγώνας λήγει υπέρ του πρώτου.

Η κεντρική ιστορία θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη και να αποτελέσει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της κυοφορούμενης νεοελληνικής λογοτεχνίας της κρίσης. Όμως, όπως και η ίδια η εποχή, έτσι και η λογοτεχνία που την περιγράφει, θα χρειαστεί χρόνο για να δει τη σκόνη να κατακάθεται και την εικόνα να γίνεται ευδιάκριτη.




(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Bookstand.gr)




Εκδόσεις Νεφέλη