Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Το κορίτσι με το κόκκινο παλτό - Kate Hamer




Ονειρεύομαι συχνά την Κάρμελ. Στα όνειρα μου περπατά πάντα ανάποδα.
Τη μέρα που γεννήθηκε είχε χιονίσει. Την κρατούσα στην αγκαλιά μου ενώ ένα ασημένιο φως διέγραφε τόξο μέσα από το παράθυρο.
Καθώς μεγάλωνε της έβγαλα το παρατσούκλι "το μικρό μου σκαντζοχοιράκι". Δεν μπορούσα να τη φανταστώ να ζει κάπου αλλού εκτός από την εξοχή. Τα πυκνά σγουρά μαλλιά της πετούσαν κι έμοιαζαν με θραύσματα γυαλιού και το κεφάλι της ήταν ίδιο με κεφαλάκι πικραλίδας.
Η Μπεθ, χωρισμένη μητέρα, ζει με την οκτάχρονη κόρη της, την Κάρμελ, και προσπαθεί να καλύψει το κενό του σχεδόν εξαφανισμένου πρώην άντρα της. Μια μέρα, σε ένα φεστιβάλ αφήγησης, η Κάρμελ θα εξαφανιστεί. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους κάθε γονιού παίρνει σάρκα και οστά, η Μπεθ, αλαφιασμένη, ψάχνει παντού, ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα, η άφιξη της αστυνομίας, ανακρίσεις και ύποπτοι, φυλλάδια με τη φωτογραφία της μικρής, εκκλήσεις για οποιαδήποτε πληροφορία. Μάταια όμως. Η Κάρμελ δεν βρίσκεται πουθενά.

Η Χάμερ, στο πρώτο της μυθιστόρημα, αποφεύγει να αφηγηθεί μια περίπλοκη, αιματηρή και βίαιη ιστορία, επενδύει συγγραφικά σε μια ιστορία εξαφάνισης, απλή αλλά τρομακτική, αληθινά τρομακτική. Για να την υποστηρίξει όμως πρέπει να είναι προσεχτική και εφευρετική, να σκιαγραφήσει με ακρίβεια τους ήρωες και τα συναισθήματά τους, να μην πιαστεί στην παγίδα του συναισθηματικού εκβιασμού, να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όχι μόνο ως προς την κατάληξη της ιστορίας, αλλά και ως προς το άπλωμά της. Η Χάμερ τα καταφέρνει άκρως ικανοποιητικά σε ένα λογοτεχνικό είδος -όχι άδικα- παρεξηγημένο και καταφρονημένο από πολλούς. Η ροή της ανάγνωσης δεν ανακόπτεται χωρίς αυτό όμως να είναι χαρακτηριστικό χαμηλής λογοτεχνικής αξίας, ως είθισται.

Και είναι, μάλλον, πρωτευόντως το θέμα, και ακολούθως η διαχείρισή του, που εμπλέκει συναισθηματικά τον αναγνώστη, η υψηλή πιθανότητα κάτι τέτοιο να συμβεί στην πραγματική ζωή, αντίθετα με τις ιστορίες κατά συρροή δολοφόνων και ευγενών προθέσεων αστυνόμων. Η συγγραφική επιλογή της παράλληλης πρωτοπρόσωπης αφήγησης ανάμεσα σε μάνα και κόρη, με την εναλλαγή σύντομων σχετικά κεφαλαίων, προσδίδει ταχύτητα και σφαιρικότητα στην αφήγηση, επιτρέποντας στον αναγνώστη να γίνει μάρτυρας και των δύο οπτικών γωνιών. Στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση της μικρής η συγγραφέας καταφέρνει να μην πέσει σε μια συνηθισμένη παγίδα, τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ένα οχτάχρονο παιδί, γλώσσα που στην προκειμένη είναι αρκετά πειστική.

Μυθιστόρημα όχι εύκολο λόγω θέματος, ένα αυθεντικό θρίλερ, το οποίο ο αναγνώστης δυσκολεύεται να θεωρήσει προϊόν οργιώδους συγγραφικής φαντασίας. Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, αρκετά ξεχωριστό στο είδος του, μια ευχάριστη έκπληξη εκτός των προσωπικών μου αναγνωστικών προτιμήσεων.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

Δρόμος αντοχής - Jean Echenoz




Και δεν ξέρεις ποτέ, πού και πώς θα βρεθεί το νήμα εκείνο που θα σε οδηγήσει σε έναν ακόμα υπέροχο τόπο, βιβλίο στην προκειμένη, και αυτό δεν είναι μόνο μαγεία, αλλά και επιβεβαίωση πως το χάσιμο χρόνου είναι μια φράση που χρησιμοποιείται μάλλον καθ' υπερβολή, ενώ μια φωνή ακούγεται από το βάθος: παράτα το· εσύ συνεχίζεις μέχρι το τέλος.

Κάπως έτσι, μάλλον τυχαία ή απρόβλεπτα, βρέθηκα να διαβάζω για πρώτη φορά Echenoz, δημιουργό που ο μεταφραστής του στα ελληνικά, Αχιλλέας Κυριακίδης, δεν χάνει ευκαιρία να εκθειάζει· και όμως, δεν ήταν αυτό το καθοριστικό νήμα, αν και θα ήταν ίσως πιο λογικό, αν και τελικά φαίνεται πως η λογική ελάχιστα καθορίζει την αναγνωστική μας διαδρομή, αλλά εξαιτίας του βιβλίου που προηγήθηκε, με τον τίτλο Born to run, βιβλίο σχετικό με το τρέξιμο, ενδιαφέρον αλλά ως εκεί μάλλον, ικανό όμως να ανοίξει μια πόρτα γνωριμίας με έναν δρομέα που λόγω ηλικίας αγνοούσα, τον Τσέχο Εμίλ Ζάτοπεκ, ως αναφορά, όχι μεγαλύτερη μιας παραγράφου, σε κάποιον που έμοιαζε να τα κάνει όλα λάθος, ως προς την τεχνική και την προπόνηση, και όμως βρέθηκε κάτοχος παγκοσμίων ρεκόρ σε όλες τις αποστάσεις. Τότε ο μηχανισμός της μνήμης ενεργοποιήθηκε και τα κομμάτια ενώθηκαν: Ζάτοπεκ, Εσνόζ, Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Πόλις: Δρόμος αντοχής. Με λίγη τύχη βρήκα εύκολα το βιβλίο, που φοβόμουν μήπως είναι εξαντλημένο.

Μέχρι τώρα δεν είχα διαβάσει Εσνόζ ακριβώς για τον λόγο που τελικά διάβασα Εσνόζ, εξαιτίας της μυθιστορηματικής βιογραφίας που αποτελεί τη θεματική των βιβλίων του, λογοτεχνικό είδος το οποίο δεν είναι το αγαπημένο μου, κάτι που προφανώς έχει να κάνει και με τα βιογραφούμενα πρόσωπα, συνθήκη που ανατράπηκε λόγω του ενδιαφέροντος που μου προκάλεσε ακαριαία η ελάχιστη αναφορά στον Εμίλ Ζάτοπεκ.
Τα σπορ πάντως, γενικώς τα απεχθάνεται. Μέχρι σημείου να εκφραστεί σχεδόν περιφρονητικά για τ' αδέλφια και τους φίλους του που περνάνε τον ελεύθερο χρόνο τους χτυπώντας ηλίθια μια μπάλα. Όταν, καμιά φορά, τον αναγκάζουν να παίξει, συμμετέχει με το σώμα απρόθυμο, είναι αδέξιος, δε σκαμπάζει γρυ απ' τους κανόνες. Κάνει μεν ό,τι μπορεί για να δείξει ότι ενδιαφέρεται, μα κοιτάζει αλλού, προσπαθώντας πονηρά ν' αποφύγει τη μπάλα, που την τροχιά της δεν την καταλαβαίνει ποτέ.   
Την πρώτη φορά που θα συμμετάσχει σε αγώνα δρόμου θα το κάνει από υποχρέωση, παρότι προσπάθησε να βρει κάθε πιθανή δικαιολογία για να τον αποφύγει. Τότε κάτι ξύπνησε μέσα του. Είναι η εποχή που οι Γερμανοί έχουν καταλάβει τη Τσεχοσλοβακία και ο αθλητισμός είναι μια διέξοδος για να κρατηθεί υψηλά το εθνικό φρόνημα. Ο Ζάτοπεκ αρχίζει να κερδίζει αγώνες παρά το ιδιαίτερό του στυλ στο τρέξιμο. Ένας δρομέας γεννήθηκε. Η καριέρα του ως δρομέα, η φήμη του που υψώθηκε σιγά σιγά, ακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα του, κάθε εξουσία θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει τον Ζάτοπεκ, θα του επιβληθεί επιλεκτική έξοδος από τη χώρα για συμμετοχή σε αγώνες, θα απομονωθεί από τους δυτικούς δημοσιογράφους, ενώ εκείνος θα σπάει το ένα ρεκόρ πίσω απ' το άλλο, θα γίνεται θρύλος ακόμα και όταν δεν θα κερδίζει πια σε όλους τους αγώνες, ακόμα και όταν θα μοιάζει πως έχει αποσυρθεί, εκείνος θα επιστρέφει για ακόμα μία εντυπωσιακή κούρσα, χωρίς πρακτικά να έχει αλλάξει κάτι στο στυλ τρεξίματός του,το οποίο τεχνικά είναι λάθος, ούτε να έχει κάπως εξελίξει τον τρόπο του να προπονείται, που συνέχισε, μέχρι τέλους, να στηρίζεται περισσότερο στο ένστικτο και στην ανάγκη του να τρέχει.

Βιβλίο που διαβάζεται απνευστί. Η ιστορία ενός ανθρώπου με ένα τεράστιο πάθος, με μία εμμονή, αυτό, και όχι το τρέξιμο ως τρέξιμο, είναι που χαρακτηρίζει το βιβλίο αυτό, αυτή η αξέχαστη μορφή του Εμίλ Ζάτοπεκ.


Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Born to run - Christopher McDougall




Για έναν αναγνώστη, σαν κι εμένα, που τα ενδιαφέροντά του περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη λογοτεχνία, η απόφαση για την ανάγνωση ενός βιβλίου non-fiction απαιτεί πάντα λίγη παραπάνω σκέψη, εμπεριέχει ένα ποσοστό ρίσκου, καθώς λαμβάνει χώρα σε αχαρτογράφητα ύδατα, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και ένα στοίχημα για τη διάρρηξη της αναγνωστικής μονομανίας.

Το βιβλίο αυτό το είχα βάλει καιρό στο μάτι, όχι τόσο για τον προφανή λόγο, δηλαδή το τρέξιμο, όσο για την αναφορά στη φυλή των Ταραουμάρα, ιθαγενών που ζουν σχεδόν απομονωμένοι στις οροσειρές του Μεξικού, μιας χούφτας ανθρώπων στην παραμεθόριο του πολιτισμένου τρόπου ζωής. Αυτές οι απομονωμένες κοινότητες ανέκαθεν μου προκαλούσαν το ενδιαφέρον. Παράλληλα ήλπιζα το βιβλίο αυτό να περιέχει ακόμα ένα συστατικό, το πάθος του συγγραφέα για το θέμα του βιβλίου του. 
Μέρες έψαχνα στην οροσειρά Σιέρα Μάδρε του Μεξικού το φάντασμα που είναι γνωστό ως Καμπάγιο Μπλάνκο -το Λευκό Άλογο. Είχα φτάσει επιτέλους στο τέρμα της διαδρομής, στο τελευταίο σημείο που θα φανταζόμουν ότι μπορώ να το βρω -όχι βαθιά στις ερημιές όπου έλεγαν ότι έχει στοιχειώσει, αλλά στο μισοσκότεινο λόμπι ενός παλιού ξενοδοχείου, στις παρυφές μιας κατασκονισμένης πόλης της ερήμου.
Ο ΜακΝτούγκαλ ξεκινά την έρευνα αυτή χωρίς να το ξέρει, οδηγήθηκε εκεί προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να μπορεί να συνεχίσει το καθημερινό χαλαρό τρέξιμο, το οποίο τόσο του άρεσε όμως παρ' όλ' αυτάτου προκαλούσε διαρκείς και επίπονους τραυματισμούς· οι γιατροί, οι πλέον εξειδικευμένοι, του συνιστούσαν ομόφωνα να εγκαταλείψει το τρέξιμο και να δοκιμάσει πιο ήπιες μορφές άσκησης, που θα καταπονούσαν λιγότερο το κορμί του. Εκείνος, από πείσμα περισσότερο, δεν το έβαλε κάτω. Έτσι έφτασε μέχρι τους Ταραουμάρα, συνάντησε προπονητές υπερμαραθωνοδρόμων, διάβασε έρευνες σχετικά με την τεχνολογία των υποδημάτων τρεξίματος, γοητεύτηκε από ιστορίες δρομέων με αντισυμβατικές συχνά μεθόδους προπόνησης.

Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο δεν διαθέτει λογοτεχνικές αρετές, γεγονός που γίνεται ακόμα πιο φανερό όταν γίνεται προσπάθεια εμπλουτισμού του δημοσιογραφικού κειμένου έρευνας με περιγραφές συναισθημάτων και τοπίων, αλλά αυτή είναι μια παρατήρηση κάποιου που διαβάζει κυρίως λογοτεχνία. Ο ΜακΝτούγκαλ -και οι επιμελητές του βιβλίου- δεν στόχευσαν τόσο στη λογοτεχνικότητα, όσο στον εξωραϊσμό του κειμένου, που κινδύνευε να κατολισθήσει από το βάρος των τεχνικών λεπτομερειών, και στην απαραίτητη επίκληση στο συναίσθημα του αναγνώστη, του αναγνώστη που είτε τρέχει, είτε είναι υποψήφιος δρομέας και απλώς ψάχνει για ένα κίνητρο. Αν και ορισμένα στοιχεία επαναλαμβάνονται, ο ΜακΝτούγκαλ έχει κάνει καλή έρευνα και σύνθεση του υλικού του, επιτυγχάνοντας να γράψει ένα βιβλίο για το τρέξιμο, χωρίς να επικεντρώνεται αποκλειστικά στον αγώνα με τους Ταραουμάρα.

Δεν θα μπορούσε να απουσιάζει μια διάθεση για φιλοσοφικό στοχασμό, κάπως κλισέ και παιδικού, όπως για παράδειγμα η φράση: δεν σταματάς να τρέχεις επειδή γερνάς, γερνάς επειδή σταματάς να τρέχεις. Όμως, έχει ενδιαφέρον ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο από διάφορους δρομείς, το οποίο έγκειται στη ψυχική διάσταση του τρεξίματος και συχνά το παρουσιάζει ως μια μορφή διαλογισμού εν κινήσει, ως μία συνεδρία του δρομέα με τον εαυτό του, μια κατάσταση αποκοπής από την πραγματικότητα.

Έτσι, και επιχειρώντας να αξιολογήσω το βιβλίο με βάση τις προσδοκίες μου πριν την ανάγνωση, το πάθος του συγγραφέα στο οποίο ήλπιζα υπάρχει ευδιάκριτο, ενισχυμένο μάλιστα με το πάθος των υπόλοιπων προσώπων που εμφανίζονται στο βιβλίο. Ως προς τους Ταραουμάρα τώρα, σίγουρα δεν πρόκειται για μία επιστημονική ανθρωπολογική μελέτη, όμως παρουσιάζει το δικό της ενδιαφέρον, όχι μόνο ως προς το τρέξιμο, το οποίο προβάλλεται ως το κυρίως χαρακτηριστικό τους, αλλά και ως προς μια νοοτροπία και αντίληψη ζωής, που μάλλον δεν θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται  "άγρια" ελαφρά τη καρδία. Τέλος, ως προς το τρέξιμο, είναι ένα ενδιαφέρον βιβλίο, παρότι κάνει κοιλιά σε ορισμένα σημεία, διαθέτει ταυτόχρονα άλλα που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν και να προκαλέσουν την ταύτιση του αναγνώστη ακόμα και αν δεν είναι -συνειδητά- δηλωμένος οπαδός του τρεξίματος. 

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Στέλλα Κάσδαγλη
Εκδόσεις Key Books

Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017

Άμπωτη και πλημμυρίδα




Δεν παίρνουν τον δρόμο για την οθόνη οι λέξεις, λιμνάζουν, θαρρείς, στην επιφάνεια των πραγμάτων. Και η στάθμη ανεβαίνει. Και η ανάγκη επιτείνεται. Και η αδυναμία απόθεσης γονατίζει. Τώρα, σκέφτεσαι, τώρα που το έχω ανάγκη πραγματικά, ζωτική ανάγκη, τώρα είναι που αδυνατώ. Παράπονο και οργή. Και ο ήλιος έξω λάμπει. Και η άνοιξη διακρίνεται στο βάθος να καλπάζει.

Όμως, εσύ δεν ξέρεις άλλον τρόπο. Ή μάλλον ξέρεις, αλλά δεν τον εμπιστεύεσαι πια. Και επιμένεις. Να πετάξεις κάποιες λέξεις με το ζόρι, άναρχα, ποντάροντας στην τύχη. Μία λέξη. Κι ύστερα άλλη μία. Και κάπως έτσι ξεχνιέσαι. Ίσως στο τέλος σχηματιστεί εκείνο που δεν ήξερες να πεις. 'Εχει συμβεί ξανά, θυμάσαι; Θυμάσαι, αλλά δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Πρέπει απλώς να συμβεί ξανά.

Ξέρεις πως ξαφνικά, όταν η στάθμη θα έχει πια κατακάτσει, οι λέξεις θα ξεχυθούν, αβίαστα και συντεταγμένα, το ένα κείμενο θα διαδέχεται το άλλο, η μια ιδέα την άλλη, όλα θα είναι εύκολα, ίσως και απλά, ευδιάκριτα και περιγράψιμα. Το ξέρεις, αλλά δεν βοηθάει. Όχι σήμερα, όχι τώρα τουλάχιστον. Ό,τι προηγείται πονάει. Το ξέρεις και σε φοβίζει.

Και αν δεν εμφανιστεί ποτέ ξανά η παλίρροια; Βιάζεσαι ν' απαντήσεις: μακάρι. Το ξανασκέφτεσαι. Δεν ξέρεις.


(Σήμερα το μπλογκ κλείνει επτά χρόνια. Γενέθλια, λοιπόν. Γιορτή.)

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα - Πάνος Τσίρος




Είχε προηγηθεί, δύο χρόνια πριν, η χρονικά δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Τσίρου, Δεν είν' έτσι; Τότε, η πρώτη συλλογή, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, ήταν εξαντλημένη από τον εκδότη, συλλογή για την οποία αρκετοί μου είχαν μιλήσει με εγκωμιαστικά σχόλια, που έμοιαζαν βάσιμα και καθόλου υπερβολικά, κρίνοντας απ' όσα είχα σκεφτεί και νιώσει διαβάζοντας τη δεύτερη συλλογή του. Έψαχνα για καιρό δεξιά και αριστερά, σε σπίτια φίλων και σε παλαιοβιβλιοπωλεία, και η λύση τελικά ήρθε από την επανακυκλοφορία της συλλογής από καινούριο εκδοτικό οίκο. Ήταν ένα όμορφο νέο αυτό.

Νομίζω πως, υποσυνείδητα ίσως, αναζητώ με επιμονή τα στοιχεία εκείνα τα οποία θα αποδείξουν πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο πίσω από τις ιστορίες, σαν να επιθυμώ την εξάλειψη της αμφιβολίας σχετικά με την τυχαιότητα της έμπνευσης, τη σύνθεση -αυθαίρετη και υποκειμενική- της ταυτότητας του δημιουργού· τις εμμονές, τα βιώματα, τον τρόπο του να αφηγηθεί. Είναι μέρος του ορίζοντα των προσδοκιών που έχω κατά την επιστροφή στο έργο ενός συγγραφέα που έχω γνωρίσει και έχω εκτιμήσει στο παρελθόν. Έτσι και τώρα, ο λόγος για τον οποίο θέλησα να διαβάσω αυτό το βιβλίο ανάμεσα σε τόσα άλλα πιθανά ήταν η σκέψη/επιθυμία: θέλω να διαβάσω ξανά κάτι δικό του.

Και έχει η επιστροφή κάτι το οικείο ακόμα και αν πρόκειται για ιστορίες διαφορετικές, ο τρόπος του Τσίρου -ειδικά αυτό- να ξετυλίγει και να απλώνει την ιστορία του, η εγκοπή από την οποία επιλέγει να πιαστεί και να κινήσει την αφήγηση της ιστορίας του, ο τρόπος με τον οποίο η έμπνευσή του περνάει από παράγραφο σε παράγραφο είναι κάποιες στιγμές τόσο ορατός, χωρίς αυτό να στερεί κάτι από τη μαγεία και το απρόοπτο στην τροπή της εξέλιξης.
Το πρώτο μας σπίτι ήταν κοντά στις γραμμές του τρένου. Όταν ήμουν εφτά χρονών, έπαιζα ένα παιχνίδι. Περίμενα πότε θα φύγουν όλοι, και πήγαινα στην κουζίνα. Έβαζα τρία ποτήρια πάνω στο τραπέζι, ύστερα ακουμπούσα το κεφάλι μου στην επιφάνεια και περίμενα πότε θα περάσει το τρένο. Όταν το τρένο πλησίαζε, τα πάντα γύρω άρχιζαν να κουνιούνται. Διάλεγα ένα από τα ποτήρια και το κοίταζα επίμονα, κάνοντας ότι έχω τηλεπαθητικές δυνάμεις. Κέρδιζα αν κουνιόταν το ποτήρι που είχα διαλέξει.
Έχει και κάτι ακόμα αυτή η επιστροφή: την ανακούφιση να διαβάζω μια συλλογή διηγημάτων όπου συμβαίνει το προφανές -μα τόσο σπάνιο-, να μην περισσεύει λέξη. Να δικαιολογείται (και) με αυτόν τον τρόπο η επιλογή της μικρής φόρμας εκ μέρους του συγγραφέα, ως επιλογή και όχι ως ευκολία, όχι απλώς για να μοιραστεί μια ωραία ιδέα, αλλά για να αφηγηθεί μια ιστορία.
Υπάρχει μια αράχνη που δεν κάνει ιστό, αλλά φτιάχνει τη φωλιά της στο χώμα. Σκάβει βαθιά, και ύστερα την κλείνει από μέσα με μια πορτούλα. Η μεγάλη κοιλιά της είναι γεμάτη δηλητηριώδες υγρό. Μπορείς να τη βγάλεις έξω από τη φωλιά της μόνο αν την εκνευρίσεις. Παίρνεις ένα λεπτό κλαδάκι και, αφού τρυπήσεις την πορτούλα, το χώνεις μέσα, ξανά και ξανά, ερεθίζοντάς την. Κάποια στιγμή θα γραπωθεί απ' αυτό, και τότε είναι εύκολο να τη σύρεις έξω.
Η ευδιάκριτη αφηγηματική φωνή αποτελεί το απαραίτητο νήμα συνοχής της συλλογής. Ο χαμηλών τόνων λόγος με στολίδια κομψά, και όχι φανταχτερά που να χτυπούν στο μάτι, επιτρέπει την αβίαστη ροή της αφήγησης από σκέψη σε σκέψη. Εκείνα που κινητοποιούν την έμπνευση του συγγραφέα, λεπτομέρειες και ασήμαντα σε έναν κόσμο που κινείται σε γρήγορους ρυθμούς, προσωπικές μνήμες και ιστορίες που ίσως άκουσε κάποια στιγμή, προσθέτουν την ομορφιά εκείνη που επιτείνει το συναίσθημα πως στο γραφείο του δημιουργού επικρατεί μια γόνιμη ηρεμία, η δημιουργία ως αποκοπή από τον περιβάλλοντα θόρυβο, μια πράξη υψηλής αυτοσυγκέντρωσης, ένα συναίσθημα το οποίο μέσω των διηγημάτων μεταγγίζεται στον αναγνώστη.
Σήμερα το βράδυ έδειξαν για δεύτερη φορά στην τηλεόραση την εκπομπή για τον χορό Καρουάνα, που κάνει θραύση στην Αμερική. Μίλησαν χορογράφοι, κοινωνιολόγοι, δύο καθηγητές από το Χάρβαρντ, δημοσιογράφοι. Έγινε προσπάθεια να αναλυθεί σε βάθος το φαινόμενο, που φαίνεται ότι έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Αυτός ο χορός βρίσκει ιδιαίτερη ανταπόκριση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Από τα πάρτι γενεθλίων των έγχρωμων μαθητών του δημοτικού, στα γκέτο του Χάρλεμ, έως τα πάρτι των κοσμικών στο Λονγκ Άιλαντ. 

Εκδόσεις Μικρή Άρκτος


Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Μία από τις δύο - Daniel Sada





Τώρα, πώς να το πεις; Μία σε δύο ή δύο σε μία ή τι. Οι αδελφές Γκαμάλ ήταν ολόιδιες... Να πεις, ακόμα, όπως συνήθως λένε: "Ήταν σαν δυο σταγόνες νερό", ίδια ηλικία, ίδιο ύψος και, από επιλογή, το ίδιο χτένισμα. Επιπλέον, ίσως να ζύγιζαν γύρω στα εξήντα κιλά -ας πάμε στο παρόν-: δηλαδή, από απόσταση: ποια είναι ποια; Η μία είναι η άλλη και η άλλη το αρνείται μερικές φορές, βέβαια πάντα στα κρυφά, γιατί είναι πολύ εκνευριστικό να έχει σωσία, σχεδόν σχεδόν μια κολλιτσίδα, αλλά το φταίξιμο είναι δικό τους που, με το πέρασμα των χρόνων, προσπαθούν να μιμηθούν η μια την άλλη ολοένα και περισσότερο. Τα τικ τους, οι κινήσεις τους, οι μορφασμοί τους, όλα ίδια, σαν να είναι αντικριστοί καθρέφτες. Δεν βαριούνται;
Όχι, καθόλου δεν βαριούνται οι αδελφές Γκαμάλ· και όχι μόνο δεν βαριούνται αλλά η ομοιότητα αυτή τούς δίνει νόημα στη ζωή. Βέβαια, όπως μπορεί εύκολα, και χωρίς πολλή πολλή σκέψη, να υποθέσει κανείς, οι δύο αδελφές έχουν κάτι ελάχιστο που της ξεχωρίζει στα μάτια ενός έμπειρου παρατηρητή, κάτι ελάχιστο όπως μια μικρή ελιά, η οποία όμως εύκολα κρύβεται κάτω από στρώσεις ρούχων, και μένει μακριά από τα ξένα βλέμματα όσο το επιθυμεί η μία ή η άλλη. Όμως ναι, σωστά, ένας εραστής θα μπορούσε να ανακαλύψει αυτό το σημάδι. Μα για μια στιγμή; Μοιράζονται μέχρι και εραστή; Ω, ναι! Οι αδελφές Γκαμάλ μοιράζονται τα πάντα.

Μια ιστορία λαϊκή, που εύκολα θα μπορούσε να είναι σενάριο σε μεξικανική σαπουνόπερα, αποφασίζει να διηγηθεί ο Ντανιέλ Σάδα, αμετάφραστος μέχρι πρότινος στα ελληνικά, στη νουβέλα του Μία από τις δύο, την ιστορία δύο δίδυμων αδελφών, ολόιδιων, που λειτουργούν ως μονάδα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, όμως, όταν κάνει την εμφάνισή του ο έρωτας, ο δεσμός τους θα κλονιστεί.

Και δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς, όσο και αν η ιστορία ως ιστορία τον αφήνει εκτός και ασυγκίνητο, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την τεχνική του Σάδα, την παιχνιδιάρικη διάθεση με την οποία προσεγγίζει το θέμα του, φλερτάροντας με το κλισέ και τη φαρσοκωμωδία, τηρώντας όμως ξεκάθαρα όρια αμιγώς λογοτεχνικά, με ευδιάκριτη διάθεση για πειραματισμό στη φόρμα, και πόσο μάλλον σε μια τέτοια φόρμα με τέτοια συστατικά.

Γιατί υπάρχουν, και είναι καλό να τα γνωρίζει κανείς, κάποια λογοτεχνικά -και όχι μόνο- έργα, που μπορεί να μην είναι του γούστου του, αλλά διαθέτουν μια δεδομένη ποιότητα, μια διαφορετική προσέγγιση αισθητική και όχι μόνο, έργα που κάνουν τον αναγνώστη να διαβαίνει δρόμους άγνωστους και ας μην επιστρέψει ποτέ ξανά εκεί. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σάδα για μένα. 


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Πόνος φάντασμα - Arnon Grunberg





Κοίτα να δεις, σκέφτηκα, που υπάρχει ολλανδική λογοτεχνική σχολή, κάτι που πριν λίγα χρόνια προφανώς αγνοούσα· όλα ξεκίνησαν από τον σπουδαίο -όπως αποδείχτηκε- Κέες Νόοτεμποομ (Η ακόλουθη ιστορία, Ιεροτελεστίες), συνέχισαν με τον Χάρι Μούλις (Τα στοιχεία) και η σκυτάλη πέρασε στη νέα γενιά με τον ιδιοφυή Ντε Βρις (Ο καθηγητής είναι νεκρός), ενώ είχε μεσολαβήσει το αδιάφορο -προς κακό- μυθιστόρημα του Κοχ (Το δείπνο). Κάθε κανόνας που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να έχει μια τρανταχτή εξαίρεση. Μια αντίληψη, για την ύπαρξη σχολής, που χτίστηκε αργά και σταθερά, ακολουθώντας το νήμα και την τύχη, όπως συμβαίνει συνήθως δηλαδή. Για το βιβλίο του Γκρούνμπεργκ μου είχε επιστήσει την προσοχή ένας φίλος, ιδιαίτερα δυνατός αναγνώστης. Με το βιβλίο φλέρταρα επανειλημμένως στα βιβλιοπωλεία αλλά ποτέ δεν έκανα το βήμα, ώσπου έπεσα πάνω του στο παζάρι της πλατείας Κοντζιά, το βιβλίο που ήθελα σε τιμή εξαιρετική, το αγόρασα.
Όταν είσαι νέος, η χρεοκοπία έχει ακόμα έναν αέρα ρομαντισμού. Όσο κι αν είναι ενοχλητική, διατηρεί ακόμα τη γοητεία της, και στο πίσω μέρος του μυαλού σου υπάρχει πάντα η προοπτική της ανάκαμψης. Αλλά στην ηλικία μου, η χρεοκοπία μόνο ντροπή προκαλεί. Ένα αίσθημα ντροπής και αποτυχίας που δεν σβήνει ούτε με το ποτό ούτε με αντικαταθλιπτικά. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, δεν λέει να φύγει. Όλη η ζωή σου μοιάζει να αρχίζει και να τελειώνει στη χρεοκοπία, σ' εκείνη τη μέρα που σου κατάσχουν την περιουσία, μια περιουσία που θα βγάλουν στο σφυρί για το ένα πέμπτο της αξίας της.
Ο πατέρας του αφηγητή δεν αποτελούσε ακριβώς το ιδανικό πρότυπο πατέρα· χρωστούσε στις τράπεζες, απατούσε τη γυναίκα του, νόμιζε ότι του άξιζε μια ακριβή ζωή, δεν καταδεχόταν να τρώει σπιτικό φαγητό, πίστευε πως ο κόσμος του χρωστούσε, έπινε, ενίοτε έκανε απόπειρες αυτοκτονίας, έκανε γιο για να μην τον πρήζει η γυναίκα του. Τελικά δικαιώθηκε, ο κόσμος μπορεί να ξέχασε τα λογοτεχνικά του βιβλία, όμως του χάρισε πλούτη και δόξα για ένα βιβλίο μαγειρικής που έγραψε με τίτλο: Η πολωνοεβραϊκή κουζίνα σε 69 συνταγές.

Καρικατούρα διανοούμενου δοσμένη με αφηγηματική άνεση, χιούμορ σε αποχρώσεις του μαύρου κυρίως, οξύτητα στην παρατήρηση του γύρω κόσμου, εμμονή με τα στερεότυπα και φλερτ με το κλισέ, συναισθηματικά εγκεφαλικό. Κάπως έτσι θα μπορούσα να περιγράψω αυτό το ιδιαίτερο μυθιστόρημα, το οποίο πολύ απόλαυσα, με το οποίο πολύ γέλασα, αλλά είναι ένα από εκείνα τα βιβλία τα οποία δεν τολμώ να προτείνω, παρά μόνο σε ανθρώπους που νιώθω να γνωρίζω καλά, όχι μόνο για τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, αλλά -κυρίως- για την αίσθηση χιούμορ που διαθέτουν. Αστείος ή εξυπνάκιας; εγώ θα έλεγα αστείος και ευφυής, αλλά δεν θα έπεφτα από τα σύννεφα αν κάποιος δεν τον θεωρούσε αστείο τον Γκρούνμπεργκ.

Και μπορεί να καταφεύγει στην υπερβολή της καρικατούρας, αλλά δύσκολα μπορεί κάποιος να μη διακρίνει σημάδια του πατέρα του αφηγητή στην καθημερινότητα που μας περιβάλλει τα τελευταία -τουλάχιστον- χρόνια, στην ένδεια του πνευματικού κόσμου, στην αντίληψη και στην επίδειξη, στην παρακμή εν τέλει. Γιατί ο Γκρούνμπεργκ, παρά τη δεδομένη αχαλίνωτη φαντασία του, άλλο δεν κάνει από το να τονίζει δεδομένα και υπαρκτά πρότυπα ανθρώπων από τα οποία βρίθει ο κόσμος μας. Και εκεί έγκειται μια θλίψη, μια γλυκόπικρη γεύση της ιστορίας· γελάς και ύστερα συννεφιάζεις, γελάς γιατί δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, η σύγχυση και τα νεύρα δεν θα οδηγήσουν πουθενά, σκέφτεσαι και γελάς.

Απολαυστικό και ιδιαίτερο, στη λίστα με τα προσεχώς και το άλλο μυθιστόρημα του Γκρούνμπεργκ που κυκλοφορεί -και μάλιστα σε προσφορά- στα ελληνικά με τίτλο Τίρζα, η βασίλισσα του ήλιου (εκδόσεις Καστανιώτη).

Μετάφραση Γιάννης Ιωαννίδης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια