Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καναδάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καναδάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ - Mordecai Richler

Ένα μεγάλο χορταστικό μυθιστόρημα επιθυμούσα, θα χώριζε τη μέρα στα δύο, ένας κόσμος συμπλήρωμα στην τρέχουσα ρουτίνα, μια σταθερά. Με το υποδεκάμετρο στο βλέμμα περιέτρεξα τις διάφορες στοίβες με τα βιβλία σε αναμονή. Θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του προσωρινού (ουδέν μονιμότερου) πυργίσκου, έπιασα στα χέρια μου ένα απωθημένο ετών, Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ. Να τι προηγήθηκε της ανάγνωσης αυτής· ένα χορταστικό μυθιστόρημα, ένα καταφύγιο, να τι περιελάμβανε ο ορίζοντας προσδοκιών.

Η οικογένεια Γκάρσκυ, που βρήκε καταφύγιο στον παγωμένο αμερικανικό βορρά, εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία, τα όρια και τα παραθυράκια του νόμου, σε μια ρευστή εποχή απαγορεύσεων και ανάπτυξης παράλληλων αγορών, ηγήθηκε εν τέλει μιας παντοκρατορίας παραγωγής και διάθεσης αλκοόλ, στο τώρα επιτυχημένοι επιχειρηματίες που τα ίχνη του λαθρεμπορίου ολοένα και χάνονται στο παρελθόν.

Ο διανοούμενος, μοναχικός και αλκοολικός, Μόζες Μπέργκερ, άλλοτε παιδί-θαύμα των γραμμάτων, που το μέλλον του έμοιαζε να είναι στρωμένο με ένα παχύ χαλί απορρόφησης αναταράξεων και κραδασμών προς τη δόξα και την καταξίωση, πάσχει από την εμμονή της βιογράφησης ενός εκ των παιδιών του γεννήτορα Γκάρσκυ, του Σόλομον. Η εμμονή, η κάθε εμμονή, γεννιέται ξαφνικά και από ελάχιστη πρώτη ύλη, έτσι και αυτή αναπτύχθηκε από την παρουσία με τον πατέρα του σε μια δεξίωση της οικογένειας για την οποία δούλευε, όταν ο Μόζες ήταν ακόμα νεαρός, συνομήλικος των παιδιών του Σόλομον, που από κάποια στιγμή και μετά εξαφανίστηκε, χωρίς κανένας να είναι απόλυτα σίγουρος για την τύχη του, νεκρός ή φυγάς;

Το βιβλίο αποτελείται από μια σύνθετη και πυκνή διακλάδωση δύο κεντρικών αρτηριών, η μια, η έρευνα του Μόζες και η άλλη, η ζωή του, πρόκειται για μια μεταμοντέρνα κατασκευή που εσωκλείει τη διαδικασία και την απόπειρα συγγραφής της βιογραφίας του Σόλομον Γκάρσκυ, περιλαμβάνοντας και την αφήγηση της ζωής του ίδιου του ερευνητή, πετυχαίνοντας, μεταξύ άλλων, να σκιαγραφήσει δύο αιώνες ιστορίας ενός νεοσύστατου κράτους, τον τρόπο με τον οποίο οι συσχετισμοί διαμορφώθηκαν φτάνοντας στο σήμερα της αφήγησης, να πει εν τέλει μια χορταστική ιστορία με τρόπο ιδιοφυή.

Αρχικά, η παρουσία μιας ευδιάκριτης και τεράστιας συγγραφικής φιλοδοξίας, παράλληλα με τη σταδιακή ένταξη του αναγνώστη στο αφηγηματικό περιβάλλον, στο οποίο αρχικά νιώθει χαμένος, παρότι γοητευμένος, ακολουθεί την αφήγηση με τα χρονικά μπρος πίσω και τις διαρκείς εναλλαγές προσώπων, αργότερα, ο θαυμασμός, πανταχού παρών και συνοδοιπόρος μέχρι τις τελευταίες σελίδες, τελικώς, η χαλάρωση και το άφημα στα χέρια του αφηγητή, τριτοπρόσωπου και καλά καμουφλαρισμένου εντός του σώματος της αφήγησης, πότε ο αναγνώστης υποψιάζεται τον συγγραφέα του βιβλίου και πότε τον Μόζες, πότε ένας παντογνώστης αφηγητής και πότε ένας μελετηρός ερευνητής, που μέσα στα χρόνια παλεύουν με τα κομμάτια του παζλ που λείπουν, καταφεύγουν σε βιβλιοθήκες και παλαιοπωλεία, ώρες γραφής, στέκονται σε μια αποστροφή του λόγου ή στη συμπτωματική παρουσία ενός αντικειμένου, ενός πίνακα ζωγραφικής για παράδειγμα, και πια, από ποια στιγμή και ύστερα άραγε;, η ζωή τους έχει γίνει ένα με την έρευνα, όχι μόνο για τους άλλους αλλά και για τους ίδιους.

Η αληθοφάνεια προσώπων και καταστάσεων, παρότι διαρκώς υπό αίρεση, βρίσκεται εκεί, απαραίτητη συγκολλητική ουσία για το δέσιμο της περίπλοκης κατασκευής, μια ιστορία την οποία ο συνθέτης γνωρίζει εις βάθος, εκεί είναι και τα κομμάτια που λείπουν, όλα τα μικρότερα ή μεγαλύτερα επεισόδια της ζωής των χαρακτήρων, πρώτων και δεύτερων ρόλων, και όλα αυτά χωνεμένα πλήρως στη μεγάλη εικόνα, στην ιστορία των δύο αυτών αιώνων, μια σειρά από ηθικά διλήμματα, από αποφάσεις πλεύσης, χωρίς καμία διδακτική ή κριτική διάσταση να τα σκιάζει, πρόσωπα αφημένα ελεύθερα στην αρένα. Το εμβαδό που καταλαμβάνει ο κόσμος του μυθιστορήματος εκτείνεται αρκετά έξω από τα όρια του βιβλίου, δεκάδες νήματα στέκουν παρατεταγμένα, δεκάδες σημεία ανάπαυσης και παρατήρησης προσφέρονται, δεκάδες όρμοι και κορυφές, ένας κόσμος ολόκληρος χώρεσε στις σελίδες αυτές, άλλος τόσος, τουλάχιστον, περίσσεψε.

Ο Ρίχλερ, γεννημένος το 1931στο Μόντρεαλ, τοποθετεί τον πήχη σε ιλιγγιώδες ύψος, καταφέρνει με σχετική άνεση να τον υπερκεράσει, να πείσει πως οι προθέσεις του υλοποιήθηκαν, αποτυπώθηκαν στο χαρτί, την ίδια στιγμή που κάθε καινούργια πρόταση δείχνει εύθραυστη, πως θα μπορούσε να είναι η τελευταία πριν ο συγγραφέας παρατήσει το φιλόδοξο σχέδιο, λυγίζοντας κάτω από το ίδιο το βάρους της υπό ανέγερση κατασκευής, πως αυτή η οριακή μόλις παρουσία του Σόλομον Γκάρσκυ, μια φευγαλέα ματιά και μετά απουσία, θα έπαυε να λειτουργεί, αυτή η χίμαιρα θα αναδεικνυόταν σε απόλυτο νικητή, όμως όχι, το απατηλό άντεξε, η εμμονή επικράτησε της ματαιότητας, γιατί κάποιος να θέλει να βιογραφήσει ένα φάντασμα; Γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Η μεγάλη φόρμα, γνώμη μου είναι, όταν φτάνει σε αντίστοιχα ύψη με το Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ, δικαιολογεί γιατί είναι η κορωνίδα του γραπτού λόγου, καλός ο μινιμαλισμός, η επιλογή της μιας έναντι της άλλη λέξης, αλλά εδώ το διακύβευμα είναι τερατώδες, υπεράνθρωπο, το δέος κατά την περιδιάβαση, αλλά και μετά, στο τέλος της ανάγνωσης όταν ο οδοιπόρος κοιτάζει πίσω του τη διανυθείσα διαδρομή, το δέος τότε έρχεται να βασιλεύσει επί κάθε άλλου συστατικού απόλαυσης, δέος και θαυμασμός από την πρώτη σπίθα που φώτισε στιγμιαία την επικράτεια που εν τέλει κατέλαβε το μυθιστόρημα, δέος και θαυμασμός μέχρι το τελευταίο ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων, πριν την τελευταία τελεία. 

Είναι απαιτητικό; Τόσο που η λέξη δεν το υποστηρίζει παρά εν μέρει. Αποζημιώνει; Τόσο που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποτυπωθεί.

Αρκετές φορές αναλογίστηκα τις αντιστοιχίες με Τα βιβλία του Ιακώβ της Τοκάρτσουκ, οι αναλογίες πρόδηλες, κυρίως ωστόσο διαρκώς στεκόμουν σε μία από αυτές, εκείνη που ερχόταν αντιστικτικά να σταθεί απέναντι στο ερώτημα: γιατί συνεχίζω μαγεμένος την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος, τόσο μεγάλου, του οποίου η πλοκή μου φαίνεται αδιάφορη, μακριά από τις επιθυμίες και τα γούστα μου, και πριν απαντήσω απλά γυρνούσα τη σελίδα, τόσο κρατούσε η αναρώτηση, και συνέχιζα μαγεμένος την αναγνωστική περιδιάβαση. Και αυτό το αίσθημα έμεινε να αιωρείται σε κάθε ελάχιστη σχισμή της ανάγνωσης, αυτό το άγνωστο γιατί συνεχίζω, ακόμα καλύτερα, αυτό το άγνωστο γιατί δεν μπορώ να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου;

Η ιστορία, παρά τις όποιες λεπτομέρειες και διαφοροποιήσεις, μοιάζει οικεία, το λαθρεμπόριο και η εμμονή, επίσης, το πώς έφτασαν κάποιοι στην επιτυχία και την επιχειρηματική καταξίωση, αυτό και αν είναι οικείο, το πώς ένα μυαλό κλείδωσε και εγκλωβίστηκε ιδία, ως ενός σημείου, βούληση σε έναν λαβύρινθο αδιεξόδων, και όμως, ο τρόπος του, όχι τόσο στην ίδια την αφήγηση αλλά στη σύνθεσή της, ο τρόπος με τον οποίο ο ερευνητής μελετάει τα αρχεία, ο τρόπος που το πάθος (ή εμμονή, αν σας κάθεται καλύτερα) κατακλύζει το μυαλό, την ύπαρξη εν γένει, το πάθος εκείνου που σχολαστικά επιμένει να γυρεύει την αλήθεια, το ντοκουμέντο, την ακριβή λεπτομέρεια, παρότι το πάθος αυτό είναι καμουφλαρισμένο πίσω από τη μη ηθική ακεραιότητα του υποκειμένου της αφήγησης, από τις ατέλειες του, είναι διάχυτο από άκρη σε άκρη, το πάθος εκείνου ήταν, θεωρώ, το πρώτο κύτταρο έμπνευσης πριν τη διαίρεση. Μια τόσο σύνθετη ιστορία, με πλήθος από λεπτομέρειες και επεξηγήσεις, για να αποτυπωθεί η εμμονή του ερευνητή, αυτό το άγνωστο γιατί που συνοδεύει όλη τη σπουδαία λογοτεχνία, όλη τη συγγραφή, την ανάγκη μας να λέμε και να διαβάζουμε ιστορίες, κάποτε γύρω από τη φωτιά, κάποτε στο παιδικό δωμάτιο, σήμερα.

Και έτσι η μέρα χωρίστηκε στα δύο, όσα έπρεπε να γίνουν και όσα ήθελα να γίνουν, το αποκούμπι ήταν εκεί. Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα ανθρώπινο επίτευγμα.

υγ. Για Τα βιβλία του Ιακώβ περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Κατερίνα Γεωργαλίδη, Στράτης Μπουρνάζος
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2025

Emily St. John Mandel

Πριν από εννέα χρόνια διάβασα ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ για την ακρίβεια, σχετικά με κάτι που έμελλε να το ζήσουμε τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν ένας αδιόρατος στο μάτι ιός σκόρπισε τον πανικό και τον φόβο. Ο λόγος για το Σταθμός Έντεκα της Έμιλυ Σεντ Τζον Μάντελ, που αργότερα έγινε και πολύ ωραία τηλεοπτική σειρά. Ήταν ένα από τα βιβλία τα οποία εντός πανδημίας απέκτησαν τον χαρακτηρισμό του προφητικού, κάποιοι έτρεξαν να το διαβάσουν, κάποιοι άλλοι πισωπάτησαν, το ζούσαν ήδη, έλεγαν. Η αλήθεια είναι πως πέριξ της λογοτεχνίας της επιστημονικής φαντασίας, ένα τέτοιο εύρημα δεν βρίθει πρωτοτυπίας, αλλά αυτό συμβαίνει ακόμα και στην πιο κύρια λογοτεχνία, Η πανούκλα του Καμύ, για παράδειγμα. Γενικά η λογοτεχνία της πρωτοτυπίας συνήθως έχει κοντά πόδια, έτσι όπως εγκλωβίζεται στο ίδιο της το εύρημα.

Παρότι το βιβλίο εκείνο μου άρεσε πάρα πολύ, όταν αργότερα κυκλοφόρησαν δύο ακόμα βιβλία της γεννημένης στη Βρετανική Κολομβία του Καναδά συγγραφέας, δεν έσπευσα να τα διαβάσω, ποιος να ξέρει γιατί. Ο καιρός πέρασε και ο καιρός ήρθε και η συγκυρία βοήθησε και αποδείχτηκε καθοριστική για ακόμα μια φορά, όταν το πλαίσιο των επιλογών υπήρξε αρκετά πιο στενό και εγώ αναζητούσα ένα μυθιστόρημα να βυθιστώ μέσα του, τα δύο βιβλία της Μάντελ βρέθηκαν εκεί, μπροστά μου.

Το γυάλινο ξενοδοχείο - Emily St. John Mandel (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Ίκαρος)

Μια σπονδυλωτή ιστορία, με αρκετά χρονικά μπρος πίσω, με τη ζωή διαφόρων προσώπων να μπλέκεται στα γρανάζια της κοινής μοίρας, ατομικές ιστορίες που έρχονται και συναντούν γεγονότα μεγαλύτερης εμβέλειας, όπως για παράδειγμα η πρόσφατη οικονομική κρίση με την κατάρρευση τραπεζών και επενδυτικών σχημάτων, τα απόνερα της οποίας ακόμα ταλανίζουν τις αγορές και διαρκώς υπάρχει ο κίνδυνος μιας ακόμα μεγαλύτερης κρίσης, όλα αυτά σε συνδυασμό με τον ψίθυρο της ατομικής ιστορίας, την ανάγκη μας για αγάπη και νόημα, την αναζήτηση μιας πίστης που θα μας κρατήσει σε μια τροχιά περιστροφής.

Σκέφτομαι όλο και πιο έντονα τώρα τελευταία πως μια ποσοτική μέτρηση της αναγνωστικής εμπειρίας θα μπορούσε να είναι η σηματοδότηση κάθε εξόδου από την ανάγνωση του εκάστοτε βιβλίου, ακόμα και αν είναι απλώς για να τσεκάρουμε το κινητό δίπλα μας ή να σηκωθούμε να ανοίξουμε τον θερμοσίφωνα, έτσι, στο τέλος του βιβλίου, θα μπορούσαμε να τσεκάρουμε το συνεχές της ανάγνωσης, αν, ενάντια στους περισπασμούς που λαθροβιούν στα πέριξ, υπάρχει ένα ή περισσότερα κομμάτια συνεχούς ανάγνωσης, τότε αυτό κάτι θα σημαίνει για το βιβλίο και τη σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ μας, σωστά; Και να σκεφτείτε πως ακόμα και σήμερα υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν αποκλειστικά αρνητικό τον χαρακτηρισμό πέιτζ τέρνερ για ένα μυθιστόρημα.

Σε τέτοιους ρυθμούς ένιωθα να έχω παραδοθεί διαβάζοντας Το γυάλινο ξενοδοχείο, μια ανάγνωση αχόρταγη που μπορούσε να με κρατήσει μακριά από το αναλογικό και ψηφιακό περίγυρο περισπάσεων. Η ικανότητα της Μάντελ, που ήδη γνώριζα από τον Σταθμό Έντεκα, να συνθέτει ιστορίες και να κατασκευάζει κόσμους στο όριο του ανοίκειου, ήταν και εδώ παρούσα, καθοριστική για την ανάγνωση. Και αν στο προηγούμενο βιβλίο το δόσιμο της δυστοπίας, του περιβάλλοντος εντός του οποίου κάποιοι λίγοι άνθρωποι πάλευαν να επιβιώσουν, ήταν εκείνο που κυρίως χαρακτήριζε το μυθιστόρημα και τελικώς έκρινε την επιτυχία του, εδώ ήταν ένα άλλο στοιχείο στη γραφή, στη σύλληψη και την εκτέλεση, που αποδείχθηκε καθοριστικό. Ενώ το περιβάλλον εντός του οποίου οι ατομικές ιστορίες συνέβαιναν ήταν παρόν, χαοτικό και άπειρο, η Μάντελ κατάφερε να δημιουργήσει κάποιου είδους κάψουλες απομόνωσης για τα πρόσωπα και τις ιστορίες τους, κάψουλες ωστόσο διαφανείς που επέτρεπαν τη θέα στον έξω κόσμο, μια ημιαπομόνωση κατά κάποιο τρόπο, εντός της οποίας υπήρχε έντονη η αίσθηση της ησυχίας και της επιβράδυνσης του χρόνου.

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο πρώτα εντόπισα στον Ντε Λίλλο, ιδιαίτερα στο ύστερο έργο του, όταν είχε πια αφήσει πίσω του τη μεγάλη φόρμα, θυμηθείτε, αν έχετε διαβάσει, το Κοσμόπολις, πώς καταφέρνει ο άτιμος να επιβραδύνει και να απομονώσει την εντός λιμουζίνας συνθήκη από τον έξω κόσμο στο κέντρο της μητρόπολης, και τότε θα έχετε μια ιδέα για όσα περιγράφω πιο πάνω για Το γυάλινο ξενοδοχείο. Αυτή η χρονική αντίστιξη, αυτό το πάγωμα του έξω χρόνου όχι τόσο για να δοθεί χώρος στον στοχασμό, όπως θα συνέβαινε σε ένα μοντερνιστικό καμβα, αλλά για να επιτραπεί να ακουστεί η ελάχιστη φωνή του ατομικού, να διαχωριστεί μια μόνο φωνή από το άπειρο σύνολο, να διακριθεί χωρίς να απομονωθεί η τριγύρω βουή που στιγμή δεν παύει. Μια τεχνική που εκτός από ένα μόντους βιβέντι, που δεν περιορίζεται μόνο εντός του βιβλίου, αποτελεί και ένα μόντους σκριβέντι, χωρίς καταφυγή σε μια περίπλοκη μεταμοντέρνα ή επιστημονικής φαντασίας κατασκευή, αλλά μια ιστορία με όρους ρεαλιστικούς, ενός σύγχρονου ρεαλισμού, μιας υπεραιχμής δύστροπης στην απομόνωσή της. Και αυτή η ησυχία, σχεδόν εκκωφαντική, είναι εκείνο που ως αίσθηση μου έμεινε από την ανάγνωση.  Ήθελα ωστόσο και άλλο, συνέχισα με το:

Η θάλασσα της ηρεμίας - Emily St John Mandel (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Ίκαρος)

Λίγες μόλις σελίδες ήταν αρκετές, το οπισθόφυλλο δεν το μαρτυρούσε, για να καταλάβω πως αυτό το μυθιστόρημα αποτελούσε μια (ιδιότυπη) συνέχεια των προηγούμενων και κυρίως, πιο εμφανώς αν και χαλαρά, με Το γυάλινο ξενοδοχείο.

Εδώ η Μάντελ επιλέγει ένα διαφορετικό στήσιμο για την εκ νέου σπονδυλωτή ιστορία της, σκορπίζοντας τα νήματα δράσης σε διαφορετικά χρονολογικά σημεία, ξεκινώντας από το 1912 και φτάνοντας μέχρι το 2401 και επιχειρώντας να τα συνδέσει, ένα σχέδιο αρκετά φιλόδοξο, που ωστόσο δεν είμαι βέβαιος πως πέτυχε στον ιδεατό βαθμό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αποτέλεσε κάποιου είδους εμπόδιο στην ανάγνωση, στην καταβρόχθιση για την ακρίβεια, αλλά να, εκ των υστέρων είναι το πιο αδύναμο των τριών, ίσως γιατί έμοιαζε να είναι και το πλέον φιλόδοξο, ο πήχης τέθηκε ψηλά αλλά η κατασκευή δεν τον υπερκέρασε, όχι με άνεση τουλάχιστον. Υπάρχουν κάποια σημεία σκοτισμένα, αδιάφορο αν αυτό έγινε συνειδητά ή όχι, τα οποία δημιουργούν μια επιπλέον τριβή, όχι γιατί δεν δίνουν μια πλήρη εξήγηση, κάτι τέτοιο ελάχιστα λογοτεχνικό θα ήταν ως αίτημα, αλλά γιατί μοιάζει να μην είναι ξεκάθαρα και αρμονικά μπλεγμένα, αλλά να, η επιτήδευση χτυπά την πόρτα, η βιάση για την ένωση. Έτσι, ενώ ξέχωρα οι ιστορίες λειτουργούν, οι συνδέσεις ανακόπτουν τη ροή, οδηγούν τον αναγνώστη στο δωμάτιο της σκέψης, στην αναζήτηση πιθανών τεχνικών σφαλμάτων και ανακριβειών. Και αν στο προηγούμενο υπήρχε η επιρροή του Ντε Λίλλο, επιρροή γόνιμη, χωνεμένη και σίγουρα λειτουργική, εδώ είναι η εικόνα του Ντέιβιντ Μίτσελ στο βάθος που αχνοφαίνεται, κυρίως το Cloud Atlas, το οποίο και διάβασα σχετικά πρόσφατα, επιρροή για την οποία στέκομαι πιο σκεπτικός.

Εννοείται πως τσέκαρα να δω αν έκτοτε έχει βγάλει κάποιο καινούργιο βιβλίο η Μάντελ, όχι, δεν έχει βγάλει, γιατί παρότι εξέφρασα τους προβληματισμούς μου για το Η θάλασσα της ηρεμίας, εντούτοις θα ήθελα κάποια στιγμή να διαβάσω κάτι ακόμα δικό της, η φιλοδοξία στις κατασκευές της υπόσχεται πολλά, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπως η σημερινή που οι αφηγήσεις γίνονται πιο απλές, πιο χειροπιαστές, πιο κοντά στην ανθρώπινη εμπειρία της καθημερινότητας, χρήσιμες και ενδιαφέρουσες και αυτές, διαφορετικές ωστόσο, συνεισφορά στην απομάγευση που επικρατεί, ενώ ο μύθος τόσο λείπει.

Μια άτυπη τριλογία η οποία θα μπορούσε να αποτυπωθεί ως: ο φόβος μας για το μέλλον - το ζοφερό παρόν - η ανάγκη μας για μύθο.

υγ. Για τον Σταθμό Έντεκα περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Κοσμόπολις εδώ, για το Cloud Atlas εδώ.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

Η καταποντισμένη των καταποντισμένων - Réjean Ducharme

Πάμε πάλι· για τα νήματα, για το αδύνατο της εποπτείας, για τις αναπάντεχες εκπλήξεις, για το (αναγνωστικό) μονοπάτι που σχηματίζεται (και) εν αγνοία μας, για την τυχαιότητα. Πέρυσι το καλοκαίρι, ίσως άνοιξη, είχε καλό καιρό τέλος πάντων, σε κάποια έκθεση μικρών εκδοτικών οίκων στη δημοτική αγορά της Κυψέλης, παρακολούθησα μια συζήτηση από τις πολλές που έλαβαν χώρα· στο πάνελ ήταν μια γυναίκα που θαυμάζω, τόσο για τη γραφή της, έτσι την γνώρισα, όσο και για την επιμονή της, ο λόγος για την Άντζελα Δημητρακάκη. Έχει περάσει καιρός και πια δεν θυμάμαι καν το θέμα της συζήτησης, ούτε και τι ακριβώς είπε εκείνη, όσο και αν πίστευα πως προσέχω την τοποθέτησή της, θυμάμαι όμως καθαρά την αναφορά σε ένα βιβλίο που χαμπάρι δεν είχα πάρει πως κυκλοφορεί, πόσο μάλλον πως πιθανόν να με ενδιέφερε, ο λόγος για το Η καταποντισμένη των καταποντισμένων του Ρεζάν Ντισάρμ σε μετάφραση Μαρίας Σπανού από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Το πάθος το οποίο εξέπεμπε το βλέμμα της και υποστήριζε ο λόγος της οδήγησε στο τέλος της παρουσίασης ένα σημαντικό μέρος του κοινού να στριμωχτεί πέριξ του χώρου των εκδόσεων, να δουν ποιο ήταν το επίμαχο βιβλίο. Έτσι έγινε η ανάγνωση αυτή.

Με λίγα, ελάχιστα λόγια η υπόθεση έχει ως εξής: η θυμωμένη έφηβος Μπερενίς Έινμπεργκ, πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια της ενηλικίωσής της, είναι το δεύτερο παιδί μιας οικογένειας που δεν πάει καλά, δεν τσουλάει, δεν είναι μια οικογένεια που ρολάρει, παρότι πλούσια και κοινωνικά ευπόληπτη, τα προνόμια δεν αρκούν. Ο πατέρας της Εβραίος, η μητέρα της καθολική. Το προγαμιαίο συμβόλαιο ορίζει πως το πρώτο παιδί θα λάβει καθολική αγωγή, το δεύτερο εβραϊκή και ούτω καθεξής· μιλημένα συμφωνημένα.

«Όλα με καταπίνουν. Όταν κλείνω τα μάτια, καταποντίζομαι στα σπλάχνα μου, μέσα στα σπλάχνα μου είναι που νιώθω ασφυξία. Όταν έχω τα μάτια μου ανοιχτά, με καταπίνει αυτό που βλέπω, ασφυκτιώ μέσα στα σωθικά αυτού που βλέπω. Με καταπίνει το υπερβολικά μεγάλο ποτάμι, ο υπερβολικά ψηλός ουρανός, τα υπερβολικά ντελικάτα λουλούδια, οι υπερβολικά φοβισμένες πεταλούδες, το υπερβολικά όμορφο πρόσωπο της μητέρας μου. Το πρόσωπο της μητέρας μου είναι όμορφο χωρίς κανένα λόγο. Αν ήταν άσχημο, θα ήταν άσχημο χωρίς κανένα λόγο. Τα πρόσωπα, όμορφα ή άσχημα, δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Κοιτάζουμε ένα πρόσωπο, μια πεταλούδα, ένα λουλούδι, κι αυτό είναι βασανιστικό, έπειτα εκνευριστικό. Αν αφεθούμε, απελπιζόμαστε. Δεν θα 'πρεπε να υπάρχουν πρόσωπα, πεταλούδες, λουλούδια. Είτε έχω τα μάτια μου ανοιχτά είτε κλειστά, είμαι περικυκλωμένη: άξαφνα μου λείπει ο αέρας, η καρδιά μου σφίγγεται, ο φόβος με κυριεύει».

Και μια τέτοια πρώτη παράγραφος έμοιαζε, και εν τέλει αποδείχτηκε, πως ήταν πολλά υποσχόμενη. Διάβασα την πρώτη αυτή παράγραφο, ίσως χωρίς να πάρω ανάσα, όρθιος μπροστά από τα ράφια της μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Σήκωσα το βλέμμα ψηλά, ύστερα. Μου έλειπε κι εμένα μια μικρή ποσότητα αέρα που θα χαλάρωνε το διάφραγμά μου. Ξεφύλλισα προς αναζήτηση της ταυτότητας του βιβλίου, όνομα συγγραφέα και έτος κυκλοφορίας, δύο εκπλήξεις μαζεμένες, άντρας και 1966· γαλλόφωνος Καναδάς.

Μιλώ για εκπλήξεις γιατί η αφηγηματική φωνή είναι πυρετικά πειστική, νιώθεις πως έχεις την Μπερενίς μπροστά σου, ο θυμός και ο φόβος της ηλικίας και του φύλου περιέχονται οργανικά στην αφήγηση, ο βιωματικός χαρακτήρας μοιάζει να είναι αδιαπραγμάτευτη πηγή του θυμού και του φόβου. Ταυτόχρονα, το Η καταποντισμένη των καταποντισμένων, γραμμένη, επαναλαμβάνω, το 1966, έχει τη φρεσκάδα της συγχρονίας, της ασφυξίας του να είσαι γυναίκα ακόμα και εντός ενός προνομιούχου περιβάλλοντος, σωρηδόν κυκλοφορούν αντίστοιχης συγγένειας βιβλία, τα περισσότερα εκ των οποίων εμπεριέχονται στην υποκατηγορία της αυτομυθοπλασίας, γραμμένα από γυναίκες ή θηλυκότητες εν γένει. Ξάφνου, η ανάγνωση φορτώνεται με επιπλέον ενδιαφέρον, ανάμεσα στις γραμμές της αφήγησης, προπομπός ενός ισχυρού ρεύματος μισό αιώνα μετά, σίγουρα όχι ο μόνος, όχι ο αποκλειστικός, σίγουρα όχι, αλλά και πάλι, το ενδιαφέρον είναι έντονο.

Και έτσι πυρετικά όπως ξεκινά η αφήγηση έτσι και συνεχίζει για πάνω από τριακόσιες σελίδες, καθώς πρόσωπα εμφανίζονται και εξαφανίζονται, ο θυμός και η οργή παραμένουν, καθώς τα χρόνια περνούν και η Μπερενίς καταδύεται σε ολοένα και μεγαλύτερα βάθη, τραβώντας το πέπλο, γυρεύοντας απαντήσεις που θα τη βοηθήσουν να κατανοήσει ποια είναι και πώς έφτασε εδώ που έφτασε, όπως έφτασε, καταποντισμένη αλλά ζωντανή ακόμα, όπως ο κύκλος σιγά σιγά θα μεγαλώνει, το οικογενειακό περιβάλλον θα περιοριστεί καθώς το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον θα δείχνει όλο και πιο έντονα τα δόντια του, οι ρίζες όμως θα είναι για πάντα εκεί, στα πρώτα χρόνια, σ' ένα περιβάλλον που θα έπρεπε ή καλό θα ήταν να αποπνέει κάποια ασφάλεια και συναισθηματική θέρμη, μια φωλιά πριν το πέταγμα μακριά. Το πρόβλημα με αρκετές αφηγήσεις όπως αυτή, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι για τη σημασία ή τη λογοτεχνική τους αξία, είναι πως εγκλωβίζονται στην ιδιωτεία, δεν καταφέρνουν να εντάξουν τον ευρύτερο χωροχρόνο, δεν καθίστανται οικουμενικής αξίας αφηγήσεις. Αυτό στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει.

Αυτό ίσως συμβαίνει ακριβώς επειδή ο συγγραφέας είναι άντρας, θέλω να πω, χωρίς παρεξήγηση, πως το φύλο του καθιστά ευδιάκριτη την απόσταση, την απουσία προσωπικού βιώματος, ακόμα και αν η Μπερενίς υπήρξε στον περίγυρό του, η επιλογή της ως πρωτοπρόσωπης αφηγήτριας αποτελεί εκ των προτέρων ένα όχημα, το μέσο για να αφηγηθεί μέσω εκείνης ο Ντισάρμ αυτή την ιστορία, καταφέρνοντας κάτι μεγάλο, όπως το να σχηματοποιήσει την αφήγηση αυτή χωρίς να της στερήσει τον προσωπικό χαρακτήρα, να αναφερθεί στη μικρή και τη μεγάλη ιστορία, στη ζωή της Μπερενίς αλλά και της εποχής συνολικά ως ένα καθοριστικό σκηνικό. Και είναι αυτή η πυρετώδης προσωπική έντονη και στακάτη πρωτοπρόσωπη αφήγηση που τον διευκολύνει να αποφύγει τον όποιο διδακτισμό ή την όποια στράτευση, τον όποιο διαχωρισμό του κόσμου στα δύο, χωρίς ενδιάμεσες αποχρώσεις, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει στο μυθιστόρημα να σταθεί αλώβητο στον χρόνο, δυστυχώς θα πρόσθετα, όχι ως μομφή σε εκείνον αλλά στο μονοπάτι που διασχίζει η ανθρωπότητα, που το καθιστά σύγχρονο. Συγγραφική επιτυχία, κοινωνική αποτυχία.

Με το βάρος του συγγενούς προνομίου μου —βλέπε άντρας του δυτικού κόσμου— αναρωτιέμαι, μόλις τώρα και ενώ γράφω αυτές τις γραμμές, αν είναι προβληματικό πως ένας άντρας συγγραφέας επιλέγει να υποδυθεί αφηγηματικά μια γυναικεία φωνή, να μιλήσει εκείνος εξ ονόματος αυτής, αν έχει, με λίγα λόγια, το δικαίωμα για κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω. Ειλικρινά δεν ξέρω. Εκείνο, ίσως το μόνο, που ξέρω είναι πως αυτό το βιβλίο παρότι με ζόρισε μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ. Και ίσως, δεδομένου πάντοτε του προνομίου μου, αυτό να είναι από μόνο του σημαντικό τελικά.

υγ. Για τα βιβλία της Δημητρακάκη περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε πατώντας εδώ.

Μετάφραση Μαρία Σπανού
Εκδόσεις των Συναδέλφων

Δευτέρα 8 Μαΐου 2023

Anima - Wajdi Mouawad

Είχαν τόσες φορές παραστήσει ότι πεθαίνουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου που, όταν τη βρήκε καταματωμένη στη μέση του σαλονιού, έσκασε στα γέλια, πιστεύοντας ότι είχε μπροστά του κάποια σκηνοθεσία, ένα εντυπωσιακό τέχνασμα, για να τον ξαφνιάσει για τα καλά τούτη τη φορά, να τον βάλει κάτω, να τον αφήσει με το στόμα ανοιχτό, να τον κάνει να χάσει τα μυαλά του, να τον έχει.

Και όμως δεν ήταν καμιά σκηνοθεσία, κανένα τέχνασμα, δεν ήταν κάποιο ερωτικό παιχνίδι ενάντια στη ρουτίνα της καθημερινότητας, αλλά ένα αποτρόπαιο έγκλημα, στυγερό, η οριστική διάρρηξη της ρουτίνας τους, η μόνιμη απουσία εκείνης, το πέρασμά της στη χώρα των νεκρών, κάτω από το χώμα. Ο Γουάχς έμεινε με το στόμα ανοιχτό, έχασε το μυαλό του, ένιωσε να διασπάται σε εκατοντάδες χιλιάδες σωματίδια, τίποτα άλλο δεν μπορούσε να σκεφτεί παρά μόνο την ανεύρεση του δολοφόνου της γυναίκας του και όσο οι αρχές δήλωναν αδυναμία να συλλάβουν τον δράστη, παρά τη γρήγορη ταυτοποίηση, εκείνος ολοένα και τρελαινόταν, ολοένα και φλέρταρε με την ιδέα της εκδίκησης, να πάρει τον νόμο στα χέρια του, να τον εντοπίσει ο ίδιος, να τον σύρει στο γραφείο της εισαγγελίας. Η αναζήτηση θα τον οδηγήσει σ' ένα λαβύρινθο, από πόλη σε πόλη, περάσματα από οικισμούς αυτόχθονων πληθυσμών, θα έρθει σε επαφή με το οργανωμένο έγκλημα, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό, θα κληθεί να απαντήσει στο ερώτημα ποιος πραγματικά είναι.

Η υπόθεση του βιβλίου τού Μουαουάντ παραπέμπει σε κάτι γνώριμο, μια ιστορία εκδίκησης, μια σκοτεινή ιστορία μ' ένα στυγερό έγκλημα στον πυρήνα του. Και θα ήταν απλώς κάτι τέτοιο αν ο συγγραφέας δεν επέλεγε να δώσει τον ρόλο του αφηγητή όχι σε κάποιον παντογνώστη ή στον ίδιο τον Γουάχς αλλά σε εκπροσώπους του ζωικού βασιλείου, που λειτουργούν ως αυτόπτες μάρτυρες σε κάθε βήμα της πλοκής, σε μια ιδιότυπη σκυταλοδρομία διαδοχής. Η επιλογή και η χρήση του συγκεκριμένου ευρήματος αρχικά εντυπωσιάζει, έτσι όπως είναι σχετικά πρωτότυπη και έξω από το βασίλειο του αναμενόμενου. Σύντομα ωστόσο δημιουργεί ερωτήματα στον αναγνώστη, όχι τόσο ως προς τη λειτουργία της, η οποία είναι ικανοποιητική, αλλά σχετικά με τη δικαιολόγησή της, με το αν δηλαδή υπάρχει κάποια εξήγηση πειστική πέρα από τον εντυπωσιασμό και την επιδίωξη πρωτοτυπίας.

Ο Μουαουάντ δεν βιάζεται να φανερώσει τα χαρτιά του, επιμένει στην επιλογή του σχεδόν μέχρι το τέλος όταν και οι απαντήσεις στα ερωτήματα θα δοθούν και μάλιστα με τρόπο οργανικά ενταγμένο στην πλοκή. Έτσι, καταρρίπτονται διάφορες ενστάσεις και μικροεπιλογές που η αφήγηση των ζώων γεννά κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Πέρα από τις τελικές απαντήσεις, η συγκεκριμένη αφηγηματική επιλογή πετυχαίνει την αποστασιοποίηση από μια σκληρή ιστορία όπως αυτή, καθώς κάθε αφηγητής έχει μόνο μια μικρή γνώση της περιπλάνησης του Γουάχς, όντας μάρτυρας ενός μόνο επεισοδίου της πλοκής, ενώ αδυνατεί να γνωρίζει τις ενδόμυχες σκέψεις αλλά και τα συναισθήματα του Γουαχς, ο οποίος κρίνεται μόνο από τις πράξεις και τα λόγια του στους άλλους. 

Ένα πέπλο σκεπάζει την ιστορία, ένα πέπλο που απορροφά μέρος των κραδασμών και των θορύβων, ο αναγνώστης βρίσκεται σε περαιτέρω απόσταση από τα επεισόδια που συνθέτουν την πλοκή και αυτό με τη σειρά του καθιστά πρωτότυπη μια ιστορία, στα βασικά της συστατικά, γνώριμη. Η διεύρυνση της απόστασης που χωρίζει τον αναγνώστη από την ιστορία αλλά και τον ίδιο τον πρωταγωνιστή, η διαρκής υπενθύμιση πως άλλο δεν είναι παρά παρατηρητής εκ του μακρόθεν, λειτουργεί αντιστικτικά, καθώς μεγεθύνει παράδοξα την ηχώ και εντείνει το σκοτεινό συστατικό, προσθέτοντας ίσως και μια αληθοφάνεια που στηρίζεται στην απουσία συναισθήματος του εκάστοτε αφηγητή, έτσι όπως η αφήγηση φλερτάρει με το μη μυθοπλαστικό, επιτρέποντας στην υποψία πως όλα αυτά είναι γεγονότα πραγματικά να εισβάλλει και να καταλάβει χώρο, με αποτέλεσμα ο τρόμος να καθίσταται ολοένα και πιο απειλητικός.

Στο anima συναντά κανείς διάφορα λογοτεχνικά είδη, το μυστήριο, το νουάρ, την περιπλάνηση, το μεταποικιοκρατικό, το οικολογικό αλλά και το ιστορικοπολιτικό. Ο Μουαουάντ με μαεστρία και όραμα χτίζει την αφήγησή του, διακλαδώνοντας στην αναζήτηση του φονιά και την προσωπική ιστορία του Γουάχς την αναζήτηση της ίδιας του της ταυτότητας που οι αρχές της βρίσκονται στον Λίβανο, εκεί όπου εν μέσω σφαγής ο ίδιος, μικρό παιδί, έτυχε να γλιτώσει και να βρεθεί υιοθετημένος εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Και αυτή η αναζήτηση ταυτότητας ιδωμένη παράλληλα με το βιογραφικό του συγγραφέα, εντείνει περαιτέρω τη σύνδεση με το πραγματικό, δικαιολογώντας την απόφαση αφηγηματικής αποστασιοποίησης. Ο συγγραφέας αρνείται έναν συμβατικό τρόπο αφήγησης και επιλέγει ένα πιο δύσκολο και απαιτητικό μονοπάτι, μονοπάτι το οποίο όχι μόνο δεν στερεί από το μυθιστόρημα την αναγνωστική απόλαυση, αλλά την εντείνει. Οι θεατρικές του καταβολές είναι ορατές, αλλά ενταγμένες με τρόπο λογοτεχνικό, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα στα διαλογικά μέρη και δη σε εκείνα του Γουαχς με το μεγάλο κεφάλι της οργάνωσης, εκεί όπου εμφανίζεται η οριακή σκέψη της βίαιης απελευθέρωσης, της χαράς που η απώλεια δύναται να γεννήσει, εμφανίζεται ως μια προοπτική που το πένθος αργεί να φανερώσει, τη δυνατότητα για μια νέα αρχή.

Παρά τα διθυραμβικά λόγια που κατά καιρούς διάβαζα για το βιβλίο αυτό, δεν αποφάσιζα την ανάγνωσή του, ίσως γιατί με φόβιζαν οι προσδοκίες, ίσως γιατί το αφηγηματικό αυτό εύρημα ιδωμένο ανεξάρτητα της ανάγνωσης δεν διαθέτει την αναγκαία πειστικότητα. Έπρεπε, όπως και να 'χει, να εμφανιστεί μια μέρα η Α. και να μου το κάνει δώρο και μάλιστα με αφιέρωση: μόλις διάβασα τις πρώτες είκοσι σελίδες αυτού του βιβλίου, ήθελα να στο πάρω.

Μετάφραση Νίκος Κούρκουλος
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

Kuessipan - Naomi Fontaine

Στη γλώσσα των Ιννού, kuessipan θα πει είναι η σειρά σου. Η Ναομί Φονταίν γεννήθηκε στο Uashat, προστατευόμενη οικιστική περιοχή των Ιννού στον Καναδά, το 1987. Αυτό είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Το Kuessipan ανήκει στη λογοτεχνία των Πρώτων Εθνών. Η ιδιαίτερη καταγωγή του βιβλίου αποτέλεσε ταυτόχρονα πόλο έλξης και προβληματισμού, γέννησε την περιέργεια αλλά ταυτόχρονα καλλιέργησε και τον σκεπτικισμό. Να εξηγήσω: ο λογοτεχνικός εξωτισμός δεν είναι ιδιαίτερα του γούστου μου, γεγονός που με κρατάει μακριά από ένα αρκετά μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής, στερώντας μου, πέραν πάσης αμφιβολίας, την επαφή με σημαντικά βιβλία. Το τίμημα της προκατάληψης είναι πάντοτε υψηλό· η ασφάλεια δεν προστατεύει μόνο. Ωστόσο, εδώ, δεν ήταν αρκετό για να με κρατήσει ολότελα σε απόσταση, η περιέργειά μου ενεργοποιήθηκε, ίσως το ένστικτο του αναγνώστη να απαίτησε τον χώρο του για να ακουστεί. Έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου και διάβασα τις πρώτες γραμμές:

Επινόησα ζωές. Ο άνδρας με το ταμπούρλο δεν μου μίλησε ποτέ για τον εαυτό του. Ύφανα την ιστορία παρατηρώντας τα ταλαιπωρημένα χέρια του και την κυρτή του πλάτη. Μουρμούριζε σε μια γλώσσα παλιά, μακρινή. Ισχυρίστηκα πως γνώριζα τα πάντα γι' αυτόν. Τον άνδρα που επινόησα, τον αγαπούσα. Και τις ζωές, τις άλλες, τις έκανα όμορφες. Ήθελα να δω την ομορφιά, ήθελα να τη φτιάξω. Να αναμορφώσω τα πράγματα —δεν θέλω να τα ονομάσω— για να κρατήσω μόνο το κάρβουνο που καίει ακόμα στην καρδιά των πρώτων κατοίκων. Η περηφάνια είναι ένα σύμβολο, ο πόνος είναι το τίμημα που δεν θέλω να πληρώσω. Κι όμως επινόησα. Δημιούργησα έναν κόσμο ψεύτικο. Έναν καινούργιο καταυλισμό, όπου τα παιδιά παίζουν έξω, οι μάνες γεννούν παιδιά για να τ' αγαπήσουν και κρατάμε ζωντανή τη γλώσσα. Θα προτιμούσα τα πράγματα να λέγονταν πιο εύκολα, να τα διηγούμουν, να τα κατέγραφα, χωρίς να ελπίζω σε τίποτα, παρά μόνο στην κατανόηση. Αλλά ποιος θέλει να διαβάζει λέξεις όπως ναρκωτικά, αιμομιξία, αλκοόλ, μοναξιά, αυτοκτονία, πέτσινες επιταγές, βιασμός; Πονάω κι ακόμα δεν έχω πει τίποτα. Δεν μίλησα για κανέναν. Δεν τολμάω.

Ένιωσα έλξη, την άκρατη επιθυμία να συνεχίσω παρακάτω. Το εναρκτήριο απόσπασμα έμοιαζε με μια δήλωση συγγραφικών προθέσεων. Η αγωνία της αφηγηματικής φωνής αναδυόταν ανεπιτήδευτη, καμία διάθεση για πώληση εξωτισμού δεν διαφαινόταν στον ορίζοντα. Ο κοφτός, ποιητικός λόγος της Φονταίν υποστήριζε το αίτημα της αφηγήτριας, «ήθελα να δω την ομορφιά, ήθελα να τη φτιάξω», χωρίς να επιτρέπει ωστόσο στην ωραιοποίηση να εισβάλλει. Η ειλικρίνεια της πρόθεσης, η παραδοχή της αφηγηματικής κατασκευής, η ικανοποίηση της ανάγκης, όλα αυτά ήταν εξ αρχής παρόντα, δοσμένα με έναν ιδιαίτερα θελκτικό λογοτεχνικό τρόπο. Το Kuessipan θα μπορούσε να είναι μια πολυσέλιδη σάγκα, η συγγραφέας επέλεξε ωστόσο κάτι πιο αφαιρετικό, ένα ιδιότυπο κολάζ από στιγμιότυπα, επιλογή άκρως λειτουργική τόσο σε επίπεδο κατασκευής όσο και απόλαυσης. Η θραυσματική αφήγηση, χωρισμένη σε μικρά κεφάλαια, πολλά εκ των οποίων με έκταση μικρότερη της μιας σελίδας, υπηρετεί τις συγγραφικές προθέσεις. Το βιβλίο, από τις πρώτες γραμμές, στήνεται πάνω σε ζεύγη αντιθετικά. Το ατομικό και το συλλογικό, το πραγματικό και το μυθοπλαστικό, το ρεαλιστικό και το ευκτικό, το χτες και το σήμερα, μεταξύ άλλων. Τα ζεύγη αυτά ωστόσο δεν συγκρούονται αλλά αλληλοσυμπληρώνονται.

Μιλώντας για αντιθετικά ζεύγη, αξίζει να σταθεί κανείς στη γλώσσα. Η αφηγήτρια, αναγκαστικά, καταφεύγει στα γαλλικά για να αφηγηθεί την ιστορία αυτή, η γλώσσα των Ιννού είναι μια γλώσσα προφορική άλλωστε. Αυτή η επιλογή αποτελεί μια αντίφαση στα θεμέλια του βιβλίου, μια αντίφαση που ωστόσο λειτουργεί και δεν υπονομεύει. Η γλώσσα είναι καθοριστική στην πρόσληψη και την αποτύπωση του συναισθήματος, του μέσα και του έξω κόσμου, του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς τα πράγματα, που επικοινωνεί και ονειρεύεται. Ο μηχανισμός λειτουργίας της γλώσσας αποτελεί ένα πολιτισμικό στοιχείο στο οποίο αναγράφεται μεγάλο μέρος των κοινωνικοπολιτικών ιδιαιτεροτήτων. Η εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας από τους Ιννού είναι η βασικότερη επιδίωξη της καναδικής κυβέρνησης, η περιβόητη ενσωμάτωση, μια έννοια έμπλεη αντιφάσεων, όπως καθετί που κατασκευάζεται με όρους μονόδρομου, ή προσαρμόζεσαι ή χάνεσαι. Μια γέφυρα που ταυτόχρονα απομακρύνει και συνδέει. Η ίδια η συγγραφέας διδάσκει γαλλικά στην προστατευόμενη οικιστική περιοχή όπου γεννήθηκε και ζει. Αυτές οι προστατευόμενες οικιστικές περιοχές, η σταθερή βάση ενός λαού νομαδικού, διέπονται επίσης από αντιφάσεις, χώρος προστασίας και ταυτόχρονης ασφυξίας. Υψηλά ποσοστά αυτοκτονιών και χρήσης αλκοόλ και ναρκωτικών, αλλά και καθημερινοί αγώνες διεκδικήσεων για τη γη και την ελευθερία.

Επανέρχομαι στην αγωνία που η αφηγηματική φωνή διαθέτει και που πάνω της στήνεται ολόκληρη η κατασκευή, που πυροδοτεί αβίαστα το συναίσθημα και δικαιολογεί μια σειρά από συγγραφικές αποφάσεις και επιλογές. Μια κρυψώνα του προσωπικού που ωστόσο βρίσκει τις χαραμάδες για να αναδυθεί στην επιφάνεια, χωρίς να φωνάζει και να ωρύεται για να τραβήξει την προσοχή, χωρίς να μιλάει εξ ονόματος όλων των Ιννού, χωρίς να ισχυρίζεται πως κατέχει την απόλυτη αλήθεια, αλλά απλώς νιώθει την ανάγκη να αναμορφώσει τα πράγματα, να κρατήσει μόνο το κάρβουνο που ακόμα καίει στην καρδιά των πρώτων κατοίκων, στην καρδιά της αφηγήτριας. Η Φονταίν, χωρίς να παρασυρθεί ή να επενδύσει υπερβολικά στον εξωτισμό και το στυλιζάρισμα, στήνει μια γοητευτική και ισχυρής έλξης αφήγηση. Το Kuessipan παρά το μικρό του μέγεθος και τον αφαιρετικό του χαρακτήρα καταφέρνει να αφήσει αποτύπωμα που, συνήθως, σφιχτοδεμένες πολυσέλιδες αφηγήσεις πετυχαίνουν, και αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να δείξει την αξία του βιβλίου αυτού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις νεοσύστατες εκδόσεις Πλήθος, σε μετάφραση Πατρίσιας Μπόνου.

υγ. Ο αφηγηματικός τρόπος της Φονταίν μου θύμισε εκείνον της Οφίλ στο Καιρός (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Στερέωμα), βιβλίο για το οποίο περισσότερα θα βρείτε εδώ.

Μετάφραση Πατρίσια Μπόνου
Εκδόσεις Πλήθος

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

Η Λεωφόρος - Trevanian





Βράδυ στη Λεωφόρο και τα μαγαζιά κλείνουν. Οι προθήκες των εμπορευμάτων έχουν μαζευτεί από τα πεζοδρόμια· τα ρολά κατεβαίνουν με θόρυβο μπροστά από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Ένα-δυο φώτα μένουν αναμμένα για ν' αποτρέψουν τις ληστείες· και οι άδειες ταμειακές μηχανές αφήνονται μισάνοιχτες έτσι ώστε οι κλέφτες να μην τις σπάσουν χωρίς λόγο.
Τα μπαρ παραμένουν ανοιχτά, το ίδιο και τα καφέ· και τα κωνικά ηχεία πάνω από τις στενές πίστες βρέχουν ρινίσματα μουσικής στα πεζοδρόμια, που είναι μπουκωμένα από ανθρώπους, με τους λαιμούς χωμένους στους γιακάδες και τους ώμους σφιγμένους για να προφυλαχθούν από την τσουχτερή παγωνιά.

Ο Trevanian -ένα από τα πολλά φιλολογικά ψευδώνυμα του Rodney William Whitaker- με ένα κινηματογραφικό τράβελινγκ καλωσορίζει τον αναγνώστη στην καρδιά του Μόντρεαλ, στη Λεωφόρο, λέξη που αναφέρεται σ' έναν δρόμο και ταυτόχρονα σε μια ολόκληρη περιοχή. Κανείς δεν χρησιμοποιεί το όνομα Μπουλβάρ Σαιν Λωράν. Η Λεωφόρος, που κάποτε αποτελούσε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο γαλλικό και το αγγλικό Μόντρεαλ, είναι ένας δρόμος εξαθλιωμένος, με μικρά μαγαζιά και χαμηλά ακόμα ενοίκια, που εξακολουθεί να αποτελεί την πρώτη στάση των μεταναστών, ένας προθάλαμος ένταξης. 

Ένα νουάρ μυθιστόρημα δύναται, πιστεύω, να αποτελέσει ιδανικό όχημα γνωριμίας του αναγνώστη με τόπους μακρινούς, να λειτουργήσει ως ο σκοτεινός και ρεαλιστικός αντίποδας των λαμπερών και πολλά υποσχόμενων, αλλά μάλλον άψυχων, ταξιδιωτικών οδηγών. Το Μόντρεαλ, λοιπόν, η Μοντρεάλη όπως συνήθιζε να αποκαλεί στην αλληλογραφία του την πόλη του Κεμπέκ ο σπουδαίος Καχτίτσης, πόλη ελάχιστα γνωστή λογοτεχνικά, αποτελεί το σκηνικό στο οποίο ο Trevanian τοποθετεί την ιστορία του. Και ενώ αρχικά η επιλογή του Μόντρεαλ προκαλεί κάποια έκπληξη, στα πλήκτρα της γραφομηχανής του συγγραφέα αναδεικνύεται ιδανική. Η αθωότητά της σε σχέση με τη Νέα Υόρκη για παράδειγμα, με τους ρυθμούς και τις σχέσεις ανάμεσα στους κατοίκους της να ταιριάζουν περισσότερο σε κωμόπολη, ενώ βρισκόμαστε στη χρονική στιγμή κατά την οποία η πόλη γνωρίζει την ανάπτυξη, με όλα τα παρελκόμενα, η στιγμή που για άλλους διαμορφώνει χαρακτήρα ενώ για άλλους τον απολύει, η κυρίαρχη μάχη ανάμεσα στην αγγλική και τη γαλλική ταυτότητα, και η ταυτόχρονη παρουσία πλήθους μεταναστών τόσο από το εσωτερικό της χώρας όσο και από χώρες μακρινές. 

Και για να σταθεί ένα νουάρ μυθιστόρημα απαιτείται να υπάρχει ένας -ας τον χαρακτηρίσουμε αρχικά- ενδιαφέρων ντέτεκτιβ, ένας υπαστυνόμος στην προκειμένη περίπτωση, όπως ο Κλωντ Λαπουάντ. Ο Λαπουάντ, που αρνήθηκε να προαχθεί σε αστυνόμο, εδώ και τριάντα χρόνια περιπολεί στη Λεωφόρο, που τη θεωρεί επικράτειά του, νιώθοντας υπεύθυνος για τη διατήρηση της τάξης, υπαστυνόμος μιας άλλης εποχής, που δεν θέλησε να ακολουθήσει τον εκμοντερνισμό των αστυνομικών μεθόδων, σε μια απόπειρα του σώματος να δημιουργήσει έναν πολιτικά ορθότερο χαρακτήρα, με δύσκολο παρελθόν, που τα βράδια, όταν δεν παίζει χαρτιά με τους φίλους του, διαβάζει βιβλία του Ζολά, ένας εν γένει δύσκολος άνθρωπος, με τον οποίο είναι αδύνατο να ταυτιστεί ο αναγνώστης. Άλλωστε ένα σχήμα που θα περιελάμβανε έναν ωραιοποιημένο καλό τιμωρό του εγκλήματος δεν θα λειτουργούσε λογοτεχνικά, αλλά θα παρέπεμπε μάλλον σε κάποιο φυλλάδιο της αστυνομίας, και αυτό είναι κάτι που κάθε καλός συγγραφέας γνωρίζει καλά.

Γύρω από τον Λαπουάντ, ο Trevanian, προσθέτει ένα πλήθος δευτερευόντων χαρακτήρων, απαραίτητων για την πλοκή, της οποίας κεντρικό σημείο αποτελεί η δολοφονία ενός νεαρού Ιταλού μετανάστη, το μαχαιρωμένο πτώμα του οποίου θα βρεθεί σε έναν παρακείμενο σκοτεινό παράδρομο της Λεωφόρου. Η εξιχνίαση του εγκλήματος αποτελεί απλώς την αφορμή, το εύρημα που θα προσδώσει στην ιστορία το απαραίτητο σασπένς και τις κορυφώσεις που χρειάζεται, όμως παράλληλα, τόσο σύγχρονα όσο και αναληπτικά, η ιστορία θα περιβληθεί με δεκάδες επιμέρους επεισόδια, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον Trevanian να μιλήσει για το Μόντρεαλ και τους ανθρώπους του, για το χωνευτήρι πολιτισμών και την αναζήτηση ταυτότητας, το καλό και το κακό, το παλαιό και το μοντέρνο, την ηθική -με τη σχετικότητα και τον υποκειμενισμό της-, για την ανάγκη για αγάπη και για το παρελθόν που αναγκαστικά, όσο και αν δεν το θέλουμε, όσο και αν μας βαραίνει, το κουβαλάμε διαρκώς.

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Πόλις    

  

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Κρίσιμη καμπή - Nancy Huston





Με τον καιρό έχω καταφέρει να μαζέψω από βιβλιοπωλεία και παζάρια το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων της Νάνσυ Χιούστον που κυκλοφορούν στα ελληνικά· μου λείπουν βέβαια ακόμα ένα ή δύο -δεν είμαι σίγουρος- αλλά δεν χάνω την πίστη μου, όσο συνεχίζω να κάνω βόλτες σε παλαιοβιβλιοπωλεία ανά την επικράτεια. Όλο έλεγα να διαβάσω ακόμα κάποιο βιβλίο της και όλο κάποιο άλλο βιβλίο κάποιου άλλου συγγραφέα εμφανιζόταν μπροστά μου, και με ξεμυάλιζε με όσα υποσχόταν· τώρα -δηλαδή τότε, όταν άνοιξα την πρώτη σελίδα- ήταν η στιγμή.
Το κορμί αυτό βγήκε από μέσα της.
"Κορίτσι", λένε τα άτομα που τα χέρια τους χειρίζονται τώρα επιδέξια, εκεί κάτω, τα μικροσκοπικά όλο γωνίες μέλη και τις γυαλιστερές γλοιώδεις μάζες των γλουτών και του τριχωτού κεφαλιού, έπειτα βουτάνε στο βάθος της χαίνουσας αβύσσου που είναι το κορμί της Λιν για να βγάλουν από μέσα το παλλόμενο μαυροκόκκινο κομμάτι ζωντανής σάρκας που δεν ανήκει σε κανέναν, ούτε σε εκείνη ούτε στο παιδί, κι έπειτα αρχίζουν να τη ράβουν ξανά. 
Η Λιν, επαγγελματίας χορεύτρια, παντρεμένη με δύο παιδιά πια, νιώθει πως δεν μπορεί να αφιερωθεί στο πάθος της, πρέπει να διαλέξει.

Αυτή είναι η υπόθεση, η κρίσιμη καμπή στη ζωή μιας γυναίκας, και περισσότερα δεν είναι απαραίτητο να ειπωθούν. Μία συγγραφέας, όπως η Χιούστον, δεν έχει ανάγκη από σύνθετες υποθέσεις και ευφάνταστα ευρήματα, η ζωή γύρω της της είναι αρκετή. Μία γυναίκα που πρέπει να διαλέξει, μία γυναίκα σύγχρονη, με ένα πάθος παρόν, που δεν μπορεί και δεν θέλει να σκέφτεται συμβατικά. Η Χιούστον δεν επιθυμεί να πάρει θέση, ούτε δίνει φωνή στο περιβάλλον της οικογένειας έτσι ώστε να δώσει τη δυνατότητα στον αναγνώστη -που το αναζητά- να ταυτιστεί, ούτε επιχειρεί να δικαιολογήσει την απόλυτα προσωπική -με τις συνέπειές της- απόφαση της Λιν. Ένα θέμα ταμπού, ακόμα και για εκείνους που δεν το παραδέχονται.

Εκείνο που με εντυπωσιάζει, ανάμεσα σε άλλα, στη γραφή τής Χιούστον είναι το πώς καταφέρνει να συνδυάζει την εγκεφαλική με τη συναισθηματική γραφή, τον στακάτο με τον ποιητικό λόγο, σε ένα αποτέλεσμα απολαυστικό και ιδιαίτερο, τέτοιο που μπορεί να λειτουργήσει τόσο ανεξάρτητα όσο και υποστηρικτικά στην ιστορία που διηγείται. Αφήνει συνειδητά μία απόσταση ανάμεσα σε εκείνη και τους ήρωές της, δεν θέλει να τους χαϊδέψει, ούτε να τους επικρίνει, θέλει να τους παρακολουθήσει σε ένα περιβάλλον ήσυχο, χωρίς αχρείαστες φωνές και υστερίες, σίγουρα κάτι άγνωστο για το δικό μας μεσογειακό ταμπεραμέντο, ήσυχο αλλά όχι χωρίς συναισθήματα όπως ο θυμός, η απογοήτευση και η αγάπη.

Η Χιούστον μοιάζει να γνωρίζει καλά την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, της συνύπαρξης, των αποφάσεων που κάποτε έμοιαζαν σωστές και τελικά αποδείχτηκαν αποφάσεις άλλων, των αποφάσεων που επισύρουν τιμωρίες. Δεν υπάρχουν συνταγές, πόσο μάλλον συμβουλές, ενώ το πλήκτρο της επανεκκίνησης της ζωής δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως η Χιούστον ανοίγει μία χαραμάδα στον αναγνώστη, για να παρατηρήσει τις ζωές της τετραμελούς οικογένειας, να αναμετρηθεί με τη ροπή για συμβουλές, στον ρόλο κάποιου που λέει τραγούδια έξω από τον χορό, να τον φέρει στη δύσκολη θέση, στην πλέον δύσκολη θέση της ανεκτικότητας προς τον τρίτο.

Ένα ακόμα υπέροχο μυθιστόρημα, δείγμα καλής γυναικείας λογοτεχνίας, από τη γεννημένη στον Καναδά Νάνσυ Χιούστον.

Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

Ιγκουάνα - Denis Thériault





Εμφανίζονται από την ανατολή, οι γλάροι, και συγκεντρώνονται σε φασαριόζικες μάζες πάνω στην κορυφή κάθε στέγης για να κλάψουν γοερά εν χορώ. Καλούν, απαντάνε, εξάπτονται οι μεν από τους δε, βγάζουν κάτι στριγκλιές σαν μάγισσες το Σάββατο, κι έτσι όπως το δωμάτιό μου βρίσκεται ψηλά, στη σοφίτα, τους ακούω καθώς περπατάνε. Θα νόμιζε κανείς ότι ένα τάγμα νάνων κάνει μανούβρες πάνω στο κεφάλι μου.
Ο νεαρός αφηγητής, μαθητής του δημοτικού, μένει πια με τους παππούδες του σε ένα παραθαλάσσιο χωριό, έχοντας αφήσει πίσω του την πόλη. Οι γονείς του, λάτρεις της ταχύτητας και του χιονιού, είχαν ένα ατύχημα, όταν το μηχανοκίνητο έλκηθρο στο οποίο επέβαιναν συγκρούστηκε με τρένο. Ο πατέρας του διαμελίστηκε. Η μητέρα του έμεινε φυτό, και βρίσκεται στο νοσοκομείο. Τα βράδια ο μικρός δεν μπορεί να κοιμηθεί, ο εφιάλτης του πεντηκοστού τέταρτου χιλιομέτρου παραμονεύει. Επισκέπτεται καθημερινά τη μητέρα του στο νοσοκομείο, τη χαϊδεύει, της μιλάει, τη ζεσταίνει. Στο καινούριο σχολικό περιβάλλον τα πράγματα είναι δύσκολα, η μοναδική ελεύθερη θέση, στο βάθος της αίθουσας, είναι δίπλα σε ένα παράξενο και κλειστό παιδί, τον Λουκ Μπεζό, μόνιμο θύμα κοροϊδίας και κακοποίησης από τους δυνατούς και κακούς συμμαθητές του. Ο Λουκ Μπεζό μένει με τον πατέρα του, ο οποίος τον κακοποιεί συχνά.

Ο γαλλόφωνος Καναδός συγγραφέας Ντενί Τεριώ γράφει ένα μυθιστόρημα στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται μια παιδική φιλία δυνατή και απόλυτη, όπως κάθε παιδική φιλία. Το βιβλίο έχει ημερολογιακή μορφή, γεγονός που επιτρέπει την ανάδυση των βαθύτερων σκέψεων και συναισθημάτων του αφηγητή, τη χρονική εξέλιξη της ιστορίας με την παράλληλη ηλικιακή ωρίμανση του αφηγητή, τη μαγική διάσταση -που τόσο αγαπά ο συγγραφέας, όπως φάνηκε και στην Παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου- να τρυπώνει δίχως να ξενίζει. Μυθιστόρημα γλυκόπικρο, από το οποίο πότε αναβλύζει το γέλιο και πότε το δάκρυ, δυνατό και ειλικρινές, με καλοσχηματισμένους και αληθοφανείς χαρακτήρες, κύριους και δευτερεύοντες, με ευφάνταστες και λειτουργικές παρομοιώσεις, χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, με έντονο το υδάτινο στοιχείο και το φυσικό περιβάλλον σε πρώτο πλάνο.

Αφηγηματική απλότητα, προσεγμένη γλώσσα δίχως επιτηδεύσεις, κινηματογραφική αίσθηση και στενή συγγένεια με τη γαλλική λογοτεχνία σε ένα τίμιων προθέσεων μυθιστόρημα που καταφέρνει να εμπλέξει συναισθηματικά τον αναγνώστη δίχως εξαναγκασμούς και ακρότητες.

Μετάφραση Ειρήνη Παπακυριακού
Εκδόσεις Χαραμάδα

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Η καρδιά πεθαίνει τελευταία - Margaret Atwood




Στρίμωγμα να κοιμάσαι σε αμάξι. Έτσι κι αλλιώς, κανένα Honda από τρίτο χέρι δεν είναι παλάτι. Αν ήταν βαν, θα είχαν περισσότερο χώρο, αλλά σιγά να μην μπορούσαν να πάρουν βαν, ακόμα και παλιά, τότε που νόμιζαν πως είχαν λεφτά. Ο Σταν λέει ότι είναι τυχεροί που έχουν έστω και το Honda, κι έχει δίκιο, η τύχη τους όμως δεν κάνει το αυτοκίνητο μεγαλύτερο.
Η Σαρμέιν πιστεύει ότι ο Σταν θα έπρεπε να κοιμάται στο πίσω κάθισμα, επειδή χρειάζεται περισσότερο χώρο -αυτό θα ήταν το δίκαιο, αφού είναι πιο μεγαλόσωμος-, αλλά αναγκαστικά κοιμάται στο μπροστινό για να μπορεί να βάλει μπρος και να φύγουν γρήγορα σε περίπτωση ανάγκης.

Σε μια παλιότερη -και ευτυχέστερη- εποχή, η Σερμέιν και ο Σταν γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν, έχοντας πάρει την απόφαση να ζήσουν μαζί το υπόλοιπο της ζωής τους. Τότε όλα φαίνονταν δυνατά, η αγάπη τους έραινε την καθημερινότητα με μαγεία. Όνειρα, σχέδια και έρωτας, τι άλλο να ζητήσει κανείς; Ένιωθαν τόσο τυχεροί που είχαν ο ένας τον άλλον. Είχαν και οι δύο δουλειά, αποφάσισαν να αγοράσουν σπίτι, ίσως σύντομα να χρειάζονταν επιπλέον δωμάτια. Τότε όλα άρχισαν να καταρρέουν, αργόσυρτα αλλά εκκωφαντικά. Η κρίση έφτασε στην πολιτεία, έχασαν τις δουλειές τους και η υποθήκη έμενε ανικανοποίητη· ένα βράδυ φόρτωσαν το αμάξι και έφυγαν, πριν το χάσουν και αυτό. Τουλάχιστον είχαν το Honda, μια λαμαρίνα πάνω από το κεφάλι τους, μια πόρτα, έστω, αν και όχι ασφαλείας, να κοιμούνται πίσω της. Δεν κάνουν έρωτα πια, εκτός και αν θεωρήσει έρωτα κανείς την άβολη και βιαστική συνεύρεση στο πίσω κάθισμα του Honda, γεμάτη άγχος. Εκείνη βρήκε δουλειά σε ένα μπαρ, με τα λίγα χρήματα που κέρδιζε αγόραζαν φαγητό, βενζίνη, πλένονταν και έπλεναν τα ρούχα τους. Ο Σταν συνέχιζε να ψάχνει για δουλειά.

Ώσπου μια μέρα ένα διαφημιστικό στην τηλεόραση του μπαρ τράβηξε την προσοχή της Σερμέιν. Έπεισε τον Σταν να δοκιμάσουν, τουλάχιστον αυτό, να δοκιμάσουν. Το Σχέδιο Ποζιτρόνιο υποσχόταν πολλά, ανάμεσα στα οποία: ασφάλεια, τροφή και στέγη. Έτσι μετακομίζουν στην πόλη της Χρονοκράτησης, έχοντας υπογράψει συμβόλαιο εγκλεισμού, εκεί όπου τον έναν μήνα ζουν σε ένα μεγάλο και άνετο σπίτι ενώ τον επόμενο τον περνούν ως έγκλειστοι στις φυλακές.

Κάπου εκεί ξεκινάει η κυρίως υπόθεση του τελευταίου μυθιστορήματος της Άτγουντ. Μια παράλληλη δυστοπία στην ήδη διαμορφωμένη δυστοπία της Αμερικής της κρίσης, των εξώσεων, των ανθρώπων που αναζητούν τροφή στα σκουπίδια, γι' αυτό και τρομακτικά ρεαλιστική, καθώς δεν χρειάζεται να μεταφέρει τον αναγνώστη στο απώτερο μέλλον για να στήσει το δυστοπικό της σκηνικό, χρειάζεται απλώς μια πόλη φυλακή λίγο πιο κάτω στον χάρτη. Αργά και σταθερά κατασκευάζει η Άτγουντ αυτή την παράλληλη πραγματικότητα, ολοένα και πιο σύνθετη, πιο χαοτική, πιο τρομακτική, με την ικανότητα της έμπειρης συγγραφέως να οδηγεί την ιστορία με ακρίβεια στο σημείο της κορύφωσης και της τελικής εξόδου, υπενθυμίζοντας διαρκώς τον σχηματικό/παραβολικό χαρακτήρα της ιστορίας του Σταν και της Σερμέιν, χωρίς να παραλείπει στοιχεία απαραίτητα για το είδος, όπως το σασπένς και οι ανατροπές, δηλώνοντας την πίστη της πως οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ή θα έπρεπε να είναι στο επίκεντρο.

Μπορεί να μην πρόκειται για την καλύτερη στιγμή αυτής της σπουδαίας συγγραφέως, όμως -και ας μην είμαστε πια τόσο αυστηροί με τους συγγραφείς που αγαπάμε- το Η καρδιά πεθαίνει τελευταία είναι ένα δυνατό μυθιστόρημα, ένα ιδιαίτερο κράμα ρεαλισμού και επιστημονικής φαντασίας.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Έφη Τσιρώνη
Εκδόσεις Ψυχογιός
  

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Σταθμός Έντεκα - Emily St.John Mandel





Ο θάνατος του ηθοποιού Άρθουρ Λιάντερ πάνω στη σκηνή κατά τη διάρκεια της παράστασης του Βασιλιά Ληρ θα ήταν μια συγκλονιστική είδηση που θα απασχολούσε τα μέσα για αρκετές μέρες· η κηδεία, τα αφιερώματα στη ζωή και το έργο του, τα κληρονομικά, οι πρώην σύζυγοι και οι ερωμένες θα παρέλαυναν απ' τις οθόνες και τις στήλες των εφημερίδων. Όμως όχι, τίποτα από αυτά δεν έγινε. 

Είναι το τέλος του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε αλλά -δεν ξέρω αν- νιώθω εντάξει. Αν τα ρεφρέν από τα τραγούδια μάς επισκέπτονται κάπως ανεξήγητα, τη στιγμή που η πομπή των αυτοκινήτων μένει στάσιμη, ή που το καυτό νερό πέφτει στο γυμνό κορμί, αφήνοντας μια αίσθηση έκπληξης καθώς αναζητούμε την ελάχιστη χαραμάδα από την οποία εισέβαλε εκείνη η μελωδία, συχνά παράταιρη και μιας άλλης, περασμένης εποχής, υπάρχουν και εκείνες οι στιγμές, που τίποτα δεν μπορεί να αποδώσει καλύτερα το παρόν από ένα ρεφρέν, από ένα απλό ρεφρέν: είναι το τέλος του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε αλλά -δεν ξέρω αν- νιώθω εντάξει. Αυτό το ρεφρέν έρχεται αυτόματα στα χείλη του ήρωα, ή καλύτερα του επιζήσαντος Τζίβαν Σόντρι, το ρεφρέν και η τροποποίησή του, πώς γίνεται να νιώθει κανείς εντάξει;, και δυστυχώς δεν βρίσκεται σε φάση ύπνου REM, είναι ξύπνιος εν μέσω ενός εφιάλτη.

Και ο εφιάλτης έχει όνομα: Γρίπη της Γεωργίας. Μέσα σε ελάχιστες μέρες ένα τεράστιο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού αποβιώνει. Και η γη μοιάζει πια με ένα εγκαταλελειμμένο θέατρο, χωρίς φώτα και θέρμανση, χωρίς ηθοποιούς και θεατές, χωρίς τεχνικούς και φροντιστές, με το βεστιάριο γεμάτο ρούχα και το κυλικείο με αρκετές προμήθειες λόγω της πρεμιέρας του Βασιλιά Ληρ, με τον εξοπλισμό και τα σκηνικά να καταρρέουν σιγά σιγά, όσα δηλαδή έχουν γλιτώσει από τις επιδρομές των πλιατσικολόγων, που όμως ας μην τους κατηγορούμε ελαφρά τη καρδία, αφού αναγκάστηκαν να αναμετρηθούν με τις ηθικές τους αξίες για να επιβιώσουν, ή για να έχουν έστω κάποια ελπίδα να επιβιώσουν. 
Τι χάθηκε μετά την κατάρρευση: σχεδόν τα πάντα, σχεδόν όλοι, αλλά υπάρχει ακόμα τόση ομορφιά. Η δύση του ηλίου στον αλλαγμένο κόσμο, μια παράσταση του Ονείρου καλοκαιρινής νύχτας σε ένα πάρκινγκ σε μια πόλη με το μυστηριώδες όνομα Σεντ Ντέμπορα μπάι δε Γουότερ, η Λίμνη Μίσιγκαν που αστράφτει ένα χιλιόμετρο μακριά.
Και ένας όμως άνθρωπος να επιζήσει, μαζί του θα επιζήσει και η μνήμη του παλιού κόσμου, εκείνοι που χάθηκαν, τα αεροπλάνα που πετούσαν, το διαδίκτυο που είχε απαντήσεις για όλα και τώρα έχει απλώς εξαφανιστεί. Η μνήμη όλων εκείνων των καθημερινών πραγμάτων που ήταν δεδομένα και που τώρα απλώς δεν υπάρχουν. Το ένστικτο της επιβίωσης θα ξυπνήσει το ένστικτο της αγέλης στους ανθρώπους, την ανάγκη να σχηματίσουν ομάδες, να επιμερίσουν τις εργασίες, να εξασφαλίσουν την ασφάλεια τους. Κάποιοι θα περιπλανηθούν για καιρό μόνοι τους, ανάμεσα σε χαλάσματα και επικίνδυνα περάσματα, μια περιπλάνηση ενστικτώδης, καθώς κανείς δεν γνωρίζει πού είναι καλύτερα.

Τη Μάντελ δεν την ενδιαφέρει μόνο να στήσει τον μετα-αποκαλυπτικό κόσμο, την ενδιαφέρουν οι συνδέσεις με τον τωρινό, η ανάδειξη των προσωπικών ιστοριών, τα νήματα -ορατά και μη- που διασταυρώνονται, ένας ήπιος και ψιθυριστός στοχασμός πάνω στα πράγματα που σήμερα μοιάζουν τόσο σημαντικά και δεδομένα. Και μπορεί η κατασκευή και παρουσίαση του νέου κόσμου να μην είναι το αποκλειστικό της ενδιαφέρον, όμως αυτό δεν σημαίνει πως δεν τα καταφέρνει υπέροχα, έχοντας μπολιάσει στο προσωπικό της ταλέντο και σημαντικές αναφορές όπως ο Δρόμος του Κόρμακ ΜακΚάρθυ για παράδειγμα.

Εκείνο που πάντα με εντυπωσιάζει, και είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο θεωρώ το μυθιστόρημα την ύψιστη μορφή της γραπτής έκφρασης, είναι η σύλληψη και η εκτέλεση ενός οράματος. Και εδώ η συγγραφέας, γεννημένη στη Βρετανική Κολομβία του Καναδά, έχει ένα όραμα, και το έχει τόσο καθαρό στο μυαλό της, που μπορεί με άνεση να σπάει τον αφηγηματικό χρόνο κατά το δοκούν, να κινείται στον χώρο με τεράστια ελευθερία, χωρίς να μπερδεύει και να αποσυντονίζει τον αναγνώστη, να αφήνει μικρές και -φαινομενικά- ασήμαντες λεπτομέρειες εδώ και εκεί, σχεδόν αόρατους γάντζους από τους οποίους στην εξέλιξη της αφήγησης θα περάσει ακόμα ένα δοκάρι για να στηρίξει ένα μέρος της συνολικής κατασκευής. Ο περιπλανώμενος θίασος που επιμένει να παίζει μόνο έργα του Σέξπιρ, τα δύο εγκυβωτισμένα κόμιξ -το ένα με τίτλο Σταθμός Έντεκα και την εμφανή επιρροή της Ούρσουλα Λε Γκεν- και το Μουσείο των Πραγμάτων του Παλιού Κόσμου, αποτελούν κοσμήματα-ευρήματα στο σύμπαν της Μάντελ.

Ο Σταθμός Έντεκα είναι μια στέρεη και λαμπερή κατασκευή, ένα υπέροχο μυθιστόρημα.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ίκαρος


  

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Αναλωμένοι - David Cronenberg





Είχαν προηγηθεί τα διηγήματα του Εμίρ Κουστουρίτσα. Για το μυαλό μου, που έτσι λειτουργεί, η επιλογή του επόμενου βιβλίου ήταν προφανής: Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, Αναλωμένοι. Εκτός του ότι με γοητεύει ανέκαθεν η πολυπραγμοσύνη κάποιων δημιουργών, που δεν διστάζουν να πειραματιστούν και να δοκιμάσουν τα όριά τους και σε άλλες μορφές έκφρασης, ήταν και αυτό το νήμα που ένιωσα να συνδέει τα δύο βιβλία. Ακούω την πιθανή ένσταση επί της πολυπραγμοσύνης: ένας σεναριογράφος, που γράφει ένα βιβλίο, δεν απομακρύνεται πολύ απ' όσα ξέρει να κάνει. Την ακούω, αλλά την απορρίπτω. Τα εκφραστικά μέσα είναι συγγενή μόνο εξ αποστάσεως, στην πράξη ουσιαστικά διαφέρουν ολοκληρωτικά. Και εκεί βρίσκεται το στοίχημα και ο πειραματισμός, στην χωρίς εικόνα υποστήριξη του λόγου.
Η Ναόμι είχε απορροφηθεί από την οθόνη. Ή, για την ακρίβεια, από το διαμέρισμα που φαινόταν στο παράθυρο του QuickTime της οθόνης· το μικρό, ασυγύριστο, σοφιστικέ διαμέρισμα της Σελεστίν και του Αριστίντ Αροστεγκί. Βρισκόταν εκεί, απέναντί τους, ενώ εκείνοι κάθονταν δίπλα δίπλα σε έναν παλιό καναπέ -πιθανώς με κοτλέ ύφασμα σε κόκκινο Βουργουνδίας. Μιλούσαν σε έναν αθέατο δημοσιογράφο.
Από τις πρώτες κιόλας γραμμές του μυθιστορήματος, ο Κρόνενμπεργκ εισάγει τα τρία από τα τέσσερα βασικά πρόσωπα της πλοκής, εντάσσει ως δυναμικό και αναπόσπαστο μέρος της πλοκής την αναφορά στη νέα τεχνολογία, την παρατήρηση και την καταγραφή. Η ιστορία ξεκινά: Η Ναόμι και ο Νέιθαν είναι ζευγάρι, ένα σύγχρονο ζευγάρι δύο επιτυχημένων δημοσιογράφων, οι οποίοι κινούνται με άνεση σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, όπου υπάρχει κάποιο καυτό θέμα, υπακούοντας σε μια ισχυρή εσωτερική φωνή φιλοδοξίας, ακολουθούν τις εξελίξεις στην τεχνολογία κατά πόδας, δίνουν ραντεβού σε ξενοδοχεία ανάλογα με τις διασταυρώσεις των πτήσεών τους και τις κενές μέρες του ημερολογίου τους. Εκείνη ασχολείται με τη δολοφονία της διάσημης φιλοσόφου Σελεστίν Αροστεγκί, η οποία όχι απλώς δολοφονήθηκε και κατακρεουργήθηκε, αλλά σχεδόν φαγώθηκε από τον δράστη. Βασικός ύποπτος ο επί χρόνια σύζυγός της, επίσης φιλόσοφος, Αριστίντ. Η Ναόμι κάνει ενδελεχή έρευνα και αναζητά τον σύνδεσμο που θα την οδηγήσει στο κρυφύγετό του. Εκείνος ασχολείται με την περίπτωση ενός Ούγγρου γιατρού, ο οποίος ισχυρίζεται πως μπορεί βομβαρδίζοντας με μικροσωματίδια τον καρκίνο να τον εξολοθρεύσει από κάθε σώμα· επιστήμονας ή απατεώνας; Οι δύο ιστορίες θα διασταυρωθούν καθώς το ζευγάρι θα βυθίζεται όλο και πιο ολοκληρωτικά -και χωρίς επιστροφή- στην έρευνά του.

Η φιλμογραφία του Καναδού σκηνοθέτη με διχάζει. Από τη μία, οι ταινίες του που μου εντυπώθηκαν βαθιά: Το τέλος της βίας, Κοσμόπολις, Crash· από την άλλη, ταινίες, όπως το Existenz για παράδειγμα, που με κούρασαν. Και πέρα και πάνω απ' όλα το Spider, μια κατηγορία από μόνο του. Γούστα είναι αυτά.

Και αναφερόμενος στο Κοσμόπολις, την κινηματογραφική μεταφορά δηλαδή της νουβέλας του Ντον Ντελίλο, αναγνωρίζουμε μια βασική επιρροή, μια εκλεκτική συγγένεια που διαποτίζει τις σελίδες του πρωτόλειου μυθιστορήματος του Κρόνενμπεργκ, χωρίς να πρέπει να παραλειφθεί ακόμα ένα, διχαστικό, όνομα, εκείνο του Μπρετ Ίστον Έλλις. Η αποστασιοποίηση στην αφήγηση, σχεδόν παγωμένη όπως το λευκό φως των χειρουργείων ή το φωτογραφικό φλας, και η αναφορά ξεπερασμένων θεμάτων ταμπού ως δεδομένων: η σεξουαλική πράξη, η ομοφαγία, τα μεταδιδόμενα νοσήματα, η υπέρμετρη φιλοδοξία, η συναισθηματική στεγνότητα, ο φόνος· είναι δύο από τα κυρίαρχα στοιχεία του λογοτεχνικού σύμπαντος που στήνει ο συγγραφέας, στοιχεία που συναντά κανείς και στη φιλμογραφία του. Πίσω όμως από αυτά βρίσκεται μια υπαρξιακή αγωνία, μια σύγχρονη υπαρξιακή αγωνία, καθορισμένη από την εξέλιξη του τρόπου ζωής, την τεχνολογική πρόοδο, την οριστική επικράτηση των κοινωνικών δικτύων, του μετακαπιταλιστικού περιβάλλοντος. Ο Καμύ θα έβρισκε μάλλον ενδιαφέρουσα αυτή την οπτική γωνία παρατήρησης και καταγραφής.

Και όμως, παρά τα όσα ενδιαφέροντα και εγκεφαλικά παράγωγα της ανάγνωσης, το τελικό συναίσθημα πάσχει από συναίσθημα, η αποστασιοποίηση, που μοιάζει ένα ζητούμενο για τον συγγραφέα, είναι όντως παρούσα, προκαλώντας έναν εκνευρισμό, στον οποίο ίσως και να στόχευε. Υπάρχουν, βλέπετε, βιβλία -και όχι μόνο- τα οποία ενοχλώντας μας μας καθορίζουν και μας αναγκάζουν να κοιτάξουμε διαφορετικά τον περιββάλοντα κόσμο. Και να που δεν ξέρω πώς τελειώνει αυτή η ανάγνωση, στη μία πρόταση τα θετικά, στην επόμενη οι ενστάσεις, και άντε πάλι από την αρχή, ίσως ο χρόνος να δείξει καθαρότερα, αδιάφορο δεν ήταν, ή ίσως να ήταν, και αυτό να είναι το πλέον δυναμικό στοιχείο του. Σας μπέρδεψα ε;


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Γιώργος Μπέτσος
Εκδόσεις Τόπος  

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Πανόραμα Σίτυ - Antoine Wilson




Κ: Δεν πρόκειται να πεθάνεις.
Ο: Δεν ξέρεις ποτέ. Γράφω αυτές τις κασέτες για τον Χουάν-Τζορτζ, σε περίπτωση που τελικά πεθάνω. Ποτέ δεν ξέρεις, Κάρμεν, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου συμβεί από τη στιγμή που μπαίνεις στο νοσοκομείο.
Από το κρεβάτι του νοσοκομείου, εκεί όπου βρέθηκε μετά το ατύχημα που είχε με το ποδήλατό του, ο Όπεν Πόρτερ, τυλιγμένος με γύψο, αποφασίζει να διηγηθεί τη ζωή του στον αγέννητο ακόμα γιο του, καθώς φοβάται πως άμεσα θα πεθάνει. Ξενυχτά με το κασετοφωνάκι ανά χείρας, ενώ η Κάρμεν, η έγκυος γυναίκα του, κοιμάται στην καρέκλα δίπλα του. Ο Πόρτερ διαθέτει ένα αθώο μυαλό και μια συγκινητική αφέλεια, ο πατέρας του του έλεγε πάντα πως δεν είναι έξυπνος, εκείνου όμως απλώς του άρεσε να πηγαίνει καθημερινά με το ποδήλατό του μέχρι την πόλη, αναζητώντας κάποια ευκαιριακή δουλειά. Σχεδόν όλοι στην πόλη τον αποκαλούσαν δήμαρχο. Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Πόρτερ έκανε πράξη την επιθυμία του και τον έθαψε στον κήπο του σπιτιού δίπλα στα αγαπημένα του σκυλιά, πράξη η οποία προκάλεσε αναστάτωση στην τοπική κοινωνία, με το άψυχο σώμα να γνωρίζει μια δεύτερη ταφή στο νεκροταφείο αυτή τη φορά.

Ο Πόρτερ ερμηνεύει τον κόσμο κυριολεκτικά, δεν αντιλαμβάνεται τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, τα σχήματα λόγου και τις κοινωνικές συμβάσεις. Ο πατέρας του ήθελε να ταφεί στον κήπο του σπιτιού του, και εκείνος έκανε πράξη την επιθυμία του. Αργότερα, στο Πανόραμα Σίτυ, για να υπογράψει σύμβαση εργασίας σε ένα φαστφουντάδικο υποχρεώνεται να παρακολουθήσει ένα βίντεο σχετικό με τη φιλοσοφία και τους στόχους της εταιρείας, όταν όμως θα επιχειρήσει να εφαρμόσει στην πράξη όσα έμαθε, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον προϊστάμενό του, τι νομίζεις ότι κάνεις, θα τον ρωτήσει, εφαρμόζω όσα είδα στο βίντεο, θα απαντήσει ο Πόρτερ, αυτά να τα ξεχάσεις, το βίντεο το είδες γιατί έπρεπε να το δεις πριν να υπογράψεις, του εξηγεί ο προϊστάμενος.

Στο Πανόραμα Σίτυ βρέθηκε ύστερα από πρόσκληση-απαίτηση της θείας του, αδερφής του πατέρα του, η οποία ένιωσε την υποχρέωση να προστατέψει τον ορφανό ανιψιό της. Αποφασισμένη να τον βάλει στον ίσιο δρόμο, του βρίσκει δουλειά στο φαστφουντάδικο, του πληρώνει συνεδρίες με ψυχίατρο, τον υποχρεώνει να πηγαίνει στην Αδελφότητα του Φάρου. Η γνωριμία του Πόρτερ με τον Πόλ, ενός εφευρέτη που βρίσκεται στο κυνήγι της πατέντας, θα του αλλάξει τη ζωή και  τον τρόπο σκέψης. Αυτά και πολλά περισσότερα καταψύχει ο Πόρτερ για τον γιο του. 

Η επιλογή αφηγητή από τον συγγραφέα είναι απόφαση εξίσου σημαντική με τη μορφή της αφήγησης που επιλέγει ως βάση για το μυθιστόρημά του, καθώς ένας εξυπνάκιας αφηγητής θα εξόργιζε τον αναγνώστη με τα σχόλια του και τη στάση του απέναντι στα πράγματα, μετατρέποντας το σύνολο της αφήγησης σε κάτι ψεύτικο, κάτι δήθεν. Αντίθετα, η επιλογή του Πόρτερ προσδίδει μια γλυκύτητα στην αφήγηση, ένα διαρκές χαμόγελο και μια αβίαστη συγκίνηση, απόρροια των περιπετειών του αθώου Πόρτερ στον μεγάλο και περίπλοκο κόσμο, τον οποίο μόνο μερικώς αντιλαμβάνεται εκείνος. Η απεύθυνσή του στον γιο του, δίνει το δικαίωμα στον αφηγητή -και επομένως στον συγγραφέα- να δώσει βαρύτητα στα συμβάντα εκείνα που ο ίδιος κρίνει σημαντικά και αντιπροσωπευτικά.

Μέσα από την αφήγηση του Πόρτερ, ο Γουίλσον βρίσκει την ευκαιρία να αναφερθεί στην αμερικανική πραγματικότητα, κυρίως της επαρχίας, εκεί που η πατρίδα στην τρομακτική τριαδικότητα, έχει αντικατασταθεί από την επιχείρηση -όσο διάγουμε καιρούς ειρήνης. Θρησκεία και οικογένεια διατηρούν ακόμα τη δυναμική τους. Σε όλα αυτά τα γρανάζια μέσα στα οποία στριμώχνεται ο Πόρτερ στο Πανόραμα Σίτυ προστίθεται και ο ψυχίατρος με την αποστολή να τον βοηθήσει να κλείσει την πληγή της πατρικής απώλειας. Όμως ο Πόρτερ, με τον απλό τρόπο σκέψης του, διαθέτει μια έμφυτη και πανίσχυρη ροπή προς την ελευθερία.

Ένα γλυκό και τρυφερό βιβλίο. Ο Πόρτερ είναι ένας αξέχαστος χαρακτήρας.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Αργυρώ Μαντόγλου
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια


 

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Η παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου - Denis Thériault




Την τελευταία πενταετία, ο Μπιλοντό ακολουθούσε το ίδιο ταχυδρομικό δρομολόγιο στη Σαν-Ζανβιέ-ντε- Αμ, μια λαϊκή συνοικία στην καρδιά της οποίας ήρθε άλλωστε και ο ίδιος να μείνει για να είναι κοντά στη δουλειά του. Όλα αυτά τα χρόνια τίμιου μόχθου έλειψε μόνο μία εργάσιμη μέρα, για να παραβρεθεί στην κηδεία των γονιών του που χάθηκαν σε δυστύχημα με τελεφερίκ στο Κεμπέκ. Θα τον έλεγες αφοσιωμένο υπάλληλο.

Κάθε πρωί στο ταχυδρομείο ο Μπιλοντό παραλαμβάνει την αλληλογραφία του τομέα ευθύνης του και την ταξινομεί σύμφωνα με το σταθερό δρομολόγιο διανομής. Στην ψηφιακή εποχή της άμεσης και εύκολης επικοινωνίας ελάχιστα είναι τα προσωπικά γράμματα, που περιέχουν ειδήσεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες, τελευταία ίχνη μιας παρελθούσας εποχής, δυσεύρετα ανάμεσα σε πλήθος λογαριασμών και ειδοποιήσεων· ακόμα μια επικράτηση της γραφειοκρατίας. Εκείνα τα γράμματα είναι που ερεθίζουν την περιέργεια του Μπιλοντό και δοκιμάζουν την ηθική ενός αφοσιωμένου υπαλλήλου. Δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό, ξεδιαλέγει την προσωπική αλληλογραφία, τη βάζει παράμερα και τη μεταφέρει σπίτι του, όπου τα βράδια, ήσυχα και μακριά από ενοχλητικά βλέμματα, κάνοντας χρήση της πανάρχαιας μεθόδου του ατμού, τρυπώνει στις ζωές των γειτόνων του, εκείνων των λίγων, τουλάχιστον, που επιμένουν ακόμα να γράφουν και να κατηφορίζουν μέχρι το ταχυδρομικό κουτί, μια μονομερής παρακολούθηση της επικοινωνίας, που αφορά μόνο την εισερχόμενη αλληλογραφία, μια χαραμάδα αρκετή, όμως, για τον ταχυδρόμο Μπιλοντό, μια ιδιαίτερη μορφή ψυχαγωγίας. Ανάμεσα στις ιστορίες που διαδραματίζονται, μία είναι η πλέον αγαπημένη του· η ανταλλαγή ποιημάτων Χαϊκού ανάμεσα σε έναν γείτονά του, ονόματι Γκρανπρέ, και μια κοπέλα από τη Γουαδελούπη, τη Σεγκολέν. Για την ακρίβεια ο Μπιλοντό είναι ερωτευμένος με τη Σεγκολέν.

Η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία ο Τεριώ χτίζει αυτή την ιστορία αγάπης διαθέτει μια παιδικότητα τέτοια που την κάνει οικεία. Μια ιδέα απλή και ταυτόχρονα πρωτότυπη, κυρίως λόγω της υλοποίησής της, του περάσματός της στο χαρτί· μια κεντρική ιδέα απλή, που όμως χρειάζεται ένα ικανοποιητικό πλήθος ευρημάτων, για να μπορέσει να σταθεί και να λειτουργήσει ως μυθιστόρημα. Ο Τεριώ τα καταφέρνει περίφημα σε αυτόν τον τομέα, γεγονός που φαίνεται καθαρά στην τελική λύση του δράματος, απαραίτητη για την επίγευση της ανάγνωσης. Και τα καταφέρνει δίχως να θυσιάσει την απλότητα, πλατιάζοντας ή καταφεύγοντας σε μια αχρείαστη περιπλοκή της ιστορίας. Ο μοναχικός ταχυδρόμος Μπιλοντό που τα βράδια διαβάζει τα γράμματα των γειτόνων του, παρά την ανήθικη πλευρά της πράξης του προκαλεί τη συμπάθεια του αναγνώστη, που είναι διατεθειμένος να παραβλέψει αυτή την παρασπονδία, όπως και με τους ήρωες ενός παραμυθιού, κατατάσσοντας τον λαθραναγνώστη ταχυδρόμο αμετάκλητα στη μεριά των καλών, επιθυμώντας την δικαίωση του αγώνα του, ταυτιζόμενος σχεδόν εξ αρχής μαζί του. Η παραμυθένια αίσθηση ενισχύεται από την παρουσία των ποιημάτων Χαϊκού και της δεδομένης ανατολίτικης αύρας που αυτά φέρουν, καθώς συνυπάρχουν σε αρμονία με επιρροές της γαλλικής λογοτεχνίας, μετατρέποντας, θαρρείς, τον Καναδά, τόπο συγγραφής του μυθιστορήματος, σε τόπο συνάντησης Ανατολής-Δύσης. Ο διδακτισμός και η ενστάλαξη σοφίας, που συχνά συνοδεύει τη λογοτεχνική παρουσία της Άπω Ανατολής, απουσιάζει πανηγυρικά εδώ, ο Μπελοντό διακρίνεται για την προσήλωσή του στο προσωπικό, κοιτάζει τη δουλειά του, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και τον έρωτά του για τη Σεγκολέν, με διακριτικότητα, δίχως φωνές και υστερίες, γεγονός που ενισχύει τη συμπάθεια του αναγνώστη προς το πρόσωπό του.

Εν ολίγοις, ο Τεριώ καταφέρνει να διηγηθεί μια απλή ιστορία, αλλά όχι με φτηνό τρόπο. Διαθέτει όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά, προεξέχοντος του Μπελοντό, και καταφέρνει να τα συνδυάσει έτσι ώστε να διατηρήσει τις ισορροπίες, να κρατηθεί στον δρόμο και τελικά να παραδώσει ένα όμορφο μυθιστόρημα.

            Σα δίνη νερού
            κόντρα στο βράχο
            ο χρόνος κλείνει κύκλους



Μετάφραση Μαρία Χρηστίδου
Εκδόσεις Χαραμάδα
    

   

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Mommy (2014)



Αναλογίζομαι πώς θα ήταν δυνατό να μιλήσει κάποιος για τον κινηματογράφο του Xavier Dolan, δίχως να αναφερθεί στην ηλικία του, είκοσι έξι, ή στον αριθμό των μεγάλου μήκους ταινιών που έχει σκηνοθετήσει, πέντε. Όχι τόσο από μια λατρεία στο κλισέ, ή απ' την εμμονή που προκαλεί η οσμή νέου αίματος, σε κάθε τομέα του δημόσιου βίου, από την πολιτική μέχρι την τέχνη -πανάκεια θαρρείς από μόνο του-, αλλά για να αποδώσει ένα εύσημο, το οποίο, μάλλον αναγκαστικά, επέρχεται με το πέρασμα των χρόνων, στην ύπαρξη προσωπικού και αναγνωρίσιμου ύφους που διακρίνει τη φιλμογραφία του γεννημένου στο Κεμπέκ δημιουργού.

Ύφος προσωπικό, διακριτό ήδη από το πρώτο καρέ, με το τετράγωνο φορμά να προκαλεί ένα αίσθημα ασφυξίας, καθώς παρατηρούμε την Diane (Anne Dorval), γνωστή ως Die, να κατευθύνεται με το αυτοκίνητό της προς το ίδρυμα, για να παραλάβει τον έφηβο γιο της Steve (Antoine-Olivier Pilon), μετά την οριστική αποβολή του, εξαιτίας της φωτιάς που προκάλεσε στην καφετέρια του ιδρύματος. Ο Steve πάσχει από ΔΕΠΥ, μια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από υπερκινητικότητα, διάσπαση προσοχής, ενώ ενίοτε περιλαμβάνει βίαια ξεσπάσματα. Τρία χρόνια νωρίτερα, ο θάνατος του πατέρα του, επιβάρυνε την ήδη εύθραυστη προσωπικότητα του νεαρού αγοριού, ενώ ταυτόχρονα άφηνε την Die μόνη, να παλεύει με τους λογαριασμούς και τα έξοδα. Η αποβολή του Steve από το ίδρυμα θα δυσκολέψει περαιτέρω την κατάσταση καθώς, και αφού κανένα σχολείο δεν τον δέχεται, η Die είναι αναγκασμένη να βρίσκεται συνέχεια στο πλευρό του, γεγονός που περιορίζει ακόμα περισσότερο την δυνατότητά της να εργαστεί. Όμως, μια γειτόνισσα, η Kyla (Suzanne Clément), καθηγήτρια στο επάγγελμα, ευρισκόμενη σε αναρρωτική άδεια τα τελευταία δύο χρόνια εξαιτίας κάποιας νευρολογικής διαταραχής, φαίνεται πως μπορεί να αποτελέσει μια σανίδα σωτηρίας, καθώς αναλαμβάνει την κατ' οίκον διδασκαλία του Steve.

Επανερχόμενος σε ένα θέμα που δείχνει να τον απασχολεί έντονα, αυτό της σχέσης μητέρας-γιου, πάνω στο οποίο άλλωστε βασίστηκε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, J' ai tué ma mère, ο Dolan επιλέγει να μας διηγηθεί μια ιστορία δυνατή, με ισχυρή δόση ρεαλισμού, έχοντας την τύχη να διαθέτει -ή την ικανότητα να επιλέξει- μια τριάδα εξαιρετικών ηθοποιών, ικανών να ισορροπήσουν ανάμεσα στις εσωτερικές ερμηνείες, απαραίτητες για το θέμα, δίχως όμως να υστερήσουν στις αντίστοιχες εξωστρεφείς και έως ένα βαθμό πομπώδεις, σήμα κατατεθέν των ταινιών του Καναδού σκηνοθέτη. Και επί αυτού σκεφτόμουν, εξερχόμενος της εντυπωσιακά ανακαινισμένης και θερμώς καλοδεχούμενης, κρίνοντας και από το πρόγραμμα προβολών, αίθουσας του κινηματογράφου ΑΣΤΟΡ, πως ο Dolan διηγείται μια ιστορία τόσο ρεαλιστική, η οποία θα μπορούσε να έχει για σκηνοθέτες τα αδέρφια Νταρντέν -μιλώντας για γαλλόφωνο κινηματογράφο- με μια σκηνοθετική προσέγγιση, επικεντρωμένη στους χαρακτήρες και την ιστορία, απλή και ίσως κάπως αυστηρή, δίχως επιπρόσθετα φτιασίδια και χαραμάδες φωτός. Ο Dolan δεν αρνείται κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, ξέροντας πως αποτελούν μια βάση στέρεα, πάνω στην οποία μπορεί να χτίσει το όραμά του, για να μας θυμίσει πως ο κινηματογράφος είναι θέαμα, στην υπηρεσία του οποίου θέτει την εικόνα και τον ήχο, την ενσωμάτωση και την συνύπαρξη αυτών, στοχεύοντας σε ένα αποτέλεσμα πιο ολιστικό, ξεμακραίνοντας από τον μονόδρομο της συναισθηματικής φόρτισης, επιθυμώντας να ικανοποιήσει και το οπτικό νεύρο του θεατή. Μια ταινία δυνατή, συγκινητική δίχως να εκβιάζει, ένα ακόμα στολίδι στη φιλμογραφία του Dolan.


υ.γ Πριν δύο χρόνια έγραφα για το Λόρενς για πάντα.

 
       

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Πάρα πολλή ευτυχία - Alice Munro






Καταραμένη δυσπιστία, με κρατάς μακριά από υπέροχα διηγήματα. Θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της ανάρτησης αυτής, πιο ιντριγκαδόρικος από τον τίτλο του βιβλίου, παγίδα για αύξηση της επισκεψιμότητας. Και είναι τόσο αληθινή η φράση αυτή, δυσπιστία στα όρια της φοβίας και της άρνησης, απέναντι στη μικρή φόρμα, χρόνια τώρα. Για κάθε ένα διήγημα που απόλαυσα νιώθω πως θα μπορούσα να ονομάσω τουλάχιστον τρία που με απογοήτευσαν, μην κοιτάτε που αποφεύγω να αναφέρομαι συχνά σε αναγνώσεις κακές, αρπαχτές και καταφύγια ευκολίας, μια ιδέα από μόνη της δεν αρκεί με αποτέλεσμα τα ράφια των βιβλιοπωλείων να είναι γεμάτα με πραγματικά κακές συλλογές διηγημάτων.

Όμως, κάτι βαθιά μέσα μου δε με αφήνει να παραιτηθώ, όσο και αν γκρινιάζω, πάντα αναζητώ καταφύγιο σε μια συλλογή συνήθως, και όχι σε ένα αυτόνομο διήγημα, από καιρό σε καιρό, μια αίσθηση διαφορετική από εκείνη του μυθιστορήματος, συμπυκνωμένη θαρρείς.

Μετά το τέλος της ανάγνωσης, με θέα το οπισθόφυλλο, καθώς τεντωνόμουν για να ακουμπήσω το βιβλίο της Μονρό στην καρέκλα - σε προσωρινό ρόλο κομοδίνου δίπλα στο κρεβάτι - ένιωθα σα να είχα διαβάσει δέκα μυθιστορήματα, και όχι διηγήματα, τέτοια ήταν η πληρότητα των συναισθημάτων. Διηγήματα μεγάλης φόρμας, δουλεμένα στη λεπτομέρεια, με χαρακτήρες ολοκληρωμένους, πίσω από τα οποία είναι εύκολο να διακρίνει κανείς τη γυναίκα δημιουργό. Το κλείσιμο, αμήχανη στιγμή για αρκετούς δημιουργούς, αποτελεί πλεονέκτημα στις ιστορίες της Μονρό· στακάτο, κοφτερό, πότε λυτρωτικό και πότε προκλητικό, συχνά γεμάτο με την ελπίδα που γεννά μία και μόνη απειροελάχιστη πιθανότητα.  

Πρώτη επαφή με το έργο της, γεννημένης στο Οντάριο το 1931,  Αλίς Μονρό και δηλώνω εντυπωσιασμένος. Αν και πολυγραφότατη και βραβευμένη, στα ελληνικά κυκλοφορούν μόλις δύο συλλογές διηγημάτων της από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Συνηθίζω να μην αναφέρομαι στην υπόθεση των διηγημάτων, είναι τέτοια η έκτασή τους που θεωρώ κάπως άδικο την αποκάλυψη στοιχείων της ιστορίας, και δε σκοπεύω να αλλάξω τακτική.

Η επιρροή της γαλλικής λογοτεχνίας στη γραφή ενός Καναδού συγγραφέα, ακόμα και αν πρόκειται για αγγλόφωνο όπως στην περίπτωσή μας, δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς η γαλλική κουλτούρα αποτελεί κυρίαρχο συστατικό της εκεί πολιτιστικής ταυτότητας. Αυτό όμως που μου έκανε εντύπωση ήταν η ιαπωνική επιρροή σε κάποια σημεία της συλλογής, με το Γουένλοκ Ετζ να αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, κυρίως ως προς τη διαπραγμάτευση της σεξουαλικότητας και τη μυστικιστική ατμόσφαιρα - στοιχεία που αποτελούν ειδικότητα της ιαπωνικής παράδοσης. Άρωμα ανατολής, δάνειο από την επαφή με τη λογοτεχνία του Καβαμπάτα, του Μίσιμα, του Τανιζάκι και τόσων άλλων σπουδαίων συγγραφέων, καταφέρνει να το οικειοποιηθεί γόνιμα και να το εντάξει στη δική της φαρέτρα.

Η σχέση των ηρώων με τη γη, ταίριαξε με την - ίσως αυθαίρετη - προσωπική πεποίθηση για τους έντονους δεσμούς που διατηρούν οι Καναδοί με τη φύση. Σεβασμός για το περιβάλλον, καταφύγιο μακριά από την αστική ένταση, αρμονική συνύπαρξη των μεγαλουπόλεων με τα απέραντα δάση και την άγρια ζωή. Η ασχολία με το ξύλο, πρώτη ύλη για την κατασκευή κατοικίας, το μεράκι και η επιμονή στη λεπτομέρεια, χαρακτηριστικό γήινο και βαθιά ανθρώπινο. Οι ήρωες της Μονρό είναι εγκλωβισμένοι, όμως δεν τα παρατούν, παλεύουν - συχνά απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό - να ισορροπήσουν, να βρεθούν σε αρμονία, διεκδικούν - ίσως και άθελά τους κάποιες στιγμές - το δικαίωμα στην ευτυχία.

Και για το τέλος, ένα απόσπασμα που αποτελεί αυτοσαρκασμό της συγγραφέως αλλά ταυτόχρονα αποτυπώνει την άποψη αρκετών σχετικά με τη μικρή φόρμα, σκέψη της ηρωίδας του διηγήματος Πεζό:

"Το Πώς να ζούμε δεν είναι μυθιστόρημα αλλά μια συλλογή διηγημάτων. Αυτό από μόνο του είναι απογοήτευση. Μοιάζει να μειώνει το κύρος του βιβλίου, κάνοντας τη συγγραφέα να μοιάζει με κάποιον που απλώς περιμένει στην πύλη της Λογοτεχνίας, αντί να εγκαθίσταται με ασφάλεια μέσα σ' αυτήν." 



Μετάφραση Σοφία Σκουλικάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο







Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Το αριστερό χέρι του σκοταδιού - Ursula Le Guin






Ο Άι επισκέπτεται τον πλανήτη Χειμώνα ( Γκέθεν στη γλώσσα των γηγενών) με την ιδιότητα του απεσταλμένου της Οικουμένης. Σκοπός του ταξιδιού του είναι να προετοιμάσει το έδαφος για μια μελλοντική συνεργασία του πλανήτη Γκέθεν με τους υπόλοιπους πλανήτες-μέλη της Οικουμένης και την πιθανή ένταξή του στην υφιστάμενη διαπλανητική συμμαχία. Δήλωσε εθελοντικά συμμετοχή γνωρίζοντας πως οι πιθανότητες επιτυχίας είναι ελάχιστες εξαιτίας της αναμενόμενης καχυποψίας της τοπικής ηγεσίας απέναντι σε κάποιον ξένο, αντιμετώπιση η οποία θα θέσει ακόμα και τη ζωή του σε κίνδυνο. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί πως στον πλανήτη Γκέθεν αγνοούν τα επιτεύγματα της αεροναυπηγικής καθώς δεν υπάρχουν πτηνά που θα πυροδοτούσαν ικάρια όνειρα στους κατοίκους.

Η πραγματικότητα ξεπερνά πάντα τη θεωρία, έτσι και οι γνώσεις του Άι σχετικά με τον πολιτισμό και τις συνήθειες των Γκεθιανών αποδεικνύονται λειψές κατά την άφιξή του εκεί. Η γνώση της γλώσσας αποτελεί το σημαντικότερο εφόδιο ενώ οι γήινες βεβαιότητες θέτουν εμπόδια στην αποστολή του. Όντα αμφίφυλα, οι κάτοικοι του Γκέθεν βιώνουν διαφορετικά τη σεξουαλικότητα και αδυνατούν να κατανοήσουν τη μόνιμη ανδρική φύση του Άι. Πέρα όμως από τις διαφορές, υπάρχουν και αρκετές ομοιότητες με τους υπόλοιπους γνωστούς πλανήτες. Παράδειγμα ομοιότητας αποτελούν οι σχέσεις εξουσίας· συμμαχίες, πισώπλατα χτυπήματα, έριδες, μισαλλοδοξία, εγωισμοί.

Χαρακτηριστικό του πλανήτη, όπως άλλωστε φανερώνει το όνομά του, αποτελεί το ψυχρό κλίμα. Μεγάλες εκτάσεις καλύπτονται από αιώνιους πάγους. Λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών, οι αλλαγές, σε οποιοδήποτε τομέα, είναι μικρές, σχεδόν απαρατήρητες πολλές φορές, γεγονός που εξασφαλίζει την επιβίωση των κατοίκων. Δεν υπάρχει περιθώριο για αποφάσεις γρήγορες και βιαστικές, η φύση κατέχει τον πρώτο λόγο και τα έμβια όντα αναγκαστικά προσαρμόζονται στις δεδομένες συνθήκες. Ο καιρός αποτελεί καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης του κοινωνικού ιστού, καθώς οι αντιξοότητες ωθούν τους κατοίκους στην ανάπτυξη ενστίκτων αλληλεγγύης και πειθαρχίας.

Η Λε Γκεν, ενεργώντας σοφά, παρεμβάλει μύθους από την ιστορία του νέου κόσμου, παραθέτοντας τις ρίζες του πολιτισμού που δημιούργησε. Έτσι, η εικόνα του πλανήτη Γκέθεν γίνεται αρκετά στρογγυλή και αφήνει μια αίσθηση πληρότητας που σε συνδυασμό με τη δεδομένη ικανότητά της στην περιγραφή επιτρέπει στον αναγνώστη να "βρεθεί" εκεί.

Η επιλογή του ονόματος του απεσταλμένου μόνο τυχαία δε μπορεί να θεωρηθεί. Το Άι (Ai στο πρωτότυπο) ηχητικά παραπέμπει άμεσα στο Εγώ ( I ) και στο Μάτι (Eye), ο τρόπος γραφής μας επιτρέπει να το θεωρήσουμε και ως τα αρχικά της Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligence). Όμως Άι θα μπορούσε να είναι και ένα επιφώνημα δυσάρεστου συναισθήματος όπως πόνου για παράδειγμα. Τα τέσσερα αυτά σημεία αποτελούν βασικές θεματικές στο έργο της Λε Γκεν· Το Εγώ, η παρατήρηση, η τεχνολογία και η μη λεκτική συναισθηματική επικοινωνία.      
 
Μελανό σημείο της συγκεκριμένης έκδοσης αποτελεί η ελλιπής επιμέλεια του κειμένου. Απόδειξη του ισχυρισμού αποτελούν οι μονάδες μετρήσεως· οι αποστάσεις πότε αναφέρονται σε μίλια και πότε σε μέτρα, οι θερμοκρασίες είναι συνήθως σε βαθμούς Φαρενάιτ χωρίς να γίνεται καμία μετατροπή σε βαθμούς Κελσίου με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να υποθέτει την ένταση του κρύου ή την πτώση της θερμοκρασίας... Παραλείψεις που βγάζουν μάτι και όχι ασήμαντες λεπτομέρειες.   

Υπέροχη και πολυγραφότατη συγγραφέας, γνωστή κυρίως για το μυθιστόρημα ο Αναρχικός των δύο κόσμων (μεταφορά με φαντασία του αυθεντικού τίτλου, the Dispossessed), η Λε Γκεν αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πένες επιστημονικής/κοινωνικής φαντασίας. 



Μετάφραση Βαγγέλης Κατσάνης
Εκδόσεις Parsec





Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Λορένς για πάντα (2012)






Το 2009, τάραξε τα νερά με την ημι-αυτοβιογραφική ταινία Σκότωσα τη μητέρα μου. Γεννημένος το 1989, έχει ήδη στο ενεργητικό του τρεις μεγάλου μήκους ταινίες, ενώ σύντομα θα ξεκινήσουν τα γυρίσματα της επόμενης. Ο λόγος για το παιδί θαύμα του γαλλόφωνου καναδικού σινεμά, Xavier Dolan. Δημιουργός  με φανατικούς θαυμαστές και πολέμιους.


Ο Λορένς είναι καθηγητής λογοτεχνίας και συγγραφέας, διανύει την τρίτη δεκαετία της ζωής του και συγκατοικεί με την κοπέλα του, Φρεντ. Ο Λορένς ανέκαθεν ένιωθε γυναίκα φυλακισμένη σε αντρικό κορμί, ένα καλά κρυμμένο μυστικό. Η σχέση του με τη Φρεντ θυελλώδης, γεμάτη πάθος. Η αναζήτηση της ηδονής διαρκώς επίκαιρη για ένα ζευγάρι που ωθεί στα άκρα κάθε πτυχή της κοινής του ζωής. Όταν ο Λορένς εξομολογείται στη Φρεντ το μυστικό του, όλα γίνονται πιο δύσκολα. Εκείνος θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες της επιλογής να ζήσει σύμφωνα με τα πραγματικά του θέλω, ενάντια σε προκαταλήψεις και εχθρικά βλέμματα. Εκείνη έρχεται αντιμέτωπη με την ξαφνική κατάρρευση της πραγματικότητας. Μια ερωτική ιστορία ιδωμένη από δύο οπτικές γωνίες.

Στο πλέον φιλόδοξο πρότζεκτ της μικρής του καριέρας, ο Ντολάν τα καταφέρνει υπέροχα. Με ωριμότητα εντυπωσιακή για την ηλικία του αποφεύγει τις κακοτοπιές και παραδίδει ένα φιλμ ιδιαιτέρως προσωπικό που όμως δεν πάσχει από δημιουργική ωραιοπάθεια. Πραγματεύεται με επιτυχία ένα θέμα αρκετά επίφοβο να αποπροσανατολίσει και να οδηγήσει σε μονοπάτια εμμονικά. Ενσωματώνει το κιτς και παραθέτει τη πραγματικότητα με τις κωμικοτραγικές της πλευρές. Αδιαφορεί για την πρόκληση, την κενή και στείρα, καταφύγιο συχνά της ανασφάλειας και της έλλειψης ταλέντου. Απαράμιλλη ικανότητα σοφής διαχείρισης πρωτίστως της ίδιας του της φαντασίας που μοιάζει οργιώδης.  Ο Ντολάν έχει μια ιστορία για να πει, γιατί πάνω και πρώτα απ' όλα το Λορένς για πάντα είναι μια δυνατή ιστορία αγάπης. Τα υπόλοιπα έπονται.


Η τεχνική αρτιότητα αποτελεί σίγουρα σύμμαχο στο όραμα του εκάστοτε σκηνοθέτη και ο, γεννημένος στο Κεμπέκ,  Ντολάν έχει την τύχη να πλαισιώνεται από ιδιαίτερα ταλαντούχους συνεργάτες. Το αποτέλεσμα ορατό από την πρώτη κιόλας σκηνή. Φωτογραφία αψεγάδιαστη που φανερώνει την ποπ διάθεση, εντυπωσιακά κάδρα και φανταστικό ρεπεράζ. Μουσικές επιλογές που σου καρφώνονται στο μυαλό, ντύνουν τις μουσικές σεκάνς που παρεμβάλλονται. Ερμηνείες εύστοχες δίχως υπερβολές. Ο Ντολάν σε ρόλο μαέστρου επιβλέπει και σκηνοθετεί.


Διαφωνώ με την άποψη της αλμοδοβαρικής επιρροής στο έργο του Ντολάν. Προφανώς και θα έχει υπόψιν του τις ταινίες του αλλά έχει καταντήσει λίγο μονότονο όλες οι ταινίες φύλου να θεωρούνται πνευματικά παιδιά του Ισπανού σκηνοθέτη. Κατά την ταπεινή μου άποψη οι βασικές επιρροές του Καναδού δημιουργού βρίσκονται στο γαλλόφωνο κινηματογράφο και ιδιαίτερα στις ταινίες του σπουδαίου Sébastien Lifshitz. 

Φαντάζομαι πως η τρίωρη διάρκεια και το θέμα αποτέλεσαν τον κύριο λόγο της χλιαρής υποδοχής της από το ελληνικό κοινό. Κρίμα, γιατί ήταν μια πραγματικά ιδιαίτερη ταινία.