Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Ο ληστής μαραθωνοδρόμος - Martin Prinz

Πάνε χρόνια, πριν το Πεδίον του Άρεως αναβαθμιστεί και παραδοθεί στο κοινό αλλά και τους επιχειρηματίες, υπήρχε μια περίοδος, χειμώνας ήταν, μάλλον του '17, που, δεν ξέρω γιατί, έπασχε από συσκότιση, η πρόσβαση ήταν εφικτή όλο το εικοσιτετράωρο, φύλακες δεν υπήρχαν, η Μαυροματαίων ήταν μια από τις πλέον σκληρές πιάτσες ναρκωτικών, μια ταμπέλα ευρωπαϊκής χρηματοδότησης πολλών εκατομμυρίων έχασκε στην είσοδο, έμενα παραδίπλα στα Εξάρχεια, συνήθιζα να τρέχω τα βράδια στο πάρκο, συνέχισα να το κάνω και χωρίς ηλεκτρική πηγή φωτός, σε ένα σκηνικό απόκοσμο με χαμηλές θερμοκρασίες, μα καλά, μου έλεγαν, δεν φοβάσαι;, όχι, απαντούσα, άλλωστε όταν φοβόμαστε αρχίζουμε να τρέχουμε μακριά κι εγώ ήδη τρέχω προληπτικά. 

Ήταν πρόσφατη η έξη που το τρέξιμο μου είχε δημιουργήσει, είχα επιτέλους εντοπίσει μια κατά μόνας γυμναστική συνήθεια που φλέρταρε γοητευτικά με τον βιοχημικό μου μηχανισμό, που μου προξενούσε χαρά και ευεξία. Κι όπως σε όλα, έτσι και με το τρέξιμο, ο τρόπος μου να μαθαίνω και να γνωρίζω ποικίλες όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας είναι το διάβασμα, είχα φτιάξει, λοιπόν, μια λίστα με βιβλία σχετικά με το τρέξιμο, την αποτύπωση της εμπειρίας στο χαρτί, από τα οποία, τώρα, ξεχωρίζω δύο, το Τρέχοντας με την αγέλη του φιλοσόφου Μαρκ Ρόουλαντς και το Γιατί πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο του Χαρούκι Μουρακάμι, σε αυτή τη λίστα υπήρχε και η νουβέλα (ή εκτεταμένο διήγημα) Ο ληστής μαραθωνοδρόμος του αυστριακού Μάρτιν Πριντς, τώρα πια δεν θυμάμαι αν το είχα αναζητήσει ή αν απλώς το είχα σημειώσει, όπως και να έχει, το εντόπισα πρόσφατα και το διάβασα τώρα που προσπαθώ να επανέλθω δρομικά στο ενδιάμεσα εξευγενισμένο πάρκο.

Η νουβέλα συνοψίζεται ικανοποιητικά από τον τίτλο. Είναι η ιστορία του ληστή Ρετενμπέργκερ, που στις 12 Νοεμβρίου του 1988 μ' ένα γρήγορο σάλτο απέδρασε από την ανακριτική αίθουσα και άρχισε να τρέχει προς την ελευθερία. Στην περιγραφή της καταδίωξης ενσωματώνονται στιγμιότυπα της ζωής του ως τότε. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να σταθώ περαιτέρω στη σύνοψη της πλοκής, το ολιγοσέλιδο του μεγέθους το επιβάλλει. Θα σημειώσω δυο-τρεις παρατηρήσεις, ωστόσο.

Η πρόζα του Πριντς, στακάτη και λιτή, πετυχαίνει να αποτυπώσει το αίσθημα της φυγής προς την ελευθερία, την καταδίωξη εκείνου που ρεζίλεψε το αστυνομικό σώμα δραπετεύοντας έτσι απλά μέσα από τα χέρια τριών αστυφυλάκων. Πετυχημένη είναι επίσης και η ενσωμάτωση λοιπών στιγμιοτύπων, αναλήψεων από το παρελθόν ή συγχρόνων της καταδίωξης περιστατικών,  όπως καταγγελίες πολιτών, ληστείες, δρομικές συνήθειες, ερωτικές σχέσεις, άρθρα εφημερίδων, μεταξύ άλλων, μια τεχνική συρραφής που κάπως συνειρμικά μου έφερε στον νου τη Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ. Δρομέας και ο ίδιος ο συγγραφέας, φαντάζομαι ωστόσο όχι ληστής, γνωρίζει καλά το περιβόητο runner's high, την κατάσταση ευφορίας, ηρεμίας και μείωσης του πόνου που το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων γεννά στον δρομέα και τον σπρώχνει διαρκώς να ζητά λίγο ακόμα, λίγα παραπάνω μέτρα, λίγο περισσότερο βιοχημικό φτιάξιμο, μια κατάσταση υπερβατική, ένας εν κινήσει διαλογισμός, αυτοί που τρέχουν ξέρουν, και είναι εύστοχος ο παραλληλισμός με την έκσταση αδρεναλίνης που παράγει η ένοπλη ληστεία, η δίψα για επανάληψη, ακόμα και αν ο σάκος είναι κιόλας γεμάτος με λεφτά από την προ ολίγου ληστεία μιας προηγούμενης τράπεζας, πόσο μάλλον η καταδίωξη, όταν το τρέξιμο ξυπνά ένα αρχέγονο ένστικτο φυγής και δραπέτευσης.

Τους τελευταίους μήνες, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, έχω συζητήσει αρκετά για έναν λησμονημένο συγγραφέα, τον Πάτρικ Ζίσκιντ, συγγραφέα του υπερμπεστσέλερ Άρωμα (με την κάκιστη κινηματογραφική μεταφορά) και του ιδιοφυούς θεατρικού μονολόγου Το κοντραμπάσο, που δεν έχει δημοσιεύσει κάτι καινούργιο για σχεδόν είκοσι χρόνια. Ανακαλώ συχνά μια ατάκα του σε ερώτηση δημοσιογράφου, προ κοινωνικών δικτύων και εκτεταμένης χρήσης του διαδικτύου εν γένει, γιατί ζει εν κρυπτώ, να απαντά το απλό: δουλειά του συγγραφέα είναι να παρατηρεί και όχι να τον παρατηρούν. Τον θυμήθηκα ξανά διαβάζοντας τον Ληστή μαραθωνοδρόμο γιατί εκείνο που περισσότερο έχω ως ανάμνηση από τα βιβλία του, βιβλία καλά παρότι εκτεταμένα δημοφιλή και ευπώλητα, είναι η αίσθηση που άφηνε πως γνώριζε πλήρως το θέμα για το οποίο έγραφε, τα αρώματα ή το σκάκι ή το κοντραμπάσο, και αυτό το αίσθημα το ένιωσα και εδώ, όπως και παραπάνω ανέφερα. Τι να συμβαίνει άραγε με τον Ζίσκιντ; Να τον πιέζει ακόμα ο εκδότης του για μια επιστροφή; Να χρησιμοποιεί ένα ψευδώνυμο και να τον διαβάζουμε χωρίς να το ξέρουμε; Να αράζει απλώς και να παρατηρεί ησύχως;

Με χαρά θα δεχόμουν και άλλες προτάσεις δρομικής ανάγνωσης, στη λίστα έχω ακόμα σημειωμένο τη Μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων

υγ. Για το Τρέχοντας με την αγέλη περισσότερα θα βρείτε εδώ, για το Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο εδώ, για το Born to run εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Σοφία Γεωργοπούλου
Εκδόσεις Τόπος

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Μάλινα - Ingeborg Bachmann

Ο χρόνος κυλούσε. Η αναμονή παρατεινόταν. Το βιβλίο έφτασε. Πειθάρχησα. Δεν ήταν εκείνη η στιγμή. Πολλές φορές έχω παρομοιάσει την ανάγνωση με την φυσική άσκηση. Μέχρι να μπουν και τα τελευταία δώρα κάτω από το δέντρο, η ανάγνωση δεν βρίσκει χρόνο. Οι κυκλοφορίες στο τέλος της χρονιάς έρχονται και στοιβάζουν τις αναγνωστικές επιθυμίες, λαχτάρα και ανυπομονησία. Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πως είναι η κατάλληλη στιγμή να διαβάσεις ένα βιβλίο. Ισχύει. Ισχύει επίσης πως ενίοτε ένα βιβλίο έρχεται σε μια δύσκολη/ακατάλληλη περίοδο και τη φέρνει στα μέτρα του. Ένιωθα πως έπρεπε να περιμένω. Να επανέλθω αργά και σταδιακά. Να είμαι έτοιμος για μια αναγνωστική επιστροφή που λαχταρούσα καιρό.

Το 2013. Τότε είχα διαβάσει το μυθιστόρημα της Μπάχμαν, το μοναδικό που εξέδωσε εν ζωή, το Μάλινα, στα ελληνικά, σε μετάφραση Ιάκωβου Κοπερτί, είχε μεταφερθεί ως Ο Ιβάν, ο Μαλίνα κι Εγώ. Είχε προηγηθεί το σοκ με το ανολοκλήρωτο Η περίπτωση Φράντσα, νωρίτερα τα βιβλία του Μαξ Φρις, ακριβώς πριν η Τζέννυ Έρπενμπεκ. Το μου άρεσε/δεν μου άρεσε ως δίπολο συχνά η λογοτεχνία το διαπερνά, το αφήνει πίσω της, άλλα ρήματα πρέπει να αναζητήσει κανείς. Τέτοια η περίπτωση της Μπάχμαν. Ίσως με στοίχειωσε; Ο χρόνος κύλησε. Το βιβλίο μεταφράστηκε ξανά από τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, βρέθηκε στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Πότλατς. Ένιωθα έτοιμος για μια διπλή αναμέτρηση, με το βιβλίο και την επιστροφή μου, δώδεκα χρόνια μετά, σ' αυτό.

Αντί εισαγωγής, φράση πρώτη: Αν είχαμε τον λόγο, θα είχαμε τη γλώσσα, δεν θα χρειαζόμασταν όπλα. Αντί εισαγωγής, φράση τελευταία: Θα σας μαρτυρήσω ένα τρομερό μυστικό: η γλώσσα είναι η τιμωρία. Μπαίνοντας στο μυθιστόρημα, παρουσιάζονται τα πρόσωπα της πλοκής. Ύστερα ορίζεται ο χρόνος, αφού πρώτα το Εγώ της αφήγησης διατυπώσει τη δυσανεξία του για το σήμερα: Όποιος έχει γράψει ποτέ ένα τρομερά ικετευτικό γράμμα, για να το κάνει μετά ωστόσο κομμάτια και να τ' απορρίψει, γνωρίζει ακόμα καλύτερα τι εννοούμε με το «σήμερα» εδώ. Με τον τόπο, τη Βιέννη, τα πράγματα είναι πιο απλά, αποτέλεσμα μιας ήπιας σύμπτωσης καθώς υπήρξε. Όταν ο Ζίγκφριντ, πιθανότατα ο Ζίγκφριντ Ούνζελντ, διευθυντής του γερμανικού εκδοτικού οίκου Suhrkamp, ρωτάει το Εγώ: Τι βιβλίο θα είναι, τι θα είναι δηλαδή το βιβλίο σου; Εκείνο, στην κορυφή του πόλου, απ' την οποία δεν υπάρχει επιστροφή, ουρλιάζει: Ένα βιβλίο για την κόλαση. Ένα βιβλίο για την κόλαση!

Τα παραπάνω κομμάτια δίνουν μια ιδέα, δεν απαντούν ωστόσο: ποιος ήταν ο Μάλινα; Ακόμα πιο πέρα: ήταν ο Μάλινα; Κάποιες φορές, τα ερωτήματα επιφέρουν περαιτέρω ερωτήματα, όχι απαντήσεις, είναι λίγο σαν να απλώνεται μπροστά σου μια θέα που κόβει την ανάσα, ο συσχετισμός είναι παρών, οι απαντήσεις μάλλον όχι, το αίσθημα είναι ιλίγγου ή δέους, μια ανοίκεια οικειότητα, της θέας αυτής, σκέφτεσαι, μέρος είμαι κι εγώ, δεν βοηθά πολύ η σκέψη αυτή, μάλλον επιτείνει το συναίσθημα. Το τερατώδες τι θέλει να πει ο ποιητής, η απόπειρα για μονοσημία, για καλούπι, εδώ αδυνατεί ακόμα και να επιχειρηθεί να εφαρμοστεί, ερωτήματα και επιπλέον ερωτήματα. Κάποιοι διαβάζουν για τις απαντήσεις, κάποιοι για τις ερωτήσεις, κάποιοι για το ταξίδι ανάμεσα σε υψώσεις και καταρρεύσεις.

Ας κάνω πρώτα ένα διαισθητικό σχόλιο γύρω από τη μετάφραση. Συνυπολογίζοντας τα χρόνια που μεσολάβησαν, όσα η εμπειρία και η λήθη επέφεραν, τότε, διαβάζοντας μαγεμένος αυτό το λογοτεχνικό επίτευγμα, ένιωθα πως ανάμεσα σε μένα και ένα ακραία απαιτητικό κείμενο κρεμόταν ένα πέπλο να δυσχεραίνει την επαφή. Αυτή τη φορά, σε αυτή τη μετάφραση αυτό δεν υπήρχε. Στέκομαι σε αυτή την υποκειμενική αίσθηση, γερμανικά δεν ξέρω, μου φαίνεται απλό και φτηνό να κρίνω την προηγούμενη μετάφραση απλά και μόνο εξαιτίας του διαφορετικού τίτλου και του παρατονισμένου ονόματος του Μάλινα.

Η τυχαιότητα είναι μια μομφή που αποδίδεται ελαφρά τη καρδία, θεραπεία για πάσα νόσο, λες και αυτό και μόνο αρκεί για να περικλύσει, για να καθυποτάξει το κρινόμενο. Η συνειρμική γραφή, η ροή της συνείδησης, αναλογιστείτε, πώς έγινε η υποδοχή τους στην αρχή. Προτεταμένα δάκτυλα υποδείκνυαν. Η τυχαιότητα είναι ένας εύκολος και ασφαλής δρόμος κρίσης. Το Μάλινα, όταν κυκλοφόρησε, η κριτική το υποδέχτηκε με δυσπιστία, ας μην πω με δυσφορία. Κάτι που ήταν γυναίκα η συγγραφέας, κάτι που το κείμενο δεν προσέφερε απαντήσεις συγκεκριμένες, κάτι το απαιτητό της διαρκούς εγρήγορσης, κάτι το δυσφορικό της ενοίκησης εντός ενός μυαλού σε έκσταση και πυρετό, ίσως τίποτα απ' όλα αυτά, ίσως όλα μαζί.

Διαισθητικά, όπως εγώ το υποδέχτηκα, με τα δικά μου εργαλεία, τη στιγμή που το υποδέχτηκα, με τη δική μου ικανότητα να αφήνομαι μάλλον μικρή, θα χρησιμοποιούσα τη λέξη παραλήρημα. Τεράστιου εύρους, κυρίως ανεξερεύνητων επικρατειών, επιλογή που επιτείνει το ανένταχτο του εγχειρήματος, την υπέρβαση των θεωρητικών ορισμών ενός λογοτεχνικού λεξικού. Η ανάγνωση συχνά είναι και εμπειρία, όχι πάντα, όχι, σίγουρα όχι πάντα. Από την πλευρά των υποστηρικτών, έρχεται ακόμα ένας περιορισμός, για μένα, για εκείνους τιμητικός τίτλος που επιτείνει την εν γένει σημαντικότητα του βιβλίου, αντιπατριαρχικό ή φεμινιστικό. Ναι, σίγουρα έχει στοιχεία τέτοια, αρκετά ίσως, αλλά είναι στενό και άβολο και αυτό το δωματιάκι.

Στο οπισθόφυλλο υπάρχει το απόσπασμα από μια συνέντευξη: Ήθελα να δείξω ότι η κοινωνία μας είναι τόσο άρρωστη, που αυτή αρρωσταίνει και το άτομο. Πεθαίνει, λένε. Όμως δεν είναι αλήθεια αυτό: ο καθένας από μας σε τελική ανάλυση δολοφονείται.

Κάπου, παράφραση δική μου, λέει το Εγώ κάτι που θα συνοψιζόταν στο τι άλλο να έκανε, άντρας ήταν. Στο περίπου. Το τριγκάρισμα είναι ακαριαίο, διόλου αντιπατριαρχικό δεν είναι αυτό, ένα στεγνό ξέπλυμα, μια φωνή αντίδρασης. Υπάρχουν έργα, τα σπουδαία έργα, που είναι ακατάβλητα θηρία, κάπου κάτι κυνηγάς, κάτι άλλο σε περικυκλώνει, ξεφεύγεις, επιστρέφεις και πάλι από την αρχή, εγκλωβίζεις και εγκλωβίζεσαι. Είναι κλισέ, αλλά αμελείται συχνά, ενίοτε και εμπρόθετα, κάποια έργα δεν υποτάσσονται ποτέ οριστικά στην ανάγνωση, απλώς τοποθετούνται στο απλό μου άρεσε/δεν μου άρεσε και προχωράμε μπροστά. Ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι.

Τα ερωτήματα που ένα τέτοιο βιβλίο γεννά δεν περιορίζονται σε όσα διαδραματίζονται εντός των γραμμών της πλοκής, όσο προσχηματική και αν είναι αυτή η πλοκή, αλλά έρχονται και παίρνουν θέση και στο εσωτερικό, στον μέσα πυρήνα της ανάγνωσης, αρχικά με μια ανάγκη κατανόησης, απαντήσεων, ακολούθως το πώς νιώθω γι' αυτό που διαβάζω να μετατρέπεται σε πώς νιώθω με αυτό που διαβάζω, εν τέλει: πώς νιώθω; Και το Μάλινα, στο οποίο υπάρχουν κάποια ρήγματα στον ορθολογισμό, κάποια σκόρπια κομμάτια και αποστροφές λόγου που σαν να προλόγισαν τα όσα ακολούθως συνέβησαν στη ζωή της Μπάχμαν, μαζί με το υπόλοιπο έργο της, την έντονη προσωπικότητά της και την παρουσία της στα πράγματα, κυρίως αλλά όχι μόνο στα λογοτεχνικά, μετέτρεψαν για πολλούς το πρόσωπο σε λογοτεχνία, είναι και αυτός ένας τρόπος να αναζητήσει κανείς απαντήσεις, λογικές και αντικειμενικές ζαριές σε ασφαλές περιβάλλον παιχνιδιού, παρέα με τις πιο εμετικές: γυναίκα, σαλή και/ή διαταραγμένη.

Ούτε είμαι σίγουρος πως επισημαίνοντας πως η Μπάχμαν υπήρξε εξαίρετη ποιήτρια, και αυτό είναι κάτι πιο συνολικά αποδεκτό, δίνουμε μια κατεύθυνση σύλληψης, εκτέλεσης και πρόσληψης του Μάλινα. Ούτε αυτό είναι αρκετό. Κάπου προς το τέλος, το Εγώ, συνομιλώντας με τον Μάλινα, λέει: Δεν αφηγούμαι, ποτέ δεν θ' αφηγηθώ, είναι κάτι παραπάνω από μια διαταραχή στη μνήμη μου. Κάτι τελευταίο. Συχνά λέγεται για κάποιο έργο τέχνης πως ο δημιουργός επιχείρησε και πέτυχε/δεν πέτυχε να εντάξει την εποχή του ή ακόμα και τη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Τότε, επισημαίνονται αυτά και συντελούν στο πέτυχε/δεν πέτυχε. Η Μπάχμαν πέτυχε, ακόμα και αν δεν είναι πρόδηλο πως επιχείρησε κάτι τέτοιο, μια ανθρωποποίηση, μια οριακή συνθήκη διάπλευσης του ρεύματος.

Η ανάγνωση είναι αυτό που μας μένει και η καθησυχαστική προοπτική πως το βιβλίο θα είναι εκεί, αν το χρειαστούμε ξανά.

υγ. Όσα έγραφα το 2013 για το βιβλίο αυτό, τα βρίσκετε εδώ. Για το Η περίπτωση Φράντσα εδώ. Για το Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκόλντμαν εδώ.
υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Πότλατς 

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Ο τοίχος - Marlen Haushofer

Μια ατάκα της Έρπενμπεκ, η Λ. και η πλατφόρμα μεταχειρισμένων βιβλίων μού επέτρεψαν να διαβάσω αυτό το μυθιστόρημα, της μέχρι πρότινος άγνωστης σε μένα Μάρλεν Χαουσχόφερ, που γεννήθηκε το 1920 στην Αυστρία και πέθανε το 1970, γνωρίζοντας μετά θάνατον κάποια αναγνώριση, τυπική ιστορία γυναίκας συγγραφέα στο πρώτο μισό το εικοστού αιώνα, το θέτω χρονικά για να φανώ κάπως αισιόδοξος πως η συνθήκη έχει πια μεταβληθεί, δεν το πιστεύω, όχι απόλυτα, δυστυχώς. Τα νήματα που διαρκώς απλώνονται, ιδιότυποι αστρολάβοι αναγνωστικής πορείας, αλλά και η τυχαιότητα, παρότι περιαυτολογούμε για τον ορθολογισμό μας, και τα τόσα καλά βιβλία που υπάρχουν εκεί έξω ακόμα, κάποια εξαντλημένα, διάολε.

Ο τοίχος είναι το καλύτερο βιβλίο που έχω διαβάσει, είπε η Έρπενμπεκ, που έχει να κάνει με το κακό στον κόσμο. Η Λ. έψαξε το βιβλίο, πρώτα στα αγγλικά, ύστερα στα ελληνικά, είχε κυκλοφορήσει το 1999 από τον Κέδρο, εκτός κυκλοφορίας πια, ένα αντίτυπο μεταχειρισμένο σε τιμή λογική, παραγγελία άμεση, θα σου το δανείσω είπε η Λ. και τήρησε τον λόγο της, τι καλά!

Η ανώνυμη αφηγήτρια αποφασίζει να αφηγηθεί την ιστορία του εγκλεισμού της, αρκετούς μήνες αφού, φιλοξενούμενη στην εξοχική κατοικία ενός φιλικού ζευγαριού, ξύπνησε ένα πρωί και εκείνοι έλειπαν, δεν ανησύχησε ακριβώς, αλλά παρέα με τον Λουξ, τον σκύλο του ζευγαριού, βγήκε μια βόλτα με σκοπό να φτάσει μέχρι το γειτονικό χωριό και τότε συγκρούστηκε με έναν διάφανο τοίχο που ορθωνόταν περιμετρικά της κατοικίας όπως σοκαρισμένη διαπίστωσε. Αποκλείστηκε, λοιπόν, μόνη ανθρώπινη παρουσία σε μια αρκετά εκτενή έκταση γης, παρέα με λίγα ζώα.

Ο τοίχος αποτελεί το εύρημα που θέτει σε κίνηση το μυθιστόρημα, ένα εύρημα σουρεαλιστικό, κάτι αντίστοιχο δεν συνέβη και στον Άγγελο εξολοθρευτή, όπου οι αριστοκράτες εγκλωβίστηκαν στο σαλόνι;, όμως εδώ η αγωνία κυριαρχεί χωρίς να αραιώνεται με το κωμικό στοιχείο της μπουρζουά σάτιρας. Σε μορφή ημερολογίου, εντός μιας συνθήκης που ο χρόνος σχετικοποιείται πλήρως, με έκδηλη την επιβιωτική αγωνία, κυρίως αυτή και δευτερευόντως την απάντηση στο ερώτημα τι διάολο συνέβη, ελπίζοντας, μέρος της επιβιωτικής αγωνίας και αυτό, πως κάποιος ίσως διαβάσει αυτές τις σελίδες, παρότι δεν το πιστεύει και πολύ, καταφεύγει στη γραφή ως αποκούμπι, ένα μείγμα κατανόησης, επεξεργασίας, ψυχαγωγίας, αποφυγής της τρέλας, αλλά και, εδώ θυμήθηκα το εμβληματικό Γουόλντεν του Θορώ, από άποψη πρακτική, ενσωματώνει στην αφήγηση και διάφορα χρήσιμα στοιχεία, ιδιαιτέρως κομβικά για την επιβίωση, χρόνους και μεθόδους καλλιέργειας, εκτροφής και διαχείρισης των παράγωγών τους, μεταξύ άλλων, αλλά και τον ενδιάμεσο χρόνο, την ανάπαυση μυαλού και σώματος, της αυτοαπασχόλησης κατά κάποιο τρόπο.

Η Χαουσχόφερ επιμένει στη ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινότητας αφήνοντας στο περιθώριο και στη διάθεση του αναγνώστη την όποια παραβολική ή σχηματική διάσταση της ιστορίας. Υποστηρίζει μέχρι τέλους το εύρημά της, ενσωματώνει μικροευρήματα, μικροανατροπές και χρονικές προλήψεις ή αναλήψεις, αναφέρεται ελάχιστα στην προηγούμενη ζωή της, μόνο σε ο,τι έχει να κάνει με την ανατροπή της καθημερινότητας, ανάμεσα στη ζωή στην πόλη και την εξοχική απομόνωση, μεταξύ της ανάθεσης σε άλλους διαφόρων πτυχών της καθημερινής διαβίωσης και της ανάγκης όλα να περνούν από τα χέρια σου, πρώτα και κύρια η ίδια η επιβίωσή σου. Κάνει άψογη χρήση της σχετικότητας του χρόνου εντός της συνθήκης, η μέτρηση του χρόνου αποτελεί καθοριστικό αποκούμπι για την αφηγήτρια, παρότι ένα διαρκές παρόν υψώνεται εμπρός της, καμία σημασία δεν έχει αν είναι τρεις ή πέντε το απόγευμα και όμως εκείνη το έχει ανάγκη το ρολόι χειρός, οι εποχές διαδέχονται η μία την άλλη με σημεία αναγνώρισης τον καιρό ή τη διάρκεια της ημέρας. Ο αφηγηματικός χρόνος σχεδόν ταυτίζεται με εκείνον κατά τον οποίο όσα καταγράφει συνέβησαν, αυτό το σχεδόν τώρα επιτείνει το ακαθόριστο, δημιουργεί μια επιπλέον συνθήκη εγκλωβισμού. Ο ρεαλισμός της απογραφής της καθημερινότητας αποπνέει μια αβίαστη ατμοσφαιρικότητα, αποτυπώνει ασφυκτικά τον εγκλεισμό, το αίσθημα επιβίωσης πατά πάνω σε αρχαία βάθρα της ανθρώπινης αγωνίας. Αλλά είπα και παραπάνω, ο,τι παραβολικό ή συμβολικό μένει στο πλάι.

Το ενδιαφέρον αυτής της δυστοπίας, που επιτείνει τον χαρακτήρα της τόσες δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, έχει να κάνει με την ανάδειξη της απόστασης του σύγχρονου ανθρώπου της πόλης από την πρακτική πλευρά της ζωής, τον εναγκαλισμό του με την ανάθεση αλλά και την τεχνολογία. Η αφηγήτρια, που κατά δική της δήλωση, ζούσε στην πόλη με όλα όσα μια τέτοια συνθήκη εμπεριείχε, γνωρίζει καθημερινά πρακτικά πράγματα τα οποία, έστω και με δυσκολία, της επιτρέπουν να επιβιώσει, ένας σημερινός άνθρωπος της πόλης, πόσες μέρες θα άντεχε έχοντας να φροντίσει αποκλειστικά και μόνο ο ίδιος για την τροφή του, για να δώσω το πιο απλό παράδειγμα. Ένας τοίχος του τότε μπορεί να είναι ένα σημερινό ευρείας κλίμακας μπλακ άουτ, σενάριο όχι και τόσο απίθανο. Και αυτή η αίσθηση διαχρονικότητας επιτείνει τα έτσι και αλλιώς κλειστοφοβικά συναισθήματα που η ιστορία αυτή γεννά. Διαβάζω ξανά την παράγραφο αυτή, μοιάζει με μπετόν αρμέ επιχειρήματα λυκειακής έκθεσης, ο σύγχρονος άνθρωπος και η σχέση του με τη φύση, αλλά ακριβώς αυτή η αίσθηση είναι που καθιστά την απόσταση χαώδη, προσέγγιση δείγμα χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εγωπάθειας, του αισθήματος της παντοδυναμίας και του πλήρους ελέγχου, μια αυτοπεποίθηση παιδαριώδης και σαθρή.

Δυστυχώς άλλα βιβλία τής Χαουσχόφερ δεν κυκλοφορούν στα ελληνικά, θα ήθελα να διαβάσω κάτι ακόμα.

υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ

Μετάφραση Ξενοφών Αρμυρός
Εκδόσεις Κέδρος

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

Ο ανιψιός του Βίτγκενσταϊν - Thomas Bernhard

Ήταν για καιρό εκτός κυκλοφορίας το βιβλίο αυτό, Ο ανιψιός του Βίτγκενσταϊν, και έφτασε η στιγμή το κενό αυτό να καλυφθεί, από τις εκδόσεις Πλήθος, σε μια νέα μεταφραστική προσέγγιση, από τον Βασίλη Τσαλή, με ένα όμορφο εξώφυλλο, από φωτογραφία του ίδιου του Μπέρνχαρντ, μια γενικότερα περιποιημένη έκδοση, σημαντική (και) για το εμπνευσμένο, κατατοπιστικό και προσιτό επίμετρο του Στέφανου Ρέγκα.

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ, που γεννήθηκε στην Ολλανδία, και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αυστρία, όπου και πέθανε, μια σχέση ιδιαίτερα γόνιμης έντασης, με τον τόπο, τους κατοίκους και τη γλώσσα, καρπός αυτής της έντασης υπήρξε μια μακροσκελής εργογραφία, ο Τόμας Μπέρνχαρντ είναι ένας από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα, η επιρροή του ακόμα εντοπίζεται, η πρόζα του ακόμα εγκλωβίζει, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα του συνδρόμου του ακούσιου προτύπου, δεν είναι απλό, σίγουρα δεν είναι εύκολο, να διαβάσει κανείς Μπέρνχαρντ, την πεζογραφία, το θέατρο ή την ποίησή του, και να μην επηρεαστεί, οι σπείρες επανάληψης το πλέον χαρακτηριστικό παρελκόμενο, ο τρόπος να παρατηρείς και να αποτυπώνεις τον κόσμο γύρω σου, τα πιο απλά και κοινότοπα πράγματα, ένα κακέκτυπο του δικού του. Η σημαντική Τζέννυ Έρπενμπεκ, όταν της επισήμαναν τη μπερνχαρντική επιρροή σε ένα διήγημά της, όχι μόνο την αποδέχτηκε, αλλά, συνεχίζοντας, πρόσθεσε, αποφεύγω να διαβάζω Μπέρνχαρντ, έχω δικά μου πράγματα να πω, με τον δικό μου τρόπο, και η ανάγνωση του Μπέρνχαρντ διόλου βοηθητική δεν μπορεί να είναι προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο αφηγητής Τόμας Μπέρνχαρντ φιλοξενείται για ακόμα μια φορά στο ίδρυμα νοσημάτων θώρακος, στο Περίπτερο Χέρμαν, στο Ύψωμα Μπαουμγκάρτνερ, ακόμα μια καταφυγή με σκοπό την αναβολή και όχι τη θεραπεία, την παράταση και όχι το τέλος, την επιστροφή, για πόσο άραγε, του ασθενούς πίσω στον κόσμο των υγειών. Την ίδια περίοδο, ο φίλος του, Πάουλ Βίτγκενσταϊν, ανιψιός του περιώνυμου φιλοσόφου, περιώνυμου εκτός Αυστρίας, και αυτός, όπως εκείνος, μαύρο πρόβατο του πνεύματος στην επικράτεια μιας παλιάς οικογένειας του πλούτου και της δύναμης, φιλοξενείται για ακόμα μια φορά στο ίδρυμα φρενοβλαβών, στο Περίπτερο Λούντβιχ, στο Ύψωμα Μπαουμγκάρτνερ. Τα δύο περίπτερα απέχουν μόλις διακόσια μέτρα μεταξύ τους, απόσταση ελάχιστη μα ανυπέρβλητη για μια ασθενική ανάσα, απόσταση απαγορευμένη για κάποιον, τον Πάουλ, που βολόδερνε ξέφρενα μέσα στην τρέλα του.

Κάπου στα μισά της απόστασης, με απρόσκοπτη θέα του Περιπτέρου Λούντβιχ, εκεί όπου, όπως έμαθε από μια κοινή τους φίλη, την Ίρινα, ο Πάουλ φιλοξενούταν για ακόμα μια φορά, εκκινά η αφήγηση αυτή, με τις επαναλήψεις και τις σπείρες της, η ανασύσταση του εδάφους μιας φιλίας, όπως εκείνη ανάμεσα στον Τόμας και τον Πάουλ, και γύρω από αυτή τη φιλία, όλα τα υπόλοιπα της ζωής, η ασθένεια και η δημιουργία, η ματαιότητα και ο θυμός της ύπαρξης, ο εαυτός και οι άλλοι, η πόλη και η επαρχία, η τέχνη, κυρίως η μουσική· η επανάληψη, η εξαίρεση και η εξάντληση, όπως σωστά τα συνοψίζει πριν τα αναλύσει περαιτέρω ο Ρέγκας.

Αν είστε κιόλας κοινωνοί του μπερνχαρντικού σύμπαντος, θα γνωρίζετε καλά πως μια καταβύθιση δεν είναι αρκετή, πως κάθε πέρασμα ανασηκώνει διαφορετικούς ιριδισμούς, οι δίνες δύναται να σε εξοβελίσουν σε διαφορετικά μήκη και πλάτη, το επίκεντρο της περιδίνησης ίσως αναπτυχθεί ακόμα εγγύτερα του δικού σου πυρήνα, ο Μπέρνχαρντ και ο Μπέκετ, τέκνα του εικοστού αιώνα, πλησίασαν, περισσότερο από κάθε άλλον, την αποφορά του σκεπτόμενου και συναισθανόμενου έμβιου όντος άνθρωπος. Δεν χρειάζεστε επισήμανση για τη σπουδαιότητα της κυκλοφορίας αυτής, ίσως και να είστε προετοιμασμένοι να κάνετε χρήση αυτής ως αφορμή για επανάληψη εφ' όλης της ύλης.

Αν είστε νεοσύλλεκτος, μαγεμένος ή (και) συγκρατημένος από όσα διθυραμβικά διατυπώνονται για το έργο του αυστριακού δημιουργού, τότε Ο ανιψιός του Βίτγκενσταϊν αποτελεί την καταλληλότερη πύλη εισόδου, έργο χαρακτηριστικό και προσβάσιμο, συνάμα αρκετά προσωπικό, αποκαλυπτικό και για τον άνθρωπο Μπέρνχαρντ, αποκαλυπτικό για τα εδάφη στα οποία έπεσε και κάρπισε η σπορά, αποκαλυπτικό για τον τρόπο με τον οποίο διήλθε -και δημιουργικά- από τον κόσμο αυτό ο σπουδαίος αυτός.

Άκρως σημαντική επανέκδοση, Ο ανιψιός του Βίτγκενσταϊν, αποτελεί σίγουρα ένα από τα μείζονα λογοτεχνικά συμβάντα της χρονιάς, μια ιδανική αφορμή για προσηλυτισμό και υπενθύμιση.

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

υγ. Πριν από δεκατέσσερα χρόνια, όταν πρωτοδιάβασα τον Ανιψιό του Βίτγκενσταϊν, έγραφα αυτό. Για τους Φτηνοφαγάδες αυτό. Για τους Παλιούς δασκάλους αυτό. Για την Πρόζα αυτό

υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!

Μετάφραση Βασίλης Τσαλής
Εκδόσεις Πλήθος

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Δύο σημαντικές γερμανόφωνες γραφές

Πρόσφατα και σχεδόν ταυτόχρονα κυκλοφόρησαν στα ελληνικά δύο αξιοπρόσεχτες συλλογές διηγημάτων, Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων του Κλέμενς Γ. Ζετς (μτφρ. Χρήστος Αστερίου, εκδόσεις Gutenberg) και Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι της Καταρίνα Μπέντιξεν (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Σκαρίφημα). Από τη μια πλευρά, ο πολυγραφότατος Ζετς, γεννημένος στο Γκρατς της Αυστρίας το 1982, ένα από τα πλέον δυναμικά ονόματα της σύγχρονης γερμανόφωνης λογοτεχνίας (στον οποίο απονεμήθηκε φέτος το μεγαλύτερο γερμανικό βραβείο λογοτεχνίας, το Βραβείο Μπίχνερ, καθώς, όπως σημειώνει η κριτική επιτροπή, κάθε βιβλίο του «μαρτυρεί το πείσμα και την ομορφιά της λογοτεχνίας») ενταγμένος εδώ και μια δεκαετία στον περιώνυμο κατάλογο του εκδοτικού οίκου Suhrkamp. Από την άλλη, η Μπέντιξεν, γεννημένη το 1981 στη Λειψία της τότε Ανατολικής Γερμανίας, μοιάζει να είναι ένα καλά κρυμμένο μυστικό των γερμανικών γραμμάτων που για πρώτη φορά, εξ όσων γνωρίζω, κάποιο έργο της μεταφράζεται για να κυκλοφορήσει στο εξωτερικό.

Τα στοιχεία που μοιράζονται οι δύο συγγραφείς, μεταξύ άλλων η κοινή γλώσσα και η ηλικιακή εγγύτητα, αλλά και η μικρή φόρμα μέσω της οποίας μας συστήνονται στα ελληνικά, από μόνα τους δεν θα αρκούσαν για μια παράλληλη προσέγγιση. Η λογοτεχνική συγγένεια των δύο συλλογών έγκειται στη χρήση του παράδοξου ως βασικού συστατικού στη σύνθεση των διηγημάτων. Και είναι αυτή η παράνοια που καταλαμβάνει την καθημερινότητα που καθιστά τα διηγήματα μια κοινωνικοπολιτική κριτική του περιβάλλοντος κόσμου, αίροντας τις όποιες εναπομείνασες βεβαιότητες, κινούμενη ανάμεσα στην πρόκληση και την παραβολή. Η λοξή ματιά στα πρόσωπα και τις καταστάσεις, η υπέρβαση της πραγματικότητας και το περιθώριο στο απρόοπτο αφήνουν μια διάχυτη αίσθηση κωμικού, στα όρια του γκροτέσκο, ένα γέλιο ενοχικό σε ευθεία αντίστιξη με τα όσα διαδραματίζονται. Όπως, άλλωστε, λέει και η ηρωίδα στη Δοκιμασία της Έρπενμπεκ, «χιούμορ είναι όταν παρ' όλ' αυτά γελάς».

Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων αποτελείται από είκοσι διηγήματα μεγάλης έκτασης στην πλειοψηφία τους, που, παρότι κινούνται σε γνώριμα αφηγηματικά μονοπάτια, διαθέτουν έναν έντονα προσωπικό χαρακτήρα. Οι ιστορίες εκκινούν ομαλά, τίποτα δεν προδιαθέτει τον αναγνώστη για την εισβολή του παράδοξου, για την εκτροπή στην εξέλιξη των πραγμάτων. Εξαίρεση αποτελεί το διήγημα Κβάλογια, καθώς το παράδοξο εδώ εισάγεται ευθύς εξ αρχής με τη μορφή γενικής αλήθειας, «Όπως είναι γνωστό, δεν είναι καθόλου εύκολο να ταξιδεύεις παρέα μ' ένα Ορ». Το παράδοξο στοιχείο δεν είναι πάντοτε διακριτό, ενίοτε αιωρείται με τη μορφή απειλής κρυμμένο πίσω από τη φαινομενικά ανεξήγητη αντίδραση των προσώπων, ως ένα τουίστ στην πλοκή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Ζετς «παραπλανά» τον αναγνώστη, υποσχόμενος μια ρεαλιστική απεικόνιση του γύρω κόσμου, για να τον εγκλωβίσει εν τέλει σε μια κατάσταση επαρκώς παράλογη είναι το πρώτο διήγημα της συλλογής, Νότιο Λαζαρέτο. Ο αφηγητής ετοιμάζεται να φύγει για ταξίδι, χαιρετά την κοπέλα του και πηγαίνει στο αεροδρόμιο. Όλα μοιάζουν να χωρούν κάτω από την ομπρέλα του φυσιολογικά αναμενόμενου· η αμηχανία πριν την επιβίβαση, η παρατήρηση των συνεπιβατών, τα μηνύματα που ανταλλάσσει μαζί της, ακόμα και η ακύρωση της πτήσης. Και όμως τελικά τα πράγματα δεν εξελίσσονται σύμφωνα με την αναγνωστική προσδοκία.

Το παράδοξο αποτυπώνεται όμως και γλωσσικά, καθώς λυρικές εξάρσεις και αποστασιοποιημένη αφήγηση αναμειγνύονται με τρόπο μοναδικό, «Δύσκολο να είσαι αυστηρός με τον εαυτό σου όταν έξω μαίνεται βαρύς ο χειμώνας. Η κυρία Άννα Μαρία Πέρχαλερ, πτυχιούχος πανεπιστημίου, μπήκε με μια κιθάρα κι ένα MP3-player στο δωμάτιο του γιου της», έτσι ξεκινά ο Μάγος. Η αφηγηματική φωνή, πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη, παρά τις όποιες εξάρσεις, παραμένει σταθερή και συναισθηματικά νηφάλια, δεν επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες, δεν εκπλήσσεται, δεν συμμερίζεται, δεν επιχειρεί να κατανοήσει ή να εξηγήσει, ενισχύοντας έτσι το ανοίκειο συναίσθημα που νιώθει ο αναγνώστης στο σύμπαν που στήνει ο συγγραφέας. Η συνδιαλλαγή με το λογοτεχνικό παρελθόν είναι εμφανής, όμως εξίσου εμφανές είναι και το νέο που επιχειρεί να κομίσει ο Ζετς στην παράδοση αυτή.

Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι αποτελείται από εικοσιένα διηγήματα μεσαίου μεγέθους. Είναι η πρωτόλεια συλλογή διηγημάτων της Μπέντιξεν. Από την πρώτη φράση, του πρώτου διηγήματος, η συγγραφέας πιάνει τον αναγνώστη από τον λαιμό, «Όταν ο αδερφός μου ήτανε πέντε χρονών, τον πάτησε ένα τρακτέρ, και ενώ το τρακτέρ το οδηγούσε ο πατέρας μου, δεν έφταιγε μόνο εκείνος για τον θάνατο του αδελφού μου, αλλά το φταίξιμο το είχαμε τρία άτομα», και δεν τον αφήνει παρά στο τέλος της ανάγνωσης, αν και το σημάδι της λαβής καθυστερεί να εξαφανιστεί. Τα διηγήματα της συλλογής χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες, στα οικογενειακά και τα εργασιακά. Τα πρόσωπα στις ιστορίες της Μπέντιξεν παραμένουν ανώνυμα, προσδιορίζονται με βάση το φύλο (άντρας, γυναίκα), την οικιακή ιδιότητά τους (παιδιά, γονείς, παππούδες) αλλά και το χρώμα του δέρματός τους (νέγρος), και φέρουν όλο το βάρος της ιδιότητάς τους, τη στιγμή που κάθε πρόσωπο θα μπορούσε να εμφανίζεται σε κάθε ιστορία.

Ο τρόπος με τον οποίο η Μπέντιξεν αφηγείται, συνήθως σε πρώτο, αλλά και σε τρίτο πρόσωπο, λειτουργεί εξόχως συνεκτικά· αφήγηση στακάτη χωρίς ιδιαίτερα φτιασίδια, λόγος κοφτός με εμμονικές και παραληρηματικές κορυφώσεις, γλώσσα ψυχρή και συναισθηματικά γυμνή. Μέρος της διάχυτης παραδοξότητας οφείλεται στην αφήγηση αλλά και στον τρόπο με τον οποίο τα πρόσωπα στέκονται απέναντι στις καταστάσεις, εγκλωβισμένα καθώς είναι στις λεπτομέρειες της μεγάλης εικόνας. Αν για τον Ζετς το παράδοξο λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης, για τη Μπέντιξεν θρέφει το αίσθημα ασφυξίας. Στα διηγήματα της Μπέντιξεν διαγράφεται μόνο η επιφάνεια των πραγμάτων, το πάνω μέρος του παγόβουνου. Ελάχιστα μαθαίνουμε για τα πρόσωπα και όμως νιώθουμε να τα γνωρίζουμε σε βάθος. Τα αντικρίζουμε σε μια συγκεκριμένη συνθήκη και όμως είμαστε σίγουροι για το πώς αντιδρούν απέναντι σε κάθε μικρή ή μεγάλη πρόκληση της ύπαρξης. Η διδαχή απουσιάζει, τα περιθώρια αντίδρασης είναι ούτως ή άλλως περιορισμένα και οδηγίες χρήσεως δεν υπάρχουν. 

Η παρηγοριά των στρογγυλών πραγμάτων και Το δέντρο με τα μπουκάλια του Ουίσκι είναι δύο βιβλία που αξίζει να διαβαστούν, δείγματα σπουδαίας γραφής σ' ένα απαιτητικό και όχι τόσο δημοφιλές λογοτεχνικό είδος όπως είναι το διήγημα.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο (επιμ. Μισέλ Φάις) της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 28 Αυγούστου 2021, το λινκ για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Η βαρύτητα των σχέσεων - Marianne Fritz


 
Η Βιλελμίνε θυμόταν με ακρίβεια τα γεγονότα του έτους 1945. Την αλυσίδα με τη μικρή Μαντόνα δεν την είχε περάσει στον δικό της λαιμό ο Βίλελμ, αλλά στον λαιμό της Μπέρτας. Και αυτό παρ' όλο που η Μπέρτα, και όχι αυτή, η Βιλελμίνε, δεν ήταν πια παρθένα, πράγμα για το οποίο η κοιλιά της Μπέρτας αποτελούσε μια ασφαλή ένδειξη. Στο όνομα όλων των δεσμών φιλίας που τη συνέδεαν με την Μπέρτα, η Βιλελμίνε όφειλε να παραδεχτεί ότι η Μπέρτα ταίριαζε περισσότερο ίσως με τον Ρούντολφ, σίγουρα σε καμιά περίπτωση με τον Βίλελμ.
Η ιστορία που επιλέγει να διηγηθεί η Μαριάννε Φριτς είναι αρκετά γνωστή, επαναλαμβανόμενη στην ανθρώπινη ιστορία, ειδικά στο τέλος των πολέμων. Ο Βίλελμ θα εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε στον Ρούντολφ στο μέτωπο και θα ταξιδέψει μέχρι το χωριό του μεταφέροντας τα κακά μαντάτα στην Μπέρτα. Η Βιλελμίνε τα θυμόταν όλα αυτά με ακρίβεια, ύστερα από πολλά χρόνια: την άφιξη του Βίλελμ, τον γάμο με την κιόλας έγκυο Μπέρτα, όλα όσα ακολούθησαν.

Δικαιολογημένα θα αναρωτηθεί κανείς γιατί μπορεί να μας ενδιαφέρει μια ιστορία τόσο κοινή, τόσο απλή, μια ιστορία που, με τη μια ή την άλλη διαφορά -μικρή σημασία έχει αυτό- έχει πολλάκις ειπωθεί, όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ιστορία που με μια πρώτη ματιά δεν διαθέτει την απαραίτητη μαγιά από την οποία είναι φτιαγμένη η μεγάλη λογοτεχνία. Αξίζει εδώ κανείς να αναρωτηθεί αν είναι η ιστορία ή η αφήγηση που σημαίνει τη μεγάλη λογοτεχνία. Αν δεν βιαστεί, και αφού πρώτα φέρει στον νου του τις ιστορίες εκείνες που τον μάγεψαν, πιθανολογώ πως θα απαντήσει πως είναι ο τρόπος εκείνο που μετράει. Θα μπορούσε να φτάσει κανείς στο συμπέρασμα αυτό και από άλλον δρόμο, αναλογιζόμενος πρώτα αν είναι δυνατό ένας κακός γραφιάς να αξιοποιήσει μια δυνατή ιστορία, και ακολούθως αν ένας ικανός γραφιάς μπορεί να παράγει λογοτεχνία με τα πιο απλά συστατικά. Δεν αντιλέγω, υπάρχει και η ευτυχής συγκυρία που ένας ικανός συγγραφέας αφηγείται μια σπουδαία ιστορία, σύμφωνοι, δεν συμβαίνει όμως και τόσο συχνά αυτό.

Ταυτόχρονα ίσως αναρωτηθεί ο αναγνώστης τι ήταν εκείνο που κίνησε το ενδιαφέρον και γέννησε την ανάγκη μιας συγγραφέως ικανής, όπως η Φριτς, να αφηγηθεί μια ιστορία όπως αυτή. Πριν από περίπου έναν χρόνο, διαβάζοντας το Ένας έρωτας του σπουδαίου Ντίνο Μπουτζάτι, αναρωτήθηκα ξανά κάτι αντίστοιχο. Επιχειρώντας να διακρίνω τα συγγραφικά κίνητρα πίσω από μια τέτοια επιλογή, φλέρταρα με την ιδέα μιας κρυφής σατιρικής διάθεσης, καταλήγοντας -εν πολλοίς αυθαίρετα- πως, ακόμα και αν η σάτιρα αποτέλεσε το αρχικό σημείο εκκίνησης, τελικά ο συγγραφέας αγάπησε τον ήρωά του και επιχείρησε να τον καταλάβει. Κάτι αντίστοιχο σκέφτομαι και για την περίπτωση της νουβέλας αυτής. Το ύφος της αφήγησης έχει μια υπόνοια ειρωνείας, δημιουργεί την αίσθηση μιας απόστασης ανάμεσα στη συγγραφέα και τον κόσμο γύρω της, κόσμο που μοιάζει να της προκαλεί ασφυξία και αποστροφή. Ίσως ύπουλα, λοιπόν, να επιλέγει ένα πρόσωπο όπως αυτό της Μπέρτας για να λειτουργήσει ως ένα -κατ' αναλογία πάντα- άλτερ έγκο, στο οποίο στρέφει την ειρωνεία της, για να υποσκάψει εκ των έσω όσα δεν αντέχει η ίδια στις κοινωνικές συμβάσεις ή ακόμα και στην ίδια τη λογοτεχνία.

Την Μπέρτα την τοποθετεί εξ αρχής στο στόχαστρο της Βιλελμίνε, η οποία ξέρει καλά με ποιον θα ταίριαζε καλύτερα εκείνη, και μάλλον ξέρει γενικότερα τι θα ήταν καλύτερο για τη Μπέρτα, πώς θα ήταν προτιμότερο να ζήσει τη ζωή της, και αν τη ρωτούσε κανείς δεν θα έχανε την ευκαιρία να το πει, συμπληρώνοντας αναπόφευκτα πως αν την είχε ακούσει τότε τα πράγματα δεν θα είχαν εξελιχθεί κατά αυτόν τον τρόπο. Και είναι χαρακτηριστικό αυτό της κάθε κοινωνίας, η διάθεση για υπόδειξη της μανιέρας για να ζει ο άλλος, η τάση για τεντωμένο δάκτυλο, αυτό που δημιουργεί ασφυξία σε όποιον νιώθει -και είναι- διαφορετικός, αρνούμενος να δεχτεί την ύπαρξη ενός και μόνου σχεδίου πλοήγησης. Και αν υποθέσει κανείς πως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Φριτς θέλησε να αφηγηθεί την ιστορία αυτή, τότε, κάτι αντίστοιχο ίσως να εξηγεί και τον αντισυμβατικό τρόπο με τον οποίο επιλέγει να την αφηγηθεί. Για μια ιστορία όπως αυτή, μιας φτωχής εγκύου που χάνει τον άντρα της στον πόλεμο και παντρεύεται τον σύντροφό του από το πεδίο της μάχης και όλα όσα φέρνει στην συνέχεια η ζωή, θα περίμενε κανείς την επιλογή μιας γραμμικής αφήγησης, με λιτά εκφραστικά μέσα, έτσι ώστε να τονιστεί η τραγικότητα της μοίρας των ηρώων και να γίνει πιο άμεση η επίκληση στο συναίσθημα. Όμως η Φριτς διαλέγει άλλον δρόμο, πιο περίπλοκο, πιο προσωπικό, πιο αποσπασματικό. Χωρίζει την αφήγηση της σε μικρά κεφάλαια, των οποίων οι τίτλοι θυμίζουν κάτι από βινιέτες του βωβού σινεμά. Ο πρώτος πρώτος τίτλος μοιάζει να περιγράφει τα παραπάνω με ακρίβεια: Η Βιλελμίνε δεν είναι Μπέρτα. Η Φριτς δεν αφηγείται γραμμικά, κάτι το οποίο, εκτός των άλλων, προσδίδει ένα σασπένς ως προς το τι ακριβώς συνέβη, κάτι που όμως έχει ως τίμημα ένα πιο κακοτράχαλο -πλην όμως απολαυστικότατο- αναγνωστικό μονοπάτι.

Η βαρύτητα των σχέσεων μου άρεσε με τον τρόπο που μου άρεσε και Η ώρα του αστεριού της υπέροχης Κλαρίσε Λισπέκτορ, για τον απολαυστικά υπονομευτικό του χαρακτήρα, για την προβοκατόρικη διάθεσή της συγγραφέως να ασχοληθεί με την πρώτη ύλη της συναισθηματικής -κατά πολλούς γυναικείας- λογοτεχνίας με τους δικούς της όμως όρους, χωρίς να κάνει εκπτώσεις και οπισθοχωρήσεις. Απόλαυσα τον υπνωτιστικό τρόπο με τον οποίο η Φριτς με παρέσυρε στο οχυρό της, τον τρόπο με τον οποίο τελικά με ενέπλεξε στην ιστορία της Μπέρτας. Νουβέλα βαθιά ανθρώπινη, παρά τον εγκεφαλικό χαρακτήρα της κατασκευής της, παρά τη λεπτή κρούστα μισανθρωπισμού που την καλύπτει, ανθρώπινη όπως και η λογοτεχνία του Μπέρνχαρντ άλλωστε.  

υγ. Για το μυθιστόρημα του Μπουτζάτι Ένας έρωτας μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ, ενώ για το Η ώρα του αστεριού της Λισπέκτορ εδώ.
  
Μετάφραση Βασίλης Τσαλής
Εκδόσεις Γαβριηλίδης  

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Αναζητώντας τη Ζιντονί - Erich Hackl



 
Στη Ν.


Το πάθος, με το οποίο μια κοπέλα σου μιλάει πολύ καιρό για ένα βιβλίο που διάβασε, συχνά δεν είναι αρκετό για να ενεργοποιήσει αυτόματα τη διαδικασία που μοιάζει πια μηχανική: ντύσιμο, κλειδιά, λεωφορείο, βιβλιοπωλείο, ταμείο, λεωφορείο, κλειδιά, καναπές. Χρειάζεται, καμιά φορά, η κοπέλα αυτή να σου χαρίσει το βιβλίο αυτό για το οποίο σου μιλούσε πολύ καιρό με τέτοιο πάθος, πάθος όχι σπάνιο αλλά σε καμία περίπτωση εύκολο για εκείνη. Και τότε, νιώθοντας κάπως αμήχανα η αλήθεια είναι, διαβάζεις το βιβλίο αυτό.   
Στις 18 Αυγούστου του 1933 ο θυρωρός του νοσοκομείου στο Στάιρ ανακάλυψε ένα κοιμισμένο μωρό. Δίπλα στο τυλιγμένο με κουρέλια νεογέννητο υπήρχε ένα κομμάτι χαρτί, στο οποίο ήταν γραμμένο με αδέξια γράμματα: "Το όνομά μου είναι Ζιντονί Άντλερσμπουργκ και γεννήθηκα στον δρόμο προς το Άλταϊμ. Παρακαλώ για γονείς".
Η ιστορία της Ζιντονί είναι κάτι παραπάνω από μία ακόμα ιστορία της περιόδου της ναζιστικής Αυστρίας. Είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται, μεταμορφωμένη συχνά, ως τις μέρες μας, είναι μια ιστορία που θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται. Γιατί το λάθος, που γίνεται ολοένα και πιο συχνά, είναι να ισχυρίζεται κανείς πως εκείνες οι μαύρες μέρες τελείωσαν, πέρασαν ανεπιστρεπτί, πως τώρα όλα είναι καλώς καμωμένα. Και ίσως κάτι τέτοιο να ισχύει αν είσαι άντρας, λευκός, παντρεμένος με παιδιά και ευκατάστατος. Τότε, ναι, ίσως. Ακόμα και εκείνες οι μαύρες μέρες δεν ήταν και τόσο άσχημες τελικά. Για σένα ο ήλιος πάντοτε θα λάμπει και ο Θεός θα 'ναι μεγάλος.

Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης βιβλίων όπως αυτό, δύο πράγματα συμβαίνουν συνήθως. Πρώτα, ένα αίσθημα επιβεβαιωτικό, ακόμα μια σελίδα φρίκης, ακόμα μια σκληρή ιστορία, που χαλυβδώνει το μένος σου για όλους εκείνους που συμμετείχαν σ' αυτά τα εγκλήματα, κυρίως όμως για εκείνους που σώπαιναν όταν τα τρένα διέσχιζαν τις πόλεις τους αργά τη νύχτα. Και εδώ έρχεται το αίσθημα της αντιστοιχίας με το σήμερα, είναι το σημείο που οι αναλογίες ξεκαθαρίζουν, η στιγμή που σηκώνεις το βλέμμα από τις σελίδες και αντικρίζεις τον κόσμο τριγύρω, και ακούς "ανθρώπους" να λένε πως δεν είναι ρατσιστές, αλλά δεν μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να μείνουν μαζί μας, που κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια, καθώς εκείνοι τα έκαναν όλα σωστά στη ζωή τους και τους αξίζουν όλα όσα έχουν, που νοσταλγούν εποχές που κοιμόντουσαν με τις πόρτες ανοιχτές.

Όμως η ανάγνωση του βιβλίου αυτού δεν αρκείται στον προφανή συσχετισμό των θυμάτων του ολοκαυτώματος με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Το λέει πολύ ωραία και η Τζέννυ Έρπενμπεκ στους Περαστικούς για τους δικούς της πρόσφυγες: "Μόνο αν επιβίωναν τώρα στη Γερμανία, είχε χάσει πράγματι τον πόλεμο ο Χίτλερ"(σελ75). Η μικρή Ζιντονί, παιδί τσιγγάνων που υιοθετήθηκε από μια οικογένεια Αυστριακών, που τόσο ήθελαν ένα ακόμα παιδί, που τόσο την αγάπησαν και αδιαφόρησαν τόσο για τα σχόλια των γειτόνων, της δασκάλας, όλων, που προσπάθησαν με όσα μέσα διέθεταν να γλιτώσουν το παιδί από τα χέρια του ναζιστικού καθεστώτος. Στο πρόσωπο της Ζιντονί συναντώνται όλες και όλοι οι διαφορετικοί, με βάση το κριτήριο της υφιστάμενης κανονικότητας: χρώμα, φύλο, θρησκεία, καταγωγή, τάξη, σωματική διάπλαση, ψυχική υγεία, δυσκολίες μάθησης, σεξουαλική προτίμηση και τόσα άλλα.    

Ανάμεσα σε τόσα ζητήματα, που εγείρονται άμεσα ή έμμεσα στο συγκεκριμένο βιβλίο, και η απέχθεια της κοινής γνώμης απέναντι στην υιοθεσία, μια απέχθεια διαχρονική που πηγάζει από την απαξίωση των ανίκανων για αναπαραγωγή, από την υπεροχή των καρπερών. Πώς μπορείς να αγαπήσεις ένα παιδί που δεν είναι δικό σου αναρωτιούνται εκείνοι που με την πρώτη ευκαιρία θα θυμίσουν στο παιδί τους πόσες θυσίες έκαναν για εκείνο, που θα αποφασίσουν για εκείνο, που θα απαιτήσουν να τους κάνει υπερήφανους στο σόι και την κοινωνία. Και δεν αναφέρομαι καν σε εκείνους που έχουν τη μισανθρωπία να υιοθετήσουν κάποιο παιδί μη ελληνοφανές. 

Είναι κάποια βιβλία τα οποία ξέρεις από πριν πως θα σε ζορίσουν συναισθηματικά, θα σε κάνουν να κλάψεις από οργή, που θα δυναμώσουν το θυμό για την περιβόητη κανονικότητα, που όμως ταυτόχρονα θα σε πεισμώσουν. Το Αναζητώντας τη Ζιντονί είναι τέτοιο βιβλίο. 

Τώρα πια καταλαβαίνω τα συναισθήματα εκείνης της κοπέλας, συμμερίζομαι κι εγώ το πάθος της, την ευγνωμονώ για την επιμονή της, και δεν είναι η πρώτη φορά.

Μετάφραση Νάντη Φίλια
Εκδόσεις Φίλντισι

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Εγκλωβισμός




Δεν έχω παράπονο, του είπα. Τον τελευταίο καιρό έχω διαβάσει μερικά πραγματικά ωραία βιβλία, δεν έχω παράπονο, του είπα. Αλλά τώρα, συνέχισα, θέλω να διαβάσω κάτι δικό του, ένα ακόμα δικό του, του Μπέρνχαρντ εννοώ, ξέχασα να σ' το πω, του είπα. Και σκοπεύω να το κάνω άμεσα, του είπα. Και, για να είμαι σίγουρος, θα διαβάσω, τώρα κιόλας, την πρώτη γραμμή, θα κατεβάσω τους Φτηνοφαγάδες απ' τη βιβλιοθήκη και θα διαβάσω, τώρα κιόλας, την πρώτη γραμμή, με αυτόν τον τρόπο θα με εγκλωβίσω, οριστικά και αμετάκλητα, σε αυτό που θέλω να κάνω, του είπα.

Βαδίζοντας προς το πάρκο Βέρτχαϊμσταϊν, πράγμα που έκανε επί βδομάδες κατά το βράδυ, μα το προηγούμενο τριήμερο και τακτικά γύρω στις έξι το πρωί, με σκοπό την έρευνά του, όπου, εξ αιτίας των ιδεωδών φυσικών συνθηκών που επικρατούσαν ίσα ίσα στο πάρκο Βέρτχαϊμσταϊν, όπως εξήγησε, έπειτα από πολύν καιρό κατόρθωσε να επανέλθει από ένα εντελώς άχρηστο τρόπο σκέψης για τη Φυσιογνωμική του σ' έναν επωφελή, ναι, εν τέλει άκρως χρήσιμο τρόπο σκέψης και συνεπώς ξανάπιασε το γραπτό του, το οποίο είχε επί πολύν καιρό αφήσει κατά μέρος επειδή ήταν ανίκανος να συγκεντρωθεί, ένα γραπτό που από την επιτυχή του περάτωση εξαρτιόταν τελικά άλλο ένα γραπτό, που από την δική του επιτυχή περάτωση εξαρτιόταν άλλο ένα γραπτό, και από την επιτυχή περάτωση των τριών αυτών γραπτών, τα οποία έπρεπε οπωσδήποτε να γραφούν, εξαρτιόταν ένα τέταρτο γραπτό για τη Φυσιογνωμική, από το οποίο πράγματι εξαρτιόταν η μελλοντική επιστημονική του εργασία και, κατά συνέπεια, η μελλοντική του ύπαρξη εν γένει, πήγε ξαφνικά και εντελώς αιφνίδια όχι ως συνήθως στην Παλιά Φλαμουριά, αλλά στην Παλιά Βελανιδιά κι έτσι συνάντησε κατά τύχη τους Φτηνοφαγάδες, όπως τους έλεγε, με τους οποίους, επί πολλά χρόνια κατά τις εργάσιμες ημέρες, και συνεπώς Δευτέρα με Παρασκευή, έτρωγε φτηνά στα Δημοτικά Μαγειρεία της Βιέννης, και συνεπώς στα λεγόμενα Δ.Μ.Β., και ειδικότερο στο Δ.Μ.Β.  στη λεωφόρο Νταίμπλινγκ.

Και άρχισα να διαβάζω την πρώτη γραμμή, τότε κιόλας, όπως του είχα πει, και έτσι με εγκλώβισα, οριστικά και αμετάκλητα, σε αυτό που ήθελα να κάνω, να διαβάσω δηλαδή κάτι δικό του, του Μπέρνχαρντ, τους Φτηνοφαγάδες του Μπέρνχαρντ στην προκειμένη, επειδή δεν είχα παράπονο απ' τα βιβλία που είχα διαβάσει τον τελευταίο καιρό, μερικά εκ των οποίων, όπως του είχα πει, ήταν πραγματικά ωραία, αλλά τότε ήθελα να διαβάσω κάτι δικό του. Και, τότε κιόλας, διάβασα την πρώτη πρόταση, και έτσι με εγκλώβισα, οριστικά και αμετάκλητα, σε αυτό που ήθελα να κάνω.



υγ. Εναλλακτικός τίτλος ανάρτησης: Οι Φτηνοφαγάδες, Thomas Bernhard, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, εκδόσεις Νησίδες

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Η αγωνία του τερματοφύλακα τη στιγμή του πέναλτι - Peter Handke




Όταν ο μονταδόρος Γιόζεφ Μπλοχ, άλλοτε γνωστός τερματοφύλακας, πήγε ένα πρωί στη δουλειά του, κατάλαβε πως τον είχαν απολύσει. Έτσι τουλάχιστον ερμήνευσε το γεγονός, πως όταν έφτασε στην είσοδο της παράγκας του εργοταξίου όπου ήταν μαζεμένοι οι εργάτες, μονάχα ο εργοδηγός γύρισε να τον κοιτάξει τρώγοντας το κολατσιό του· μετά απ' αυτό, έφυγε αμέσως από ΄κει. Όταν έφτασε στο δρόμο, σήκωσε ψηλά το χέρι του, αν και το αυτοκίνητο που τον προσπέρασε δεν ήταν ταξί. Κάποια στιγμή άκουσε μπροστά του κάποιον να φρενάρει απότομα· γύρισε το κεφάλι: πίσω του είχε σταματήσει ένα ταξί και ο ταξιτζής βλαστημούσε οργισμένος· ο Μπλοχ μπήκε μέσα και ζήτησε να πάει στην Νάσμάρκτ. Ήταν μια όμορφη μέρα του Οκτώβρη.

Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη*, έτσι ξεκινά η Κρίση του Κάφκα. Ήταν μια όμορφη μέρα του Οκτώβρη, όταν ο μονταδόρος, πρώην τερματοφύλακας, με το άκρως καφκικό όνομα Γιόζεφ Μπλοχ, κατάλαβε πως τον είχαν απολύσει, στηριζόμενος σε μία διαίσθηση, κάπως αμφίβολη, ή κάπως παράλογη η αλήθεια είναι, εγκατέλειψε το εργοτάξιο και μπαίνοντας στο ταξί ζήτησε να πάει στη Νάσμάρκτ, ξεκινώντας μια περιπλάνηση, αρχικά αστική, πριν δολοφονήσει την ταμία του κινηματογράφου και αναγκαστεί να αναζητήσει καταφύγιο σε μια μικρή και αδιάφορη επαρχιακή πόλη.

Ο Χάντκε, με το γνώριμο κοφτό και στρυφνό στυλ του, ακολουθεί τον ήρωα στην περιπλάνησή του, παρατηρώντας τον μέσα από μια κινηματογραφική κάμερα, επιμένοντας στην εξωτερική καταγραφή της πορείας του και τις αντιδράσεις του Μπλοχ, και λιγότερο, έως καθόλου είναι η αλήθεια, στον εσωτερικό του κόσμο, μη φανερώνοντας πλήρως την αγωνία της καταδίωξης, παρά μόνο συμπερασματικά, επιτρέποντας στον αναγνώστη να θεωρήσει, και όχι άδικα, κάπως παράλογη τη συμπεριφορά του, αν και με την τριβή, καθώς οι σελίδες περνούν, δημιουργείται μια ψευδαίσθηση μακρόθεν γνωριμίας μαζί του, γνωριμίας σίγουρα πιο στενής συγκριτικά με τις υποθέσεις της αστυνομίας για τον δολοφόνο.

Είναι όμως η ιστορία του Μπλοχ αστυνομική; Και ναι και όχι. Ναι, γιατί υπάρχει ένα έγκλημα και μια καταδίωξη. Όχι, γιατί είναι μάλλον προφανές πως το στοιχείο αυτό αποτελεί μια αφορμή ή μια απλή λεπτομέρεια στον μεγάλο καμβά. Και η αναφορά στον Κάφκα δεν εξαντλείται στο όνομα του ήρωα, αν και το στοιχείο της αγωνίας δεν είναι τόσο έντονο, εξαιτίας της μη διάθεσης του συγγραφέα να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του ήρωά του, αλλά να τον παρουσιάσει ως ένα σχήμα. Ένας αποτυχημένος, απογοητευμένος πρώην τερματοφύλακας, ένας κυνηγημένος δολοφόνος που κινείται σπασμωδικά και παράλογα. Όμως διάφορα αποσπάσματα, όπως η ξενάγηση του Μπλοχ στον πύργο από τον παράξενο επιστάτη, το ξύπνημά του με την αίσθηση κάποιας μεταμόρφωσης ή η περιπλάνηση στο κλιμακοστάσιο, αποτελούν ευθείες αναφορές στο έργο του Κάφκα, που τόσο θαύμαζε ο Χάντκε.

Ήταν σαν ν' άνοιξε αθόρυβα κάποιο παράθυρο δίπλα του. Καθετί ορατό, καθετί νοητό, είχε καταληφθεί από λέξεις. Δεν τον τρόμαζαν πια οι κραυγές, αλλά μια πρόταση που κολλούσε στο τέλος μια σειράς κοινότοπων φράσεων, που δεν έλεγε να φύγει απ' το μυαλό του. Κι ύστερα όλα είχαν πάρει καινούριο όνομα.

Το βιβλίο σίγουρα προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις, καθώς θίγει μια ευρεία γκάμα θεμάτων, και είναι από εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που χαρίζουν μια ιδιότυπη, και όχι συνηθισμένη μάλλον, αναγνωστική απόλαυση. Η ελληνική έκδοση παραμένει εξαντλημένη εδώ και καιρό, και θεωρώ εαυτόν πολύ τυχερό, που το ανακάλυψα σε κάποιον υπαίθριο πάγκο, έναντι μάλιστα μιας ευτελούς τιμής, του ενός ή των δύο ευρώ, καθώς ο έμπορος δεν γνώριζε το εμπόρευμά του και το κοστολόγησε με βάση το μικρό μέγεθός του.


*Η κρίση στο: Φραντς Κάφκα, Οι γιοι, μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Ίνδικτος


Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης
Εκδόσεις Εκκρεμές

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Αμέριμνη δυστυχία - Peter Handke




Αφορμή ο Μαξ Φρις. Καλοκαίρι του '10 κι εγώ ανακαλύπτω τον κόσμο του Ελβετού. Διαβάζω το ένα μετά το άλλο τα μυθιστορήματά του, με μια μανία πρωτόγνωρη, εγώ, που πάντα λέω πως πρέπει να κάνεις διαλείμματα αναγνωστικά, μην τυχόν και μπουχτίσεις, να μπαίνεις και να βγαίνεις, στην περίπτωσή του αποδείχτηκαν μεγάλα λόγια. Κάπου ανάμεσα στις σελίδες, η αναφορά στην Αμέριμνη δυστυχία του Χάντκε, όχι απλή αναφορά, αποθέωση. Νήματα. Τον Χάντκε τον γνώριζα έως τότε ως σεναριογράφο εξαιτίας της συνεργασίας του με τον Βιμ Βέντερς και ως θεατρικό συγγραφέα. Με την επιστροφή στην πόλη, επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο και απογοήτευση, είναι από χρόνια εξαντλημένο, μου απάντησαν. Συμβιβάστηκα με το Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό, γοητεύτηκα, και η αναζήτηση έγινε εμμονή. Ακολούθησαν το Δοκίμιο για το τζουκ μποξ και η Αριστερόχειρη γυναίκα. Ένας ακόμα σπουδαίος γερμανόφωνος συγγραφέας.

Άνοιξη του '15. Βόλτα βραδινή στο κέντρο της πόλης, στάση για χάζεμα στη βιτρίνα του Ναυτίλου στην Τρικούπη. Παρά το κατεβασμένο ρολό διακρίνω την Αμέριμνη δυστυχία! Χαρά και ενθουσιασμός. Σχεδόν άμεσα ο φόβος: και αν πουληθεί μέχρι αύριο το μεσημέρι που θα ξαναπεράσω; Υπερβολικός στην αντίδραση, αλλά όταν ψάχνεις κάτι με ένταση, πιστεύεις πως όλος ο κόσμος αυτό ψάχνει, όχι; Την επόμενη, με άγχος και προσμονή, ανεβαίνω την πολύβουη μεσημεριανή Τρικούπη, το βλέπω και το αρπάζω μπαίνοντας στο βιβλιοπωλείο, ο ιδιοκτήτης με παίρνει στο κατόπι, ίσως φοβήθηκε πως θα το κλέψω, απόλυτα δικαιολογημένα, τέτοια μανία.

Από τότε πέρασαν μήνες. Το βιβλίο όμως, παρά την περίοπτη θέση του στο γραφείο, παρέμενε κλειστό. Λες και η επιθυμία εκπληρώθηκε με την απόκτηση. Θα έρθει ο καιρός του, καθησύχαζα τον εαυτό μου. Και ήρθε. Στο διάστημα που μεσολάβησε οι προσδοκίες οπισθοχώρησαν.

Στη στήλη ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ο "Λαϊκός τύπος" της Καρινθίας έγραφε στο φύλλο του της Κυριακής: Την νύκτα προς το Σάββατον ηυτοκτόνησε λαβούσα ισχυράν δόσιν υπνωτικών οικοκυρά ετών 51 εξ Α. (κοινότης Γκ.).
Στο μεταξύ πέρασαν εφτά βδομάδες σχεδόν από τότε που πέθανε η μητέρα μου και θα ήθελα να πέσω με τα μούτρα στη δουλειά, προτού, η ανάγκη, να γράψω γι' αυτήν που ήταν τόσο δυνατή στην κηδεία, μεταβληθεί στην ίδια εκείνα ηλίθια βουβαμάρα, με την οποία αντέδρασα στην είδηση της αυτοκτονίας.

Ο ήρωας-αφηγητής νιώθει την ανάγκη να γράψει για τη μητέρα του, που πέθανε εφτά βδομάδες νωρίτερα, πριν η ανάγκη μετατραπεί σε βουβαμάρα, όσο η πληγή είναι ανοιχτή, και κυρίως καθαρή, πριν μολυνθεί κατά την επούλωσή της. Προσπαθεί, όχι πάντα με επιτυχία, να σταθεί σε μια απόσταση τέτοια, ώστε να εξασφαλίσει -κυρίως- για εκείνη μια νεκρολογία, που να φανερώνει και ταυτόχρονα να αποκρύπτει όσα ο ίδιος, αυθαίρετα προφανώς, κρίνει, αλλά συγχρόνως να προσδώσει και διαστάσεις πιο οικουμενικές, να εντάξει την Ιστορία στην ιστορία της, τη Γυναίκα στη μητέρα του.

Φυσικά είναι αόριστο αυτό που έχει διατυπωθεί για ένα ορισμένο πρόσωπο· ωστόσο μόνο γενικοποιήσεις, που σαφώς και κατηγορηματικώς ανεξάρτητες από τη μητέρα μου σαν πρώτο πρόσωπο, πιθανώς μοναδικό και ανεπανάληπτο, μέσα σε μια ιστορία πιθανώς μοναδική και ανεπανάληπτη, μπορούν να αφορούν κάποιον άλλον εκτός από μένα τον ίδιο -η απλή διήγηση μιας πορείας ζωής με ξαφνικό τέλος δεν θα ήταν παρά αναίδεια.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο προσωπικό και το γενικό, ο Χάντκε μπερδεύει τα πρόσωπα, ο αφηγητής του πότε γράφει σε πρώτο πρόσωπο, πότε σε τρίτο, πότε αναφέρεται στη μητέρα του με ένα ευθύβολο εσύ και πότε την κρύβει πίσω από ένα απρόσωπο εκείνη, αποτυπώνοντας μια κατάσταση σύγχυσης, αναμενόμενης εκ μέρους του αφηγητή, που γράφει υπό το καθεστώς πένθους, αδυνατώντας να διατηρήσει ακέραιο τον εγκεφαλικό έλεγχο της αφήγησης, παρασυρόμενος από την ανάγκη να συνομιλήσει μαζί της, να της πει όσα δεν πρόλαβε, ή δεν θέλησε, να της πει. Και επιτυγχάνει έτσι, ο συγγραφέας, αυτό το πάντρεμα, ανάμεσα στην εμπλοκή και την αποστασιοποίηση, το ατομικό και το γενικό, συστήνοντας στον αναγνώστη έναν ανθρώπινο πενθούντα, που δεν επιθυμεί να εκμεταλλευτεί τον χαμό της μητέρας του, ούτε για να δειχτεί, ούτε για να προκαλέσει τον οίκτο, και έτσι η αφήγησή του γίνεται δεκτή ως πραγματική ανάγκη καταγραφής, πένθιμης καταφυγής, δίνοντας το περιθώριο, στον αναγνώστη, τόσο να υποδεχτεί το ξένο πένθος, όσο και να εμπλακεί συναισθηματικά και ο ίδιος, ξεχνώντας πως πρόκειται για την ιστορία κάποιου τρίτου.

Και είναι εκεί, στην κλισέ θεματολογία, και πόσο πιο κλισέ είναι η απώλεια της μητέρας;, που αναδεικνύεται η ικανότητα του Χάντκε, στην επικίνδυνη αυτή ακροβασία, στη διαχείριση του θέματος, στην πειστικότητα πως είναι κάτι που όντως τον απασχολεί και πως δεν πρόκειται για μια ευκολία εκ μέρους του, πως δεν στοχεύει στον εύκολο συναισθηματικό εκβιασμό του αναγνώστη, πως δεν περιμένει απλώς να ακούσει: αχ τον καημένο τον αφηγητή, έχασε τη μητέρα του και έμεινε ορφανός και μόνος.

Μετάφραση Νίκη Αντενάιερ
Εκδόσεις Νεφέλη

    


Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Πρόζα - Thomas Bernhard




Αναγνωστική πρόκληση. Και όχι μόνο. Δύο είναι οι βασικές αφορμές για να αποφασίσω την κατάδυση στο μπερνχαρντικό σύμπαν. Από τη μία, η ανάγκη για ένα δυνατό ανάγνωσμα, αφορμή που περιλαμβάνει αρκετούς ακόμα συγγραφείς, μια επίλεκτη ομάδα υποστήριξης, ένα σίγουρο καταφύγιο. Από την άλλη, η ανάγκη για μάζεμα του μυαλού, αφορμή που περιλαμβάνει σαφώς λιγότερους -και εκλεκτότερους- γραφιάδες, όταν η αυτοσυγκέντρωση αποτελεί το ζωτικής σημασίας ζητούμενο. Δεν είχα παράπονο από τα βιβλία της προηγηθείσας της Πρόζας περιόδου, όμως είχα ανάγκη από έναν εγκλωβισμό, από την πολυπόθητη αποκοπή. Και είναι τέτοια η γραφή του Μπέρνχαρντ, ιδανική για περιπτώσεις όπως η δική μου τότε, γραφή που σε αρπάζει και δεν σε αφήνει ακόμα και όταν η ανάγνωση έχει πια τελειώσει, σε πετάει στις σπείρες του, σε αφήνει να παλεύεις με τους αντίλαλους, τις παρηχήσεις, τις επαναλήψεις, και επιχειρώντας να ανταποκριθείς εγκεφαλικά στις απαιτήσεις, βρίσκεσαι ξαφνικά συναισθηματικά μπλεγμένος. Η κάθαρση δεν είναι βέβαιη.

Πάνε χρόνια, σε ένα χωριό της Βόρειας Ισπανίας, διάβαζα την Ξύλευση, η αποκλειστική σχεδόν επαφή μου με την ελληνική γλώσσα για ένα μεγάλο διάστημα, όταν, έκπληκτος, μια μέρα συνειδητοποίησα πως ακόμα και τα πιο τυπικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έγραφα διακατέχονταν από μια μπερνχαρντική επιρροή ύφους και χρήσης της γλώσσας, μηνύματα απλοϊκά όπως: εδώ όλα καλά, εκεί;, μεταμορφώνονταν σε κάτι άλλο, ξένο προς τον προσωπικό μου τρόπο σκέψης και έκφρασης.

Έως τώρα είχα διαβάσει μυθιστορήματα του Αυστριακού συγγραφέα, είχα παρακολουθήσει και δύο θεατρικές παραστάσεις βασισμένες σε έργα του, διηγήματά του δεν είχα διαβάσει. Όταν ένιωσα την ανάγκη για κάτι από Μπέρνχαρντ, ανάγκη που προφανώς είχε προηγηθεί της δικής μου αναγνώρισης, εκ φύσεως αργοπορημένης, πώς αλλιώς άλλωστε, και αφού είχαν περάσει μέρες δύσκολες, εκ των υστέρων αποτιμημένες, αμφιταλαντεύτηκα αν θα έπρεπε να δοκιμάσω την πρόσφατη στα ελληνικά Πρόζα ή κάποιο μυθιστόρημά του, διαβασμένο ή αδιάβαστο, δευτερεύον ερώτημα το οποίο δεν απαντήθηκε ποτέ· θα ήταν η Πρόζα.

Πραγματικά, ο νέος παιδαγωγός κι εγώ, ο παλιός, μέχρι αυτήν τη στιγμή, δεν μπορέσαμε να ανοίξουμε ούτε μια συζήτηση. Δεν είναι συζητήσεις τα σχόλια για τις ακραίες καιρικές συνθήκες, τα χρώματα, τον εγωισμό της φύσης, τις απότομες αλλαγές του τοπίου στους πρόποδες των Άλπεων, για διαβασμένα και αδιάβαστα βιβλία, για προθέσεις και έλλειψη προθέσεων, για την καταστροφική απέχθεια των οικότροφων προς τη μελέτη, για τις δικές μας απέχθειες, για το φαγητό και τον ύπνο, την αλήθεια και το ψεύδος, προπάντων όμως για την παραμέληση, σε εξοργιστικό βαθμό, από τους εκάστοτε υπευθύνους, της συντήρησης των μονοπατιών του δάσους, στα οποία περπατάμε. Τα σχόλιά μας εξουδετερώνουν τη θέληση για συζήτηση, οι παρατηρήσεις μας, όπως όλες οι παρατηρήσεις γενικά, που εκείνος αποκαλούσε "απόπειρες πρόσληψης της επικαιρότητας", δεν έχουν καμιά σχέση με το πραγματικό νόημα της συζήτησης.

Και ήδη από το πρώτο διήγημα, όπως ο βαριά άρρωστος ανακουφίζεται άμεσα από τον ορό, καθώς το σώμα ενυδατώνεται και υποστηρίζεται στη μάχη ενάντια στη λοίμωξη, έτσι κι εγώ ήδη από το πρώτο διήγημα ένιωσα την ανακουφιστική επίδραση του Μπέρνχαρντ. Είναι ο τρόπος του να παρατηρεί, με οξυδέρκεια την ανθρώπινη φύση και το αλισβερίσι σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο, να καταγγέλλει το θεωρούμενο ως αποδεκτό και φυσιολογικό, να σχολιάζει πικρόχολα, αλλά ορμώμενος από έναν ιδιαίτερο και βαθύ ανθρωπισμό, την αυστριακή πραγματικότητα, τις αγκυλώσεις και τα στερεότυπα ενός κόσμου στον οποίο νιώθει ξένος. Αντίφαση φαινομενική και μόνο αν σκεφτεί κανείς και τον τρόπο με τον οποίο μάχεται τη γερμανική γλώσσα ενώ ταυτόχρονα εκφράζεται σε αυτή με έναν τρόπο μοναδικής ομορφιάς.

Η θεματική του Μπέρνχαρντ δεν είναι εξεζητημένη, φλερτάρει έντονα με το κοινό και το τετριμμένο, είναι ο τρόπος που κάνει το θέμα μοναδικό, που πιάνεται από το ελάχιστο και το τοποθετεί στο επίκεντρο της σκέψης του, στηρίζοντας πάνω σε αυτό το ελάχιστο ένα οικοδόμημα στέρεο και πολυδιάστατο. Σκεφτείτε μια ιστορία στην οποία ο αφηγητής-δικηγόρος δέχεται την επίσκεψη ενός πελάτη του, που μόλις έχει αποφυλακιστεί, και αδυνατεί να προσαρμοστεί, ζει εις βάρος της αδερφής του και σπαταλάει τα λιγοστά του χρήματα στο ποτό. Ή την ιστορία ενός ανθρώπου, που ζει απομονωμένος και αποφεύγει τις κοινωνικές επαφές, ο οποίος βρίσκει μια μέρα σε κάποιο μονοπάτι μια τραγιάσκα, και η αναζήτηση του κατόχου της μετατρέπεται σε εμμονή. Ελάχιστα ελκυστικά θέματα, διαφωνείτε; Και όμως, ανάμεσα σε διηγήματα υψηλού επιπέδου, είναι τα δύο διηγήματα της Πρόζας που περισσότερο με γοήτευσαν.

Καθώς για μια ακόμα φορά, αν και πολύ πιο συνετά αυτή τη φορά, έγινα έρμαιο της  ασθένειας και της παθογένειάς μου, σκέφτηκα, τι κάνουμε τώρα; Και στρώθηκα κάτω και άρχισα να γράφω. Και το μόνο που σκεφτόμουν όλη την ώρα που έγραφα, ήταν ότι, μόλις ξεμπερδέψω με δαύτα, θα μαγειρέψω κάτι, επιτέλους θα φάω πάλι κάτι ζεστό, και αιφνιδίως, καθώς όσην ώρα έγραφα είχα ξεπαγιάσει, φόρεσα την τραγιάσκα. Όλοι φοράνε μια τέτοια τραγιάσκα, σκέφτηκα, όλοι, καθώς έγραφα και έγραφα και έγραφα...

Θα ήταν ίσως υπερβολή να αναφερθεί κανείς στο νήμα που ενώνει και ομογενοποιεί τα διηγήματα της συλλογής, είναι τέτοιας έντασης άλλωστε η φωνή του συγγραφέα, ο τόσο προσωπικός τρόπος έκφρασης, ξέρετε, εκείνο που οι κακεντρεχείς ονομάζουν υποτιμητικά μανιέρα, πιστεύοντας, οι αφελείς, πως η λογοτεχνία -και η τέχνη γενικότερα- αποτελεί ένα στίβο διαρκούς επινόησης, έδαφος για φτηνό εντυπωσιασμό, αδυνατώντας να διακρίνουν την πραγματική διάσταση και αποστολή της έκφρασης του προσωπικού και της αναγωγής του σε οικουμενικό. Ο Μπέρνχαρντ είναι ένας από εκείνους τους συγγραφείς που τάραξαν τα λιμνάζοντα ύδατα στη λογοτεχνία του καιρού τους και ανάγκασαν κριτικούς, όπως ο Ρανίτσκι για παράδειγμα, να κοντοσταθούν, να περιμένουν πριν εκφράσουν την τελεσίδικη άποψή τους, την αποθέωση εν προκειμένω.

Στην Πρόζα, για πρώτη φορά, αναρωτήθηκα για την επιρροή του Κάφκα στο έργο του Μπέρνχαρντ, κυρίως όταν διάβασα την ιστορία του Γκέοργκ, στο Έγκλημα του γιου ενός εμπόρου από το Ίνσμπουργκ, συνονόματου με τον πρωταγωνιστή της Κρίσης, την ιστορία ενός νεαρού με μια φρικτή παραμόρφωση εκ γενετής, τον οποίον η οικογένεια στέλνει στη Βιέννη, όσο μακρύτερα γινόταν δηλαδή, να σπουδάσει, για να γλιτώσει έτσι η αγία οικογένεια, έστω και προσωρινά, από το μίασμα. Ο Γκέοργκ αυτοκτονεί.

Το επίμετρο του μεταφραστή Βασίλη Τσαλή κλείνει επιτυχώς τη συλλογή, κατατοπιστικό σε σχέση με το ευρύτερο έργο του Μπέρνχαρντ, με αναφορές και βιβλιογραφία, αποτελεί μια καλή αρχή περαιτέρω ενασχόλησης με έναν από τους συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα που επηρέασαν όσο λίγοι τη λογοτεχνική γραφή εν γένει.

Μετάφραση Βασίλης Τσαλής
Εκδόσεις Κριτική

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκόλντμαν - Ingeborg Bachman




Η Μπάχμαν κατέχει περίοπτη θέση στη φράξια των καταραμένων δημιουργών, κυρίως λόγω του τραγικού της τέλους σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Ρώμη, την Αιώνια Πόλη, τι ειρωνεία, αλλά και εξαιτίας της σχέσης της με τον Μαξ Φρις, για την οποία λίγα γνωρίζω, και ποτέ δεν επεδίωξα να μάθω περισσότερα, μια τραγικότητα, ένα μονομερές τελικά πάθος, αυτό ένιωσα, ίσως λανθασμένα, και τον έρωτα αυτό πιστεύω πως διαβάζω σε κάθε βιβλίο της, ολοκληρωμένο ή όχι. Η λογοτεχνία που μπερδεύεται με τη ζωή, και που η βιογραφία, με τις λεπτομέρειες και την επιμονή της σε μια άχρηστη ακρίβεια, είναι ικανή να γκρεμίσει, αποτελεί έναν τόπο ξέχωρο, στον οποίο η μνήμη επανέρχεται από καιρό σε καιρό, όχι μόνο όταν διαβάζει κανείς κάποιο βιβλίο του συγγραφέα, αλλά και σε στιγμές φαινομενικά άσχετες, μια αμάθεια χρήσιμη για τη φαντασία εκείνων που δεν ανεβαίνουν σε συνεδριακά βήματα.

Είναι τέτοια η δύναμη της γραφής της Μπάχμαν που ακόμα και τα προσχέδιά της γνώρισαν επιτυχία, και ακολούθως μεταφράστηκαν και αντιμετωπίστηκαν ως λογοτεχνικά έργα, με τις παρενθέσεις και τα δυσανάγνωστα σημεία τους όχι μόνο να μην ενοχλούν αλλά και να δίνουν στον αναγνώστη το απαραίτητο περιθώριο, να πάρει μια ανάσα πριν συνεχίσει παρακάτω. Τα μυθιστορήματα Μαλίνα, Η Περίπτωση Φράντσα και το Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκολντμαν, θα αποτελούσαν μέρη της τριλογίας Τρόποι Θανάτου, την οποία η Μπάχμαν άφησε ημιτελή, όπως και τόσα άλλα προσχέδια έργων, με το τρίτο μέρος να αποτελεί το πλέον αποσπασματικό και ανολοκλήρωτο, και παρ' όλα αυτά ικανό να δώσει αναγνωστική απόλαυση, που άλλα, και καλά ολοκληρωμένα, έργα ούτε να αγγίξουν δεν θα μπορούσαν. Διαβάζω ξανά το κείμενο ως εδώ, και μου φαίνεται πως ρέει ικανοποιητικά, εκτός από τη λέξη απόλαυση, στην οποία κολλάει η ανάγνωση, παράταιρη, θαρρείς, καθώς στέκει· ποια απόλαυση; Εμπειρία, ναι, εμπειρία στη θέση της απόλαυσης.

Η Φάννυ θα συνειδητοποιήσει, αργά και επίπονα, πως ο νεαρός εραστής της δεν την αγαπά, αλλά την εκμεταλλεύεται για να ικανοποιήσει τις συγγραφικές του φιλοδοξίες. Μια ιστορία που θυμίζει Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ, ενός άλλου σπουδαίου δημιουργού, του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, ένα θεατρικό έργο,που η κινηματογραφική του εκδοχή, σκηνοθετημένη από τον ίδιο τον συγγραφέα του, βγήκε στις αίθουσες έναν χρόνο πριν τον τραγικό χαμό της Μπάχμαν. Μια ιστορία πολυειπωμένη και όμως, λόγω του δοσίματος, ικανή να εμπλέξει συναισθηματικά τον δέκτη, όπως κάθε αυθεντική ιστορία αγάπης, με τις υπερβολές και τα κλισέ της, για τα οποία υπάρχει τέτοια ανάγκη, που δεν σταματούν στιγμή να αποτελούν πηγή έμπνευσης, είτε αυθεντικής είτε εμπορικής, εκ του αποτελέσματος κρινόμενης. Και η Μπάχμαν είχε αυτή την κατάρα/αρετή, να αφηγείται ιστορίες που εμπλέκουν τον αναγνώστη σε τέτοιο βαθμό, που να μοιάζει αδύνατο να τις θεωρήσει αποτέλεσμα φαντασίας και όχι βιώματος.

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα         

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Αμόκ και άλλες νουβέλες - Stefan Zweig




"Αμόκ;... Νομίζω πως το 'χω ξανακούσει... Το λένε στη Μαλαισία... Κάτι σαν μεθύσι;"

"Είναι περισσότερο από μεθύσι... είναι τρέλα, κάτι σαν ανθρώπινη λύσσα... ένας παροξυσμός δολοφονικής αλλόφρονης μονομανίας, που δεν συγκρίνεται με τη μέθη από κανένα ποτό... Είχα την ευκαιρία να μελετήσω εγώ ο ίδιος κάποια περιστατικά αυτά τα χρόνια που έμεινα εκεί -όταν πρόκειται για άλλους, τότε είμαστε πάντα παρατηρητικοί και έξυπνοι-, χωρίς ωστόσο ποτέ να κατορθώσω να εξιχνιάσω το φριχτό αίνιγμά του, τις αιτίες που το προκαλούν... Σχετίζεται ίσως με το κλίμα, με την αποπνικτική υγρασία, τη βαριά ατμόσφαιρα που πιέζει τα νεύρα σαν μπόρα έτοιμη να ξεσπάσει, ώσπου σπάνε... Το αμόκ, λοιπόν..., ναι, το αμόκ... Ακούστε τι είναι το αμόκ: Ένας Μαλαισιανός, ένα απλός, συνηθισμένος, καλός άνθρωπος, πίνει ήσυχα το ποτό του... Κάθεται απαθής, αδιάφορος, χωρίς να κάνει τίποτα... έτσι όπως καθόμουν κι εγώ στο δωμάτιο μου... και ξαφνικά τινάζεται όρθιος, αρπάζει το μαχαίρι του και βγαίνει τρέχοντας στον δρόμο... Τρέχει ίσια μπροστά, πάντα μπροστά... Δεν ξέρει, δεν νοιάζεται για πού... Κι ό,τι φανεί εμπρός του, ζώο ή άνθρωπος το μαχαιρώνει, το σφάζει και η μυρωδιά του αίματος τον τρελαίνει ακόμα πιο πολύ..."

Η εξορία
Οι ήρωες του Τσβάιχ αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους· ακόμα και εκείνοι που θεωρητικά λαμβάνουν μόνοι τους την απόφαση να αναζητήσουν καταφύγιο στη φυγή, έχουν βαθιά επίγνωση της σκληρής πραγματικότητας: καμία επιλογή δεν έγινε, μονόδρομος υποχρεωτικής κατεύθυνσης απλώθηκε εμπρός τους, εκείνοι απλώς είπαν: θα φύγω. Ψευδαίσθηση ελέγχου. Δεν έχει σημασία αν είναι λίγα χιλιόμετρα εκείνα που τους χωρίζουν από το μέρος που αναδύεται στο άκουσμα της λέξης: σπίτι. Μια λίμνη ή ένας ωκεανός, μια ήπειρος, τι σημασία άραγε έχει; Εκεί, σε τόπο ξένο, βυθισμένοι σε απόγνωση, συνειδητοποιούν πως η επιστροφή, εκτός από αδύνατη, απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί λυτρωτική, όμως, και παρά τη λογική προσέγγιση, ο νόστος προελαύνει θριαμβευτικά.

Το πάθος
Πυξίδα προσανατολισμού, επαναλαμβανόμενα αποδεδειγμένης μαγνητικής ανισορροπίας, υπεύθυνης, εν πολλοίς, για το σημερινό αδιέξοδο και όμως, τόσο προβλέψιμα, οδηγός για το αύριο, πάντα είναι το πάθος. Άνθρωποι αδύναμοι, που μια στιγμιαία επαφή με το πάθος τους τους προσφέρει μια αίσθηση θεϊκή, σύντομη και ίσως ψευδή, μα γλυκιά και υποσχόμενη πολλά, και εκείνοι, δίχως δεύτερη σκέψη, τρέχουν στο κατόπι της, αιμορραγώντας και τρεκλίζοντας.

Εύθραυστοι
Η ακατάπαυστη διαδοχή της ελπίδας από την απογοήτευση επιβαρύνει την ούτως ή άλλως εύθραυστη ψυχοσύνθεση των ηρώων, η τρέλα από τη λογική απέχει ελάχιστα, ποιος δεν το ξέρει αυτό άραγε; Μια στιγμή, και όλα αλλάζουν. Ούτε ελπίδα ούτε απογοήτευση πια.

Η εξορία

Το πάθος

Ο θάνατος
Τέλος όλων ο θάνατος, όχι ως φιλοσοφική βεβαιότητα, αλλά ως βίαιη διάρρηξη του παρόντος, η τελευταία πράξη του υποκειμένου πριν το πέρασμα στο βασίλειο της λήθης.

Ο συγγραφέας
Ο Στέφαν Τσβάιχ γεννήθηκε στη Βιέννη το 1881. Ασχολήθηκε με πολύ διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Οι νουβέλες τού χάρισαν φήμη και αναγνώριση. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του το 1934. Περιπλανήθηκε σε διάφορες χώρες. Στις 23 Φεβρουαρίου 1942, μαζί με τη γυναίκα του, αυτοκτόνησε στη Βραζιλία.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Απογοήτευση και αμφιβολία




Μετρημένοι οι σύμμαχοι, και οι προς αυτούς κινήσεις καλά εκ των προτέρων υπολογισμένες -θα έπρεπε να είναι, επιμένει η φωνή να τονίζει- καθώς ένα εσφαλμένο βήμα δύναται να υψώσει έναν ακόμα τοίχο -να σε γαμήσει εντελώς, επιμένει η φωνή- δεν είναι ο καιρός κατάλληλος -ποτέ δεν είναι ο καιρός κατάλληλος, επιμένει η φωνή- ε, μα σκάσε επιτέλους!

Ο ατελείωτος Μάης βάδιζε προκλητικά περήφανος προς τα τέλη του, δεν έπνεε τα λοίσθια μα αντιθέτως επεδείκνυε τη δύναμή του, αυτός και ο Γενάρης, από παιδί θυμάμαι, δεν τελείωναν με τίποτα, και ας ήταν οι επόμενοι αυτών εκείνοι των εξετάσεων, ο Γενάρης και ο Μάης επέμεναν να διαρκούν για πάντα. Υπερβολικός από παιδί ακόμα. Ο Μάης βάδιζε λοιπόν προς τα τέλη του και εγώ τον παρατηρούσα, αφήνοντας την καταμέτρηση για πιο μετά.  

Οι προσδοκίες τρέφονται -γιγαντώνονται, που θα έλεγε και η φωνή- από την ανάγκη. Θεοποιούνται, ακούς φωνή;

Επιβεβλημένη η απουσία από τα καθημερινά, μετά από καιρό, η φυγή, στο σακίδιο και η Μπάχμαν, Το 30ο έτος, εξαντλημένος θησαυρός, φυλαγμένος πολύ καιρό, για όταν οι συνθήκες θα ήταν ακατάλληλες. Τα λογοπαίγνια σπάνια είναι το φόρτε του, είπε εκείνη ένα βράδυ, άλλη ιστορία όμως αυτή, πολύ παλιά πια. Το σπάνια δεν είναι ποτέ, δεν κρατήθηκα, το είπα.

Και εκείνη δε μου άνοιξε την πόρτα, έμεινα απ' έξω, δίχως τη δύναμη να χτυπήσω με περισσότερη επιμονή. Απογοήτευση.

Όσα στη γραφή της είχα αγαπήσει τώρα έστεκαν άψυχα. Εκείνη η εγκεφαλικότητα, η τόσο εσωτερική και προσωπική, που με ενέπλεκε πέρα από κάθε λογικό προγνωστικό, γονιμοποιώντας όχι μόνο το μυαλό, μα και την καρδιά, εκείνη η αποσπασματικότητα, σε μια κατάβαση σχεδόν αυτοματοποιημένη, εδώ δεν λειτουργούσε, έμοιαζε άσκοπη και εγωπαθής, εκείνη η θλίψη τόσο ξένη πια.

Μετά την απογοήτευση η ανασφάλεια: Εκείνη ή μήπως εγώ;

Εκείνος έθεσε μια τρίτη παράμετρο, τη μετάφραση, ύστερα ανέσυρε από τη βιβλιοθήκη του το Ρέκβιεμ για τη Φάννυ Γκόλντμαν. Αυτή η σχέση θα έχει ακόμα μία ευκαιρία και ο Μάιος τελείωσε.


υ.γ Δίχως να θέλω να γίνω σπαστικός και τυπολάτρης, μέχρι τις 21 Ιουνίου, μέρα θερινού ηλιοστασίου, καλοκαίρι δεν έχει... 
  
  

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Παλιοί Δάσκαλοι - Thomas Bernhard




Καθώς είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε με τον Ρέγκερ στο Κουνστχιστόρισες Μουζέουμ στις εντεκάμιση, ήμουν εκεί ήδη στις δέκα και μισή, με σκοπό, όπως είχα υποσχεθεί ήδη στον εαυτό μου, να μπορέσω μια φορά να τον παρατηρήσω ανενόχλητος από μια όσο το δυνατόν πιο ιδεώδη οπτική γωνία, γράφει ο Άτσμπαχερ. Αφού εκείνος κατέλαβε την πρωινή του θέση στη λεγόμενη Αίθουσα Μπορντόνε απέναντι από τον Άντρα με τη λευκή γενειάδα του Τιντορέτο, στο παγκάκι το ντυμένο με βελούδο, όπου χθες, αφού μου εξήγησε τη λεγόμενη Σονάτα της θύελλας, προχώρησε στη διάλεξή του με θέμα την Τέχνη της φούγκας από πριν από τον Μπαχ μέχρι μετά τον Σούμαν, όπως τη χαρακτήρισε, αν και ήταν σε διάθεση να μιλά ολοένα και περισσότερο μόνο για τον Μότσαρτ και καθόλου για τον Μπαχ, αναγκάστηκα και εγώ να στηθώ στην Αίθουσα Σεμπαστιάνο.

Από την Αίθουσα Σεμπαστιάνο, ο Άτσμπαχερ παρατηρεί τον Ρέγκερ, με τον οποίο έχει ραντεβού στις εντεκάμιση, έχοντας φτάσει μία ολόκληρη ώρα νωρίτερα, ξέροντας πως εκείνος θα κάθεται στο παγκάκι το ντυμένο με βελούδο, απέναντι από τον Άντρα με τη λευκή γενειάδα του Τιντορέτο, στην Αίθουσα Μπορντόνε στο Κουνστιστόρισες Μουζέουμ της Βιέννης, συνήθεια σταθερή και επαναλαμβανόμενη κάθε δεύτερη μέρα εδώ και τριάντα χρόνια. Κατά τη διάρκεια της ώρας που μεσολαβεί μέχρι τη συνάντηση των δύο αντρών, και ενώ ο Ρέγκερ κάθεται στο παγκάκι το ντυμένο με βελούδο στην Αίθουσα Μπορντόνε, όπως άλλωστε συνηθίζει να κάνει κάθε δεύτερη μέρα τα τελευταία τριάντα χρόνια, και ο Άτσμπαχερ τον παρατηρεί από την Αίθουσα Σεμπαστιάνο, όπως είχε υποσχεθεί στον εαυτό του άλλωστε, ο παντογνώστης αφηγητής αναλαμβάνει, αργά και μεθοδικά, να αποδομήσει το οικοδόμημα του πολιτισμού, χρησιμοποιώντας τη συλλογιστική του Ρέγκερ, τουλάχιστον όπως αυτό έφτασε στο αυστριακό σήμερα, με την καθοριστική μεσολάβηση των Παλαιών Δασκάλων κυρίως, δίχως όμως να παραγνωρίζονται και άλλοι παράγοντες, με πρωτεύοντα εκείνον της εθνικής ταυτότητας. Και αναφερόμενος στον πολιτισμό, κατοχυρώνει αρκετό χώρο στο λήμμα για την αισθητική και τις παγιωμένες απόψεις περί ομορφιάς και σπουδαιότητας, για τα αποστήματα της δήθεν τελειότητας που πρέπει, σύμφωνα με τον Ρέγκερ, και την σιωπηλή υποστήριξη του αφηγητή, κάποια στιγμή να σπάσουν, να χυθεί επιτέλους στη θάλασσα το σιχαμερό πύον. Ο Ρέγκερ, τα τελευταία τριάντα χρόνια, κάθε δεύτερη μέρα, καταφεύγει στην Αίθουσα Μπορντόνε, στο Κουνστιστόρισες Μουζέουμ, για να περάσει το πρωινό του καθήμενος στο παγκάκι το ντυμένο με βελούδο, απέναντι από τον Άντρα με τη λευκή γενειάδα του Τιντορέντο, γιατί μόνο εκεί βρίσκει καταφύγιο απέναντι στην απομυθοποίηση της τέχνης που αναγκαστικά επέρχεται με την επισταμένη παρατήρηση και τη διαρκή μελέτη, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει ούτε το σπουδαιότερο έργο, καθώς, αργά ή γρήγορα, κάποια ατέλεια θα ξεπηδήσει, ατέλεια που μια στιγμή πριν παρέμενε κρυμμένη καλά καθιστώντας το έργο παρουσία ανακουφιστική για την ύπαρξη του παρατηρητή, μα ξάφνου, αποκαλύπτεται, πυρπολώντας ένα ακόμα καταφύγιο. Όμως, οι παρεμβάσεις αναπόφευκτα κάποια στιγμή πλήττουν τον σκελετό του οικοδομήματος, απειλή για πλήρη κατάρρευση, εκείνο που αρχικώς φαντάζει μια υπεροπτική κριτική θεώρηση της τέχνης στα όρια του εγωπαθούς και του πικρόχολου μετατρέπεται σε μια βαθιά υπαρξιστική αγωνία. Το γέλιο σιγά σιγά παγώνει.

Ο Μπέρνχαρντ, όμως, είχε προσθέσει κάτω από τον τίτλο του μυθιστορήματος τη λέξη Κωμωδία.


Μετάφραση Βασίλης Τομανάς
Εκδόσεις Εξάντας 






Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Το μαγεμένο σπίτι/ Η Γκρίτζα - Robert Musil







Μετάθεση σε ένα μέλλον πιο κατάλληλο, συνθήκες ηρεμίας και ωρίμανσης - ελπίδα. Στη λίστα των επερχόμενων αναγνωσμάτων, περίοπτη θέση κατέχει ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, ακόμα αναζητά το δρόμο του προς την οικιακή βιβλιοθήκη, συναντιόμαστε συχνά σε σπίτια και βιβλιοπωλεία, τον χαιρετώ με δέος. Ελάχιστους ξέρω που τόλμησαν το βήμα, ο ενθουσιασμός τους με γεμίζει θάρρος.

Τριγυρνούσα σε μέρη γερμανόφωνα τις τελευταίες μέρες, μαγεμένος από την επίδραση της γλώσσας, παρά τη διαμεσολάβηση των μεταφραστών. Διέτρεξα τη στοίβα αναζητώντας τον επόμενο σταθμό του σελιδοδείκτη, η μαύρη ράχη του μου τράβηξε την προσοχή, το έπιασα στα χέρια μου, ήταν η στιγμή για την πρώτη γνωριμία με τον Ρομπέρτ Μουζίλ, δε σήκωνε άλλη αναβολή.

Τα άκοπα βιβλία όλο και σπανίζουν - λεπτομέρειες θα πείτε, ενώ τα ψηφιακά καλπάζουν - η ιεροτελεστία επαναλαμβάνεται σπανιότερα, μα με την ίδια πάντα προσήλωση και χαρά. Το ασπρόμαυρο πορτραίτο του συγγραφέα απευθύνει το καλώς ορίσατε στον αναγνώστη, που ανταποδίδει, σχεδόν έκπληκτος, και, αφού πρώτα αποφύγει την παγίδα της εισαγωγής, διαβάζει τις πρώτες γραμμές.

Όποτε διηγόταν την περιπέτειά του στο μαγεμένο σπίτι ο υπολοχαγός Δημήτριος Νάγκι, πρόσθετε με ύφος σκεφτικό και επίσημο: Μα το θεό σας λέω, λίγο έλειψε να με δηλητηριάσει...


Ο Δημήτριος γίνεται μάρτυρας του διαλόγου δύο εραστών, εκείνος την απειλεί πως θα σκοτωθεί αν τον αρνηθεί, εκείνη επιμένει να τον αρνείται. Σε ένα περιβάλλον σχεδόν μεταφυσικό, το μαγεμένο σπίτι της γριάς κόμισσας αποτελεί ιδανικό σκηνικό απονενοημένων πράξεων. Ο Μουζίλ, αριστοτεχνικά - τόσο κλισέ, μα τόσο ακριβές - πατάει σε μια απλή ιστορία και της προσδίδει την απαραίτητη μαγεία ώστε να υπερπηδήσει το ρεαλισμό, να ξεπεράσει τη ζωή και να μετατραπεί σε λογοτεχνία υψηλή.

Αντίστοιχα πράττει και στο έτερο διήγημα, με τίτλο Γκρίτζα. Σύμφωνα με τους μελετητές, όπως αναφέρει ο Ίσαρης στο εισαγωγικό σημείωμα, οι ιστορίες του Μουζίλ βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά της ζωής του.

Ο Χόμο είχε έναν μικρό γιο που ήταν άρρωστος· πέρασε ένας χρόνος, μα η κατάστασή του παρέμενε στάσιμη· ο γιατρός συνέστησε μακρόχρονη κούρα σε κάποιο θέρετρο, αλλά ο Χόμο δεν αποφάσιζε αν έπρεπε να τον συνοδεύσει. Σκέφτηκε πως θα αποχωριζόταν για μεγάλο διάστημα τις ασχολίες του, τα βιβλία, τα σχέδια, τη ζωή του. Καταλάβαινε πόσο εγωισμό έκρυβε αυτή η αντίσταση, αλλά ήταν και μια απόπειρα αποδέσμευσης, μια και δεν είχε αποχωριστεί τη γυναίκα του ούτε για μια μέρα.

Η Γκρίτζα διαθέτει κάτι από την αύρα του μεγαλειώδους μυθιστορήματος του Τόμας Μαν, το Μαγικό Βουνό, που κυκλοφόρησε τρία χρόνια αργότερα (1924). Ο Χόμο αρνείται να ακολουθήσει το παιδί του στο θέρετρο. Φεύγει για τον ιταλικό βορρά αποδεχόμενος την πρόταση να δουλέψει σε ένα ορυχείο χρυσού σε μια δύσβατη και ορεινή περιοχή, κάθε μέρα που περνάει, η παλιά του ζωή δείχνει να χάνεται στην ομίχλη της λησμονιάς.

Σπείρα. Η κυκλική ανάβαση του ορεινού όγκου, οι προκλήσεις που κρύβονται ακόμα και στην πιο αδιάφορη καθημερινότητα, η ικανότητα του ανθρώπου στην προσαρμογή, η σταδιακή μετατροπή του καινούριου σε ρουτίνα. Οι λέξεις πολύτιμες, δεν τις σπαταλά, με σύνεση τοποθετεί τη μία δίπλα στην άλλη, τίποτε το περιττό στο λόγο του. Καθηλωτικός ο τρόπος που μπερδεύει το όνειρο με την πραγματικότητα, το ρεαλισμό με τη μαγεία.

Δείγμα μικρό, μα αντιπροσωπευτικό θαρρώ, πριν τη μεγάλη απόφαση.



Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης
Εκδόσεις Ηριδανός
  

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Ο Ιβάν, ο Μαλίνα κι Εγώ - Ingeborg Bachmann







Θα ήθελα κάποτε, της είπα, να διαβάσω Μπέρνχαρντ από το πρωτότυπο, να βιώσω, δίχως μεσάζοντες, την αίσθηση ασφυξίας που του προξενούσε το περιβάλλον γύρω του. Εκείνη απάντησε: αρκεί να ζήσεις ένα διάστημα στη Βιέννη και θα καταλάβεις.

Ήταν ο πρώτος Αυστριακός που αγάπησα, εκείνος που κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης επηρέαζε τον τρόπο που έγραφα ακόμα και το πλέον αδιάφορο και τυπικό ηλεκτρονικό μήνυμα.

Τη Μπάχμαν τη γνώρισα με πρόξενο έναν Ελβετό, τον κύριο Φρις, η αναφορά στην ερωτική σχέση των δύο έδωσε διέξοδο στο επερχόμενο - και αναπόφευκτο - σύνδρομο στέρησης, δεν υπήρχαν, βλέπετε, άλλα βιβλία του μεταφρασμένα στα ελληνικά. Η Περίπτωση Φράντσα ξεπέρασε κάθε αναγνωστική μου προσδοκία, παράδειγμα που θα έπρεπε να περιέχεται σε κάθε λεξικό, στο γράμμα Σίγμα, στο ρήμα Στοιχειώνω.

Είχα φροντίσει να αναζητήσω και να προμηθευτώ έγκαιρα την υπόλοιπη μεταφρασμένη βιβλιογραφία της, η Τζέννυ Έρπενμπεκ έτεινε το νήμα, ήταν η στιγμή.



Μόνο για το χρόνο χρειάστηκε να σκεφτώ αρκετά, γιατί μου είναι αδύνατο να πω "σήμερα" έστω και αν καθημερινά λέμε "σήμερα", ναι, πρέπει να το λέμε, αλλά έτσι και κάποιοι μου κοινοποιούν τι πρόκειται να κάνουν σήμερα - για το αύριο καλύτερα ας μη μιλήσουμε διόλου - δεν έχω, όπως συχνά μου προσάπτουν, αφηρημένο βλέμμα, αλλά απεναντίας, λόγω αμηχανίας, πολύ προσεχτικό, τόσο ανέλπιδη είναι η σχέση μου με το "σήμερα", μια και το σήμερα αυτό με κάνει να φοβάμαι υπερβολικά, και μόνο μέσα σ' αυτόν το μέγιστο φόβο και την υπερβολική βιασύνη γράφω ή λέω απλώς τι συμβαίνει, γιατί οτιδήποτε γράφεται για το σήμερα θα έπρεπε να καταστρέφεται αμέσως, όπως σχίζεις, τσαλακώνεις, αφήνεις ατελείωτα, δε στέλνεις τ' αληθινά γράμματα, επειδή αναφέρονται μεν στο σήμερα, αλλά αποκλείεται να φτάσουν σήμερα.



Η φωνή της, αυτό ήταν που περισσότερο μου είχε λείψει από την τελευταία φορά. Οποιαδήποτε ιστορία και αν επέλεγε η Μπάχμαν να διηγηθεί, θα απέμενα, πιστεύω, μαγεμένος να τη διαβάζω, γιατί υπάρχουν εκείνοι οι άνθρωποι που διαθέτουν το χάρισμα της αφήγησης, τη χροιά στη φωνή, τον τρόπο να κοιτάζουν την πιο κοινή λεπτομέρεια, να χρησιμοποιούν τόσο έντονα το Εγώ και όμως εκείνο να ακούγεται σαν Εσύ, να δημιουργούν με τα πιο απλά υλικά ιστορίες που καταφέρνουν να δραπετεύσουν από τον ίδιο τους τον εαυτό. Όσα και αν αναφέρει κανείς γύρω από την υπόθεση, σε τίποτα δε θα επηρεάσει την αναγνωστική εμπειρία του άλλου, γιατί καθένας τη δική του ιστορία ακούει, η διήγηση της Μπάχμαν είναι απλώς η αφορμή, η αναγκαία και γόνιμη αφορμή.

Η αγωνία κρύβεται πίσω από την κάθε λέξη, αγωνία υπαρξιακή και συναισθηματική, σκοτεινή, δύναμη που πότε κινητοποιεί και πότε παγώνει, διαλέγει πότε τη ζωή και πότε το θάνατο για παρτενέρ, και ας μη γνωρίζει σχεδόν ποτέ τα βήματα, και ας σιχαίνεται τον αυτοσχεδιασμό. Κραυγές και ψίθυροι, το φως όμως ελάχιστο, αμυδρό, σκοτάδι σχεδόν απόλυτο, η χαραμάδα στον τοίχο δεν αρκεί. Παράξενα τα μονοπάτια που χαράζει η σκέψη, η Μπάχμαν τα ακολουθεί, μια γραφή εγκεφαλική και αυτόματη, επικοινωνία λογικής και συναισθήματος, συνεχή περάσματα από όλους τους ορόφους της πολυκατοικίας του συνειδητού.

Φρόντιζε να εγκαταλείπει την Αυστρία συχνά, και ας την κουβαλούσε πάντα μαζί της, επιρροές γόνιμες, δάνεια του παρελθόντος και διάλογος με την πρωτοπορία, ενέπνευσε και εμπνεύστηκε. Μια φιγούρα τραγική.


Μετάφραση Ιάκωβος Κοπερτί
Εκδόσεις Άγρωστις